Η σημερινή ανάλυση των New York Times για τη συμφωνία που τερματίζει τον τετράμηνο πόλεμο των ΗΠΑ με το Ιράν κινείται σε έναν τόνο ταυτόχρονα ανακούφισης για την αποφυγή περαιτέρω κλιμάκωσης αλλά και σκληρής αποτίμησης των πολιτικών και στρατηγικών συνεπειών της σύγκρουσης. Όπως επισημαίνει το editorial ήδη από την αρχή, «η προκαταρκτική συμφωνία που τερματίζει τον τετράμηνο πόλεμο του Προέδρου Τραμπ με το Ιράν είναι ευπρόσδεκτη», ωστόσο αυτή η ευπρόσδεκτη εξέλιξη συνοδεύεται, όπως σημειώνεται, από «σκληρές αλήθειες» που αφορούν την ίδια τη φύση και τα αποτελέσματα του πολέμου.
Σύμφωνα με το κείμενο, ο πόλεμος αυτός δεν μπορεί να ιδωθεί παρά ως ένα θεμελιώδες στρατηγικό σφάλμα, καθώς «ο κ. Τραμπ έκανε ένα τρομερό λάθος ξεκινώντας αυτόν τον πόλεμο», ενώ η διεξαγωγή του περιγράφεται ως απερίσκεπτη και νομικά προβληματική, αφού «τον διεξήγαγε απερίσκεπτα και κατά κατάφωρη παράβαση του νόμου». Από αυτή τη σκοπιά, η εφημερίδα υποστηρίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν εξέρχονται ενισχυμένες αλλά αντιθέτως «πιο αδύναμες — στρατιωτικά, διπλωματικά και οικονομικά», με συνέπειες που, όπως υπογραμμίζεται, θα μεταφραστούν σε «στρατηγικό κόστος για χρόνια».
Σε αυτό το πλαίσιο, το editorial τονίζει ότι οι αρχικές διακηρύξεις της αμερικανικής κυβέρνησης δεν βρήκαν αντίκρισμα στην πραγματικότητα, καθώς, όπως σημειώνεται, «ο κ. Τραμπ έχει κερδίσει ελάχιστους από τους όρους που υποστήριζε ότι θα επιβάλει», γεγονός που οδηγεί την εφημερίδα στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για «μια ταπεινωτική υποχώρηση για τον ίδιο και για το έθνος που ηγείται». Η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική περί «πλήρους και ολοκληρωτικής νίκης» και στο τελικό αποτέλεσμα παρουσιάζεται ως ενδεικτική αυτής της αποτυχίας, αφού, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, «τίποτα από αυτά δεν φαίνεται να είναι αληθινό».
Παράλληλα, το κείμενο αναγνωρίζει ότι ορισμένες εξελίξεις, όπως το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ, έχουν άμεσες θετικές επιπτώσεις στη διεθνή οικονομία, όμως τις εντάσσει σε ένα πλαίσιο επιστροφής στην προτέρα κατάσταση, καθώς «το μεγαλύτερο επίτευγμά του… είναι το αναμενόμενο ξανάνοιγμα του Στενού του Ορμούζ», το οποίο, όπως σημειώνεται, «δεν είναι τίποτε άλλο παρά επιστροφή στο προπολεμικό καθεστώς». Με αυτόν τον τρόπο, η εφημερίδα υποστηρίζει ότι ακόμη και τα πιο «θετικά» αποτελέσματα της συμφωνίας δεν συνιστούν πραγματική γεωπολιτική πρόοδο αλλά αποκατάσταση μιας προηγούμενης ισορροπίας που είχε διαταραχθεί από τον ίδιο τον πόλεμο.
Σε ευρύτερο επίπεδο ισχύος, το editorial καταλήγει ότι «συνολικά, το Ιράν αναδεικνύεται ο στρατηγικός νικητής του τετράμηνου πολέμου», ενώ την ίδια στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται αποδυναμωμένες, με τον αμερικανικό στρατό να έχει «δείξει ότι δεν μπορεί να εξουδετερώσει έναν πολύ μικρότερο αντίπαλο». Η αποτίμηση αυτή συνδέεται με μια ανησυχία για τις μακροπρόθεσμες δυνατότητες αποτροπής των ΗΠΑ, καθώς η εξάντληση στρατιωτικών πόρων και η φθορά συμμαχιών θεωρούνται παράγοντες που επιβαρύνουν τη θέση τους διεθνώς.
Τέλος, το editorial αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής κλιμάκωσης, θέτοντας ένα ερώτημα που λειτουργεί ως προειδοποίηση για τη ρευστότητα της κατάστασης: «Αν το Ιράν επιλέξει να κλείσει το στενό κάποια στιγμή τους επόμενους μήνες ή χρόνια, τι θα κάνει ο κ. Τραμπ ως απάντηση;». Με αυτόν τον τρόπο, το κείμενο δεν περιορίζεται στην αποτίμηση του παρόντος, αλλά υπογραμμίζει ότι η εκεχειρία ενδέχεται να αποτελεί απλώς μια προσωρινή ανάπαυλα μέσα σε μια ευρύτερη και ακόμη ανοιχτή γεωπολιτική σύγκρουση.
φωτογραφία: (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI)





