Δεν ξέρω πώς έγινε φέτος αλλά τους τελευταίους μήνες έτυχε να βρεθώ σε πολλούς τόπους της ελληνικής επαρχίας. Παρουσιάσεις, προγράμματα, μαθήματα γραφής, αναγνώσεις. Κάπως έγινε και είμαι με μια τσάντα στον ώμο σε μόνιμη βάση. Είχα την τύχη να εισπράξω συμπυκνωμένο αν και φυσικά σποραδικό το πολιτιστικό κεφάλαιο της ελληνικής επαρχίας. Όχι ως προσφορά αλλά ως ζήτηση. Ως μια ανάγκη την οποία δεν συναντάς σχεδόν ποτέ στην Αθήνα.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να ταξιδέψει μία ώρα από το χωριό ή την πόλη του για να ακούσει μια διάλεξη για έναν ποιητή, τι είναι αυτό που κάνει έναν μαθητή μιας κωμόπολης να κάτσει να γράψει με ενθουσιασμό ποιήματα, ένα πλήθος με πάνω από 100 ανθρώπους να κάτσει σε μια εκδήλωση χωρίς να ακούγεται ο παραμικρός θόρυβος σε ένα χωριό. Δεν μπορώ να απαντήσω στο τι είναι αυτό που τροφοδοτεί έναν ατόφιο, αυθόρμητο ενθουσιασμό για πράγματα που έχω δει να σνομπάρουν σχεδόν σε όλες τις γειτονιές της μητρόπολης. Τι είναι αυτό που κάνει μια εκδήλωση να μοιάζει επείγουσα ανεξάρτητα από το θέμα της, τις ερωτήσεις εύστοχες, τις απαντήσεις πάντοτε καλοδεχούμενες. Που ήταν αυτός ο κόσμος, αυτός ο κόσμος που όλοι εμείς αγνοούμε;
Φυσικά και η επαρχία δεν είναι ένα πράγμα. Και φυσικά όλες αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι οικουμενικές. Ως ποσοστό όμως είναι πολλαπλάσιες από οτιδήποτε συμβαίνει στην Αθήνα. Είναι αυτό το πολύχρωμο μωσαϊκό ανθρώπων που δημιουργεί νέες κοινότητες και νέους δεσμούς. Ψαγμένοι ντόπιοι και γηγενείς που παρέλειψαν να αποχωρήσουν, άνθρωποι που σπούδασαν και επέστρεψαν. Ζευγάρια που μετακόμισαν για να έχουν μια πιο ισορροπημένη ζωή, φοιτητές που γύρισαν είτε από απογοήτευση είτε από πείσμα, όμορφοι περίεργοι που θέλησαν να πάνε μακριά, κάπου αλλού, κάπου που δεν θα τους καταπίνει ο τόπος, συνταξιούχοι που αναζητούν έναν άλλο τρόπο, δάσκαλοι και δασκάλες, δημόσιοι υπάλληλοι, περιπλανώμενοι, άνθρωποι που επιστρέφουν κάθε σαββατοκύριακο για να δουν τους γονείς τους. Κοινότητες μέσα στις κοινότητες και κόσμοι μέσα στους κόσμους. Κοσμοπολιτισμός μέσα στην πιο απόμακρη επαρχία, με παράδοξη ανεκτικότητα, διαδικτυωμένο πολιτιστικό κεφάλαιο και γεμάτη επιθυμία.
Και δίπλα της η ελληνική επαρχία στην εξαθλιωμένη υλική της υπόσταση. Οι σπασμένοι δρόμοι και τα ανύπαρκτα νοσοκομεία, οι μηδενικές υποδομές και το καταρρέον παρόν, οι πυρκαγιές, οι ανεμογεννήτριες, ο άθλιος μονόδρομος του τουρισμού. Οι Ισραηλινοί που αγοράζουν παντού και παντού τσαμπουκαλεύονται σαν να τους ανήκει αυτός και ο επόμενος κόσμος.
Η Ελλάδα στη σύγχρονη εκδοχή της είναι μια διαδικασία. Μια διαδικασία που διαρκώς πριμοδοτεί την καταστροφή οτιδήποτε όμορφου και καλού. Είτε αυτό βρίσκεται στην νεότητα, είτε στις εκτός του μεγάλου άστεως κοινότητες, είτε στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Μια αποθέωση του πρακτικού κυνισμού ως μονόδρομου των ανθρώπων να σκέφτονται και να πράττουν. Ένα χρεοκοπημένο κράτος που προσπαθεί να παράγει αξιακά χρεοκοπημένους ανθρώπους μπας και το αποδεχτούν. Και όμως οι άνθρωποι επιβιώνουν. Ενάντια σε όλα. Συναντιούνται, δημιουργούν, συνεργάζονται και τα καταφέρνουν ακόμα και σε μια απομακρυσμένη ράχη ενός ξεχασμένου κόσμου. Είναι αυτή η άλλη Ελλάδα που θα επιβιώσει ακόμη και αν η κακοφορμισμένη πληγή της δικής μας, «επίσημης» Ελλάδας σαπίσει χωρίς επιστροφή. Οι απομακρυσμένες κοινότητες, σε διαρκή συζήτηση και διαρκή ανταλλαγή. Με τη μελαγχολία της απόστασης, το ρίζωμα στον τόπο, τον ενθουσιασμό της συνάντησης. Με το λίγο να γίνεται πολύ. Ένα ατόφιο, ολόκληρο πολύ.
Φωτο: Angelos Assariotakis / Flickr





