Δανάη Κολτσίδα: «Η Ευρώπη χρειάζεται μια τομή βαθύτερη ακόμα και από εκείνη του ’68»

Στη Γαλλία οι μαθητικές κινητοποιήσεις για την κατάσταση των σχολείων έχουν συναντηθεί με τη διαμαρτυρία για την ακρίβεια και τις περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες. Ο Μακρόν προτάσσει την αποκατάσταση της τάξης, ενώ ο πρωθυπουργός Σεμπαστιέν Λεκορνού κατηγορεί την «άκρα Αριστερά» για τα επεισόδια. Στην Ισπανία οι αγώνες για τη στέγη διαμορφώνουν την προεκλογική συζήτηση. Στην Ελλάδα μαθητές, φοιτητές και εκπαιδευτικοί διαδήλωσαν στις 21 Οκτωβρίου για τη δημόσια παιδεία. Πώς μπορεί αυτή η κοινωνική πίεση να αποκτήσει πολιτική συνέχεια; Η Δανάη Κολτσίδα, νομικός και πολιτική επιστήμονας, σύμβουλος του δικτύου transform! europe και πρώην διευθύντρια του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, συζητά με την «Εποχή» για τις ρίζες της διαμαρτυρίας, τη στάση της Αριστεράς και το ενδεχόμενο να επωφεληθεί η Ακροδεξιά.

Πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στην Αθήνα. Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026 (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ / EUROKINISSI)

Οι νέοι βρίσκονται στο επίκεντρο πολλών από αυτές τις κινητοποιήσεις. Ποια κοινωνικά αδιέξοδα τους οδηγούν σήμερα στον δρόμο και πώς συνδέονται με την αίσθηση μιας γενιάς ότι θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη;

Τα κοινωνικά κινήματα μπορεί να πυροδοτηθούν από διαφορετικές αφορμές. Ωστόσο, πάντοτε υπάρχουν βαθύτερα αίτια, που συσσωρεύονται σταδιακά και συχνά αδιόρατα. Στην Ευρώπη σήμερα έχουν να κάνουν με τον ταυτόχρονο κοινωνικό και πολιτικό αποκλεισμό μεγάλης μερίδας του πληθυσμού, ιδιαίτερα των νεότερων. Γενικευμένη επισφάλεια και απουσία προοπτικής χαρακτηρίζουν την κατάσταση. Η σημερινή νέα γενιά δεν έχει γνωρίσει παρά αλλεπάλληλες κρίσεις. Όσο κι αν έχει επιδείξει, αναγκαστικά, ικανότητα προσαρμογής, έρχεται κάποια στιγμή που το ποτήρι ξεχειλίζει.

Μιλάς για απουσία προοπτικής. Τι φωτίζει, λοιπόν, και τι αφήνει έξω η σύγκριση με τον Μάη του ’68;

Τα κοινωνικά κινήματα έχουν μια γενεαλογία και συχνά αναζητούν ιστορικές αναφορές, για να αντλήσουν ρεπερτόριο δράσης, να αποσαφηνίσουν την ταυτότητά τους ή να κερδίσουν νομιμοποίηση. Στο γαλλικό πλαίσιο η σύγκριση είναι αναπόφευκτη, ενώ και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες αναφέρονται ρητά σε αυτή την κληρονομιά. Υπάρχουν πολλές αναλογίες, αλλά και μεγάλες διαφορές. Η σημαντικότερη είναι το χρώμα του ορίζοντα, όπως επισήμανε ο Μπορίς Γκομπίλ στη Le Monde: το 1968 ήταν κόκκινος, σήμερα είναι γκρίζος. Το παγκόσμιο ’68 ζητούσε περισσότερα, στην καρδιά της «χρυσής» στα δικά μας μάτια μεταπολεμικής τριακονταετίας. Το 2026 οι ευρωπαϊκές κοινωνίες μοιάζουν να δίνουν μάχη στοιχειώδους επιβίωσης.

Είναι όμως ενθαρρυντική η δημιουργικότητα του σημερινού κινήματος, η οριζοντιότητα, η μετάδοση από χώρα σε χώρα και η γενίκευση της διαμαρτυρίας πέρα από τα επιμέρους αιτήματα και τη νεότερη γενιά, στοιχεία που χαρακτήρισαν και το ’68. Είναι νωρίς να πούμε αν θα μιλάμε στο μέλλον για το «παγκόσμιο 2026», σίγουρα όμως η Ευρώπη χρειάζεται μια τομή βαθύτερη ακόμα και από εκείνη του ’68.

Αναφέρθηκες στη μετάδοση της διαμαρτυρίας από χώρα σε χώρα. Πόσο εξηγεί αυτή τη διαδικασία ο «μιμητισμός», όταν τα προβλήματα στη στέγη, στην εργασία και στην εκπαίδευση είναι κοινά;

Η ανάδυση ενός κινήματος σε μια χώρα μπορεί να εμπνεύσει και άλλες, πολύ περισσότερο σε μια εποχή που η πληροφορία διαχέεται σε πραγματικό χρόνο. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά: από το κίνημα των αγανακτισμένων μέχρι την αντίσταση στον ναζισμό και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του 19ου αιώνα ή την Άνοιξη των Λαών του 1848, οι λαοί αναζητούν παραδείγματα και παίρνουν κουράγιο ο ένας από τον άλλον. Από την άλλη, τα προβλήματα σήμερα είναι όντως σε μεγάλο βαθμό κοινά. Στην Ευρώπη η σύγκλιση γίνεται δυστυχώς, αντίθετα προς τις υποσχέσεις, προς τα κάτω.

Όταν τα περισσότερα ΜΜΕ αλλά και πολλοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι μετατοπίζουν πολιτικά την συζήτηση από τα κοινωνικά αιτήματα στις καταστροφές και στο «πλιάτσικο», πώς επηρεάζεται η στάση της κοινωνίας απέναντι στα αιτήματα των διαδηλωτών;

Μια επικοινωνιακή διαχείριση μπορεί προσωρινά να στρέψει την κοινή γνώμη εναντίον όσων κινητοποιούνται και να ενεργοποιήσει συντηρητικά αντανακλαστικά, καταδίκη ή φόβο. Το είδαμε ως έναν βαθμό στην Ελλάδα τον Δεκέμβρη του 2008 ή αργότερα, όταν η αδιανόητη τραγωδία στη Μαρφίν αξιοποιήθηκε για να συκοφαντηθούν οι αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις.

Υπάρχουν όμως δύο σημαντικά, κατά τη γνώμη μου, στοιχεία. Πρώτον, ακόμα κι αν διαφωνεί με τα αιτήματα ή τις μεθόδους τους, μια κοινωνία τείνει να είναι ανεκτική με τα παιδιά της. Όταν αυτά δέχονται άγρια καταστολή, όπως αυτές τις μέρες η νεολαία στη Γαλλία και αλλού, τουλάχιστον ένα μέρος της τελικά θα σταθεί δίπλα τους αν αναγκαστεί να διαλέξει. Δεύτερον, ακόμα κι αν η ατζέντα «νόμος και τάξη» υπονομεύσει πρόσκαιρα την κοινωνική στήριξη προς ένα κίνημα, δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να σβήσει και τις αιτίες που το γέννησαν. Η ελληνική εμπειρία της δεκαετίας του 2010 έχει πολλά να πει γι’ αυτό.

Και όταν η κυβέρνηση καταφεύγει στην καταστολή, τι αποκαλύπτεται για τη σχέση της με την κοινωνία;

Η ανεξέλεγκτη αστυνομική βία και η απαγόρευση κυκλοφορίας, όπως συμβαίνει αυτές τις μέρες στη Γαλλία και αλλού, αποκαλύπτουν τον φόβο μιας κυβέρνησης απέναντι στον λαό της. Στην περίπτωση Μακρόν αποκαλύπτουν και το πλήρες διαζύγιο με τη δική του, έστω κατ’ επίκληση, ταυτότητα. Δύσκολα θα μπορούσε να βρει κανείς στοιχεία φιλελευθερισμού στον τρόπο που αντιμετωπίζει τη γαλλική νεολαία και ευρύτερα τα κινήματα αλλά και τους θεσμούς.

Πριν περίπου έναν χρόνο έγραψες σε άρθρο σου, με αφορμή τα Τέμπη, ότι «πολιτική αλλαγή δεν υπάρχει χωρίς φορέα». Πού βρίσκεται η Αριστερά μέσα στις σημερινές κινητοποιήσεις; Πόσο κοντά βρίσκεται σήμερα στους ανθρώπους που κατεβαίνουν στον δρόμο;

Τολμώ να πω αρκετά. Δεν συμμερίζομαι μια λογική που κατακεραυνώνει συλλήβδην την Αριστερά, υποστηρίζοντας ότι δήθεν έχει χάσει την επαφή της με την κοινωνία. Ναι, είναι και η Αριστερά κομμάτι του πολιτικού συστήματος και άρα την επηρεάζει η κρίση εκπροσώπησης και η απαξίωση της παραδοσιακής πολιτικής. Ναι, ειδικά οι νέοι είναι πιο σκεπτικοί απέναντι στα κόμματα και προτιμούν λιγότερο σταθερές μορφές δράσης. Όμως την κρίσιμη στιγμή η Αριστερά είναι εκεί που πρέπει. Άλλωστε, δίπλα στο αυθόρμητο και μαζικό των κινημάτων, οι οργανωμένες δυνάμεις της, ακόμα κι όταν είναι μειοψηφία, εισφέρουν πολύτιμους πόρους: οργανωτικούς, ανθρώπινους, πολιτικούς, υλικούς, συμβολικούς.

Πού βλέπεις αυτή τη σχέση να λειτουργεί στην πράξη;

Στη Γαλλία ο Μελανσόν και η Ανυπότακτη Γαλλία στάθηκαν από την αρχή δίπλα στους μαθητές και έφεραν τον αγώνα τους στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Ο Μπαλί Μπαγκαγιοκό, ο αριστερός δήμαρχος του Σεν Ντενί, έγινε σύμβολο όταν στάθηκε ανάμεσα στους μαθητές και στα ΜΑΤ. Στην Ιταλία, το περασμένο Σαββατοκύριακο, η CGIL οργάνωσε μαζικές εργατικές κινητοποιήσεις σε όλη τη χώρα. Και το καλύτερο παράδειγμα είναι η Ισπανία και οι αγώνες για τη στέγη. Εκεί η Αριστερά συνδέει το πεζοδρόμιο με τους θεσμούς του κράτους και μετασχηματίζει τις κοινωνικές διεκδικήσεις σε εφαρμοσμένη πολιτική.

Πώς μπορεί, όμως, αυτή η σχέση να αποκτήσει διάρκεια, όταν υποχωρήσουν οι κινητοποιήσεις;

Τα κινήματα έχουν εγγενώς μια κυκλικότητα: φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν. Δεν μπορεί κανείς να είναι για πάντα στον δρόμο. Αφήνουν όμως το αποτύπωμά τους. Η διάρκεια και ο κοινωνικός και πολιτικός μετασχηματισμός έρχονται όταν οι κοινωνικές διεκδικήσεις βρουν πολιτική εκπροσώπηση. Κι αυτή τη στιγμή θεωρώ ότι πολλές πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη, είτε από την ιστορική Αριστερά, όπως το Die Linke στη Γερμανία, το ΚΚ Αυστρίας, το Κόμμα Εργατών Βελγίου, η Ανυπότακτη Γαλλία και πολλά άλλα, είτε νέα «από τα κάτω» εγχειρήματα, όπως η πολύ ενδιαφέρουσα προσπάθεια των φοιτητών στη Σερβία, προσπαθούν –και καταφέρνουν– να συνομιλήσουν, να οργανώσουν και να εκφράσουν αυτή την κοινωνική διαθεσιμότητα.

Ας έρθουμε στις εκλογές που πλησιάζουν σε Ισπανία, Γαλλία και Ελλάδα. Πώς μπορούν οι κινητοποιήσεις να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο θα ψηφίσει ο κόσμος;

Οι κινητοποιήσεις επιτελούν διπλή λειτουργία. Πρώτα ενδυναμώνουν τα ίδια τα πολιτικά υποκείμενα: οι άνθρωποι αποκτούν πολιτική αυτοπεποίθηση, μαθαίνουν να διεκδικούν, πιστεύουν ότι μπορούν να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους. Αυτό είναι κομβικό για τη δημοκρατία και κυρίως για την αριστερή πολιτική.

Έπειτα, οι μαζικές κινητοποιήσεις αναπόφευκτα θέτουν την ατζέντα. Δύο μήνες πριν η δημόσια συζήτηση στην Ισπανία κυριαρχούνταν από τη μετανάστευση, με τα γεγονότα στη Θέουτα. Σε λίγες εβδομάδες η χώρα πάει σε εκλογές με κεντρικό θέμα τη στέγαση, με τον κόσμο στον δρόμο και με τα συνδικάτα να οργανώνουν γενική απεργία. Δεν αρκούν από μόνες τους οι κινητοποιήσεις για να φέρουν την πολιτική αλλαγή, αλλά είναι αναπόσπαστο στοιχείο της.

Υπάρχει, ωστόσο, η εκτίμηση ότι η Λεπέν και η Ακροδεξιά μπορεί να κερδίσουν από αυτές τις κινητοποιήσεις που ξεκινούν με αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Πόσο βάσιμη τη θεωρείς;

Η Ακροδεξιά δεν έχει καμία σχέση με την κοινωνική δικαιοσύνη. Ανεξάρτητα από τη ρητορική της, σε όποια χώρα κι αν βρίσκεται σήμερα μπροστά σε κοινωνικούς αγώνες, η Ακροδεξιά στέκεται εχθρικά απέναντί τους. Είναι απούσα από τα κινήματα, όταν δεν ζητά την καταστολή τους. Ακόμα κι αν έχει πρόσκαιρα δημοσκοπικά ή και εκλογικά οφέλη από τη συντηρητική αναδίπλωση κάποιων κοινωνικών στρωμάτων που αισθάνονται απειλή από την κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση, οι συλλογικοί αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη μόνο ανασχετικά μπορούν να λειτουργήσουν προς την εξάπλωση της Ακροδεξιάς, που ανθίζει στη βάση της κοινωνικής αποξένωσης, του αποκλεισμού και της υποκατάστασης των ταξικών αγώνων από υποτιθέμενους πολιτισμικούς πολέμους.

Φωτό: Eurokinissi / Τατιάνα Μπόλαρη