Αποφοιτώντας από το λύκειο έχουμε συνηθίσει να ακούμε από τις ειδήσεις τι συμβαίνει στον κόσμο, ποια νέα απόφαση της κυβέρνησης απειλεί το μέλλον μας και σε ποια γωνιά του πλανήτη αποφάσισε κάποιος από τους μεγάλους του κόσμου να κηρύξει πόλεμο για το οικονομικό του συμφέρον. Η κατάσταση στην οποία μας παραδίδεται -και θα μας παραδοθεί- ο κόσμος μας προκαλεί άγχος, απελπισία, απογοήτευση αλλά και θυμό.
Παράλληλα, μαθαίνουμε και για παραδείγματα του παρελθόντος ή άλλων χωρών που αποδεικνύουν ότι οι συνθήκες αλλάζουν αν το προσπαθήσουμε μαζικά, σχεδόν ποτέ όμως από τις ειδήσεις. Οι ιστορίες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ο Μάης του `68 μέσα από τις αφηγήσεις μεγαλύτερων, μου δημιουργούσαν την ίδια σκέψη: ο κόσμος μπορεί και να ανθίσει, η νεολαία μπορεί να γυρίσει τούμπα τον κόσμο. Έτσι γεννάται η επιθυμία για αλλαγή και η ελπίδα ότι το μέλλον που οραματιζόμαστε είναι υλοποιήσιμο. Η επιθυμία αυτή δημιουργεί την ανάγκη για κινητοποίηση, για πρακτική ενασχόληση με τη διαμόρφωση των συνθηκών διαβίωσης τόσο του καθενός μας, όσο και των γενεών που προηγήθηκαν αλλά και που θα ακολουθήσουν. Έχουμε μέσα μας, λοιπόν, αυτή τη φλόγα και ψάχνουμε έναν τρόπο να φτιάξουμε τον δικό μας δρόμο.
Γιατί, ωστόσο, να επιλέξω συγκεκριμένα την κινητοποίηση για να εκφράσω τη δυσαρέσκειά μου με την τρέχουσα κατάσταση του κόσμου και την επιθυμία μου για αλλαγή; Γιατί ένας νέος ή μία κοπέλα 18 χρονών να παρατήσουν την ημέρα τους και να κατέβουν στον δρόμο; Επειδή είναι το πιο άμεσο εργαλείο. Μέσω της κινητοποίησης δημιουργείται το αίσθημα ότι εμπλεκόμαστε ενεργά, ότι δεν είμαστε μόνοι σε αυτόν τον αγώνα αλλά παλεύουμε δίπλα σε ανθρώπους σαν εμάς, με κοινές ανησυχίες, κοινά οράματα και, τελικά, ότι συμμετέχουμε σε κάτι που αλλάζει ουσιαστικά τη ζωή μας.
Η κινητοποίηση λειτουργεί και ως μέσο πίεσης απέναντι σε αυτούς που συνεχώς απειλούν το μέλλον μας. Όταν μια μεγάλη μάζα ανθρώπων συγκεντρώνεται και δείχνει ξεκάθαρα ότι είναι δυσαρεστημένη με μία κατάσταση, στο σημείο που θέλει να αγωνιστεί για να την αλλάξει, ασκείται πίεση στην κυβέρνηση, η οποία αναγκάζεται να ακούσει τα αιτήματα του λαού. Όσο αυξάνεται αυτή η πίεση, τόσο το κράτος νιώθει την ανάγκη να αμυνθεί, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιεί μέσα καταστολής, δηλαδή τα ΜΑΤ, των οποίων μόνος στόχος είναι ο εκφοβισμός. Κατά τη διάρκεια κινητοποιήσεων, τα ΜΑΤ βρίσκονται σε κάθε γωνιά και ψάχνουν, ή δημιουργούν, ευκαιρίες να προκαλέσουν επεισόδια με τη ρίψη δακρυγόνων και τη σύγκρουση με τον λαό. Με αυτές τις τακτικές, τα ΜΑΤ δεν αποσκοπούν μόνο στη διάλυση της εκάστοτε κινητοποίησης αλλά και στην αποθάρρυνση των επόμενων που θα σκεφτούν να πάρουν μέρος σε κάποια διαδήλωση.
Έτσι, δημιουργούν και την αίσθηση πως κινητοποίηση σημαίνει δακρυγόνα και συγκρούσεις με την αστυνομία και πως δεν μπορεί να επιτευχθεί πραγματικά κάτι διαφορετικό μέσα από αυτή. Οι τακτικές εκφοβισμού και καταστολής υλοποιούνται με στόχο τον έλεγχο τον συνθηκών από το κράτος και την απόρριψη κάθε αιτήματος του λαού. Άρα, θέλουν να μην αμφισβητούνται οι αποφάσεις της κυβέρνησης ώστε να εκπληρώνονται τα συμφέροντα των λίγων.
Αυτές οι συνθήκες, φυσικά, δεν είναι βιώσιμες και εμείς ως κοινωνία, αλλά ιδίως ως νέοι, δεν πρέπει να πέφτουμε στην παγίδα της καταστολής και του φόβου, γιατί αυτό ακριβώς επιδιώκουν οι κυβερνώντες. Αντιθέτως, οφείλουμε στους εαυτούς μας και στο μέλλον μας να συνεχίζουμε να πολεμάμε και να υπερασπιζόμαστε τα αιτήματά μας γιατί όσο περισσότερο δεν υποκύπτουμε τόσο μεγαλύτερη η πίεση που τους ασκούμε.
Κάθε φορά που κατεβαίνω στις κινητοποιήσεις, κοιτάω την εαυτή μου στον καθρέφτη και αναρωτιέμαι: «γιατί άραγε συμμετέχω στις κινητοποιήσεις»; Όσο περπατάω στους δρόμους της πόλης, όμως, το κατανοώ όλο και πιο βαθιά. Όσο πιστεύουμε ότι μπορεί να αλλάξει η ζωή μας και διεκδικούμε, αξιοποιώντας κάθε δυνατό μέσο που έχουμε, όσο προσπαθούμε να μην κάνουμε ούτε βήμα πίσω, αλλά μαζικοποιούμαστε και δεν αφήνουμε κανένα μόνο μπροστά στο άδικο, τόσο πιο εφικτό γίνεται αυτό που από μικρά προσπαθούν να μας μάθουν ότι είναι ανέφικτο. Και τότε κι η πορεία μοιάζει πιο μεγάλη, η φωνή μου πιο δυνατή κι αυτός ο άλλος κόσμος πιο εφικτός από ποτέ.
Foto
Στέφανος Ραπάνης / Eurokinissi





