Κιρ Στάρμερ: «H πτώση ενός πολιτικού απατεώνα»

Η προδιαγεγραμμένη πτώση του τέως βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στη δεκαετή αστάθεια του πολιτικού συστήματος της Μεγάλης Βρετανίας. Το «Νησί» βρίσκεται μπροστά σε ακόμη μία κυβερνητική αλλαγή, καθώς ο διάδοχος του Στάρμερ αναμένεται να αποτελέσει τον έβδομο κατά σειρά πρωθυπουργό της Βρετανίας τη μετά–Brexit περίοδο. Πιθανός διάδοχος της ηγεσίας των Εργατικών αναμένεται ο Άντι Μπέρναμ, πρώην δήμαρχος του ευρύτερου Μάντσεστερ και μέλος των Εργατικών από τα παιδικά του χρόνια.

Η άνοδος στην εξουσία

Ο Στάρμερ ανήλθε στον κυβερνητικό θώκο έπειτα από μεγαλειώδη νίκη έναντι των Συντηρητικών, σε μία χρονική περίοδο όπου το αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκονταν σε πλήρη αποσάθρωση έπειτα από την πλήρως αποτυχημένη περίοδο διακυβέρνησης Σούνακ, υποσχόμενος πως θα έβαζε τέλος στην «περίοδο του χάους» και θα δημιουργούσε βιωσιμότερη καθημερινότητα για τα λαϊκά στρώματα. Οι προσδοκίες διαψεύστηκαν γρήγορα. Προερχόμενος από τη δεξιά εσωκομματική πτέρυγα των Εργατικών (του Τόνυ Μπλερ), ο Στάρμερ αρχικά πρόβαλε μία πιο αριστερή ατζέντα, συγκριτικά με όσα εφάρμοσε ως υπουργός μίας από τις χειρότερες κυβερνήσεις της Βρετανίας, του Τόνυ Μπλερ. Η ατζέντα του υπήρξε ελάχιστα πιο φιλολαϊκή από αυτή που όριζε ο «τρίτος δρόμος» συμβιβασμού και υποταγής στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Η πολιτική του «τρίτου δρόμου» είναι αυτή που ακολουθεί το μεγαλύτερο τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη μετά τη συνθήκη της Μπολόνια.

Συνέχεια των προηγούμενων κυβερνήσεων

Αρχικά, έλαβε μερικά ελαφρώς σοσιαλδημοκρατικά μέτρα και μεταρρυθμίσεις υπέρ των εργαζομένων και των ενοικιαστών, προσαρμογές στο ελάχιστο εισόδημα και έναρξη ενός προγράμματος εθνικοποίησης των σιδηροδρόμων και της British Steel. Ωστόσο, συνέχισε και αναβάθμισε τις πολιτικές λιτότητας των προηγούμενων κυβερνήσεων, και μείωσε τις δαπάνες που απαιτούνται για τη διατήρηση ενός ελάχιστου επιπέδου ευημερίας για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Ακολούθησε πλήρως τη νεοφιλελεύθερη λογική, υποστηρίζοντας πως το φαινόμενο της φτώχειας αποτελεί μέρος της ατομικής ευθύνης και όχι απότοκο οικονομικοπολιτικού συστήματος και κυβερνητικών επιλογών. Ακολούθησε πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων, όπως στο εθνικό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, απομακρύνοντας ασθενέστερα λαϊκά στρώματα από την πρόσβαση στην υγεία. Σκάνδαλο αποτέλεσε η συμφωνία με τον αμερικανικό κολοσσό Palantir για την πρόσβαση στα δεδομένα υγείας των βρετανών πολιτών.

Κράτος δικαίου και το παλαιστινιακό ζήτημα

Η κυβέρνηση Στάρμερ «κήρυξε πόλεμο» ενάντια στο κράτος δικαίου. Λόγω της δυναμικής στάσης του βρετανικού λαού στα εγκλήματα του ισραηλινού κράτους κατά των Παλαιστινίων, η βρετανική αστυνομία, υπό τις κυβερνητικές οδηγίες, προέβη σε περίπου 12.000 συλλήψεις, με έωλες κατηγορίες «περί αντισημιτισμού», έναντι όσων άσκησαν στοιχειώδη κριτική στις γενοκτονικές πολιτικές του ισραηλινού κράτους στο διαδίκτυο. Παράλληλα έχει φυλακίσει εδώ και ένα χρόνο τα μέλη της φιλοπαλαιστινιακής οργάνωσης «Palestine Action», την οποία ανακήρυξε τρομοκρατική οργάνωση, έπειτα από ακτιβιστικές ενέργειες. Την ίδια πολιτική καταστολής, ακολούθησε σε περιπτώσεις μεμονωμένων διαμαρτυριών, όπου η βρετανική αστυνομία προέβη σε ακρότητες καταστολής.

Απέναντι σε όλα αυτά και τις αντιπολιτευτικές κατηγορίες (κυρίως εξ’ αριστερών και Πρασίνων, καθότι η Δεξιά δεν είχε σε τίποτα να διαφοροποιηθεί), η απάντηση της κυβέρνησης υπήρξε η αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους στο βρετανικό κοινοβούλιο. Την ίδια ώρα, όμως, η Μεγάλη Βρετανία συντασσόταν στρατιωτικά και στρατηγικά υπέρ των πολεμικών σχεδίων Τραμπ – Νετανιάχου στη περιοχή. Όντας «ουρά» των προαναφερθέντων συνηγορούσε πως το Ιράν αποτελεί υπ’ αριθμόν «1», κίνδυνο της γεωπολιτικής ισορροπίας στη Μέση Ανατολή.

Σε ό,τι αφορά το μεταναστευτικό, το οποίο αποτελούσε φλέγον ζήτημα και ένα από τα επίδικα κατά τη περίοδο του δημοψηφίσματος της παραμονής η φυγής της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Στάρμερ συνέχισε τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων και διέψευσε τις προσδοκίες των υποστηρικτών του Brexit, περί μείωσης των μεταναστευτικών ροών, λόγω της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εισροές από τις ακτές της Μάγχης αυξήθηκαν επί ημερών του, με την επικρατούσα κατάσταση να έχει συνέπειες εντός και εκτός «τειχών». Στη Βρετανία έχει δημιουργηθεί αρκετά μεγάλο ρεύμα υπέρ της επιστροφής στην ΕΕ, με τον Στάρμερ να ακολουθεί πολιτικές επαναπροσέγγισης της Βρετανίας με την ΕΕ τον τελευταίο χρόνο.

Η μεγαλύτερη γροθιά στο κράτος δικαίου και τη δημοτικότητα του τέως πρωθυπουργού προήλθε από τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης του λόρδου Πίτερ Μάντελσον. Το όνομα του διορισμένου πρεσβευτή του Στάρμερ στις ΗΠΑ, βρισκόταν στα αρχεία Έπστιν. Μετά τη γνωστοποίηση, ακολούθησε σειρά παραιτήσεων κυβερνητικών στελεχών.

Ρωσοφοβική εξωτερική πολιτική

Εναρμονισμένος με την αμερικανική εξωτερική πολιτική κατά της Ρωσίας, μόνο το 2025 ξόδεψε περίπου 4,5 δισ. για εξοπλιστική στήριξη της Ουκρανίας. Το 2024, σε συνεργασία με την κυβέρνηση Μπάιντεν, βρέθηκαν στο «παρά πέντε» έναρξης ένοπλης σύγκρουσης Ρωσίας και Δύσης, λόγω των απειλών για χτύπημα στα ρωσικά σύνορα μέσω βρετανικών πυραύλων Storm Shadow. Τότε, ο Πούτιν είχε προβεί σε δηλώσεις «άμεσης απάντησης» σε ενδεχόμενο χτύπημα.

Τίτλοι τέλους και διαδοχή

Η «κληρονομιά» που αφήνει ως πρωθυπουργός είναι μια κοινωνία των πολιτών ακόμη πιο διχασμένη συγκριτικά με την αρχή της θητείας του. Η ξενοφοβική Δεξιά του «UK Reform» του Νάιτζελ Φάρατζ καλπάζει, το κόμμα των Εργατικών βρίσκεται σε παρακμή και αδυνατεί να αντιμετωπίσει τη ραγδαία άνοδο των Πρασίνων του Ζακ Πολάνσκι. Οι Πράσινοι έχουν καταφέρει να κερδίσουν προπύργια των Εργατικών με πιο ριζοσπαστικές θέσεις για την πράσινη μετάβαση, την εργασία και έξυπνη επικοινωνιακή πολιτική στις γειτονιές και τα social media. Ωστόσο, δυνατό τους «χαρτί» αποτελεί η αξιοπιστία και η προσπάθεια εξεύρεσης προοδευτικής εναλλακτικής στο μέσο βρετανό ψηφοφόρο.

H ευθύνη ανάληψης της διαχείρισης της δυσχερούς κατάστασης για τους Εργατικούς ακούει στο όνομα Άντι Μπέρναμ, επικρατέστερος υποψήφιος ως επόμενος ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ. Ονόματα έχουν ακουστεί και από το στενό περιβάλλον του Κιρ Στάρμερ, όπως οι βουλευτές Αλ Καρνς και Ντάρεν Τζόουνς, ώστε να μην υπάρξει διαδοχή στην ηγεσία άνευ αντιπάλου. Ο Μπέρναμ συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες, καθώς είχε κερδίσει τον ακροδεξιό υποψήφιο του Reform στις τοπικές εκλογές, όπου εκλέχθηκε δήμαρχος. Όπως και ο Στάρμερ, υπήρξε υφυπουργός της κυβέρνησης Μπλερ και προέρχεται από τη δεξιά τάση των Εργατικών, παρόλο που προβάλλει πιο αριστερή ατζέντα. Το μέλλον για τους Εργατικούς διαγράφεται δυσοίωνο και δίνει πολλά διδάγματα για τα αποτελέσματα των πολιτικών μέσου όρου.

Φωτογραφία: Δημήτρης Παπαμήτσος / Eurokinissi