Στον απόηχο των ιστορικών κινητοποιήσεων της 28ης Φεβρουαρίου και ενώ όλοι προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν τα άμεσα μηνύματα των γεγονότων, αξίζει να ακολουθήσει κανείς ένα διαφορετικό ερμηνευτικό μονοπάτι: την επιστροφή στο τοπίο του δημόσιου διαλόγου του τελευταίου διαστήματος. Μέσα από αυτή την προσέγγιση, μπορεί κανείς να κατανοήσει βαθύτερα τις θεματικές που αναδύονται, τα σχήματα λόγου που διαμορφώνονται και τα επιχειρήματα που προκύπτουν, καθώς και να εντοπίσει ποια εναλλακτικά σχήματα αποσιωπώνται.
Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει πως μία από τις κυρίαρχες θεματικές που αναδύονται σε αυτόν το νέο συγκρουσιακό κύκλο είναι η ανησυχία γύρω από την έντονη δυσπιστία του κοινωνικού σώματος προς την αξιοπιστία των θεσμών. Η ανησυχία αυτή αποτελεί προϊόν μιας αίσθησης «δημοκρατικής ανησυχίας» και μπορεί κανείς να την εντοπίσει σε ένα πολύ ευρύ ιδεολογικό φάσμα, από τη φιλελεύθερη κεντρο-Δεξιά έως τις παρυφές τις εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, με διαφορετικές αποχρώσεις και επιτονισμούς.
Το αντικείμενο της ανησυχίας αυτής έρχεται να αποτυπώσει το «Πολιτικό Βαρόμετρο» του Φεβρουαρίου από την «Prorata», καθώς ένα από τα κεντρικά ευρήματα είναι τα χαμηλότατα (κάτω του 30%) ποσοστά ικανοποίησης των πολιτών από τις προσπάθειες των θεσμικών φορέων (κυβέρνηση, κόμματα αντιπολίτευσης, δικαιοσύνη) ώστε να διαλευκανθεί η υπόθεση του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών. Αυτά τα ποσοστά μάλιστα δεν αποτελούν τόσο ένα νέο δεδομένο, όσο μία πρόσφατη «επιβεβαίωση» της μακράς παράδοσης της χώρας μας αναφορικά με τη χαμηλή θεσμική εμπιστοσύνη.

Στην πραγματικότητα, τα ευρήματα της έρευνας που αποσιωπώνται από το δημόσιο διάλογο έχουν μάλλον μεγαλύτερο ενδιαφέρον από αυτά που υπερτονίζονται. Συγκεκριμένα, είναι εντυπωσιακά τα ποσοστά ικανοποίησης από τις προσπάθειες που διεξάγονται τόσο από τις οικογένειες των θυμάτων (78%), όσο και από τις διαδηλώσεις των πολιτών (73%). Και αν το πρώτο εύρημα εξηγείται σχετικά εύκολα τόσο από τη σκηνογραφία των γεγονότων, όσο κυρίως από τη συνολική στάση κοινωνικής αξιοπρέπειας των οικογενειών των θυμάτων, είναι το δεύτερο εύρημα (οι κινητοποιήσεις) που είναι πιο εντυπωσιακό.
Πριν προχωρήσουμε, αξίζει μία μικρή παρέκβαση: η διαδικασία ανάδειξης του ζητήματος της θεσμικής εμπιστοσύνης και αποσιώπησης του ζητήματος της κοινωνικής εμπιστοσύνης έχει βαθιές διανοητικές ρίζες. Η «δημοκρατική θεωρία» έχει διατυπώσει την άποψη ότι οι δημοκρατίες χρειάζονται πολίτες με υψηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Συμβολικά, αυτό διασφαλίζει τη νομιμοποίηση μεταξύ εκλογικών αναμετρήσεων, ενώ, πρακτικά, οι κυνικοί ως προς τους θεσμούς πολίτες τείνουν να μην πληρώνουν φόρους.
Για χρόνια οι πιο «μετριοπαθείς» πολίτες θεωρούνταν το θεμέλιο των δημοκρατικών θεσμών, καθώς αναγνώριζαν τους περιορισμούς τους ως προς τις γνώσεις των πολιτικών ζητημάτων, αναθέτοντας με εμπιστοσύνη την εξουσία στους (πολιτικούς) ειδικούς. Σε αυτό πλαίσιο, η θεωρία έφτασε στο σημείο να είναι έως ένα βαθμό δύσπιστη απέναντι στην μεταπολεμική άνθηση της μαζικής πολιτικής συμμετοχής.
Κατά συνέπεια, οι μη θεσμοθετημένες μορφές δράσης, δηλαδή όσες δεν συνδέονται άμεσα με την εκλογική διαδικασία ή τη λειτουργία των πολιτικών θεσμών, ερμηνεύονταν ως συμπτώματα δυσλειτουργίας της δημοκρατίας. Οι πολίτες που υιοθετούσαν τέτοιες μορφές δράσης θεωρούνταν ότι απορρίπτουν τα κανάλια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Ακόμα και όταν η δημοκρατική θεωρία αναγκάστηκε να «ενσωματώσει» την άνθηση των μαζικών κινημάτων, η πρωτοκαθεδρία της θεσμικής έναντι της κοινωνικής εμπιστοσύνης παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Η θεσμική εμπιστοσύνη εξακολούθησε να θεωρείται το θεμέλιο πάνω στο οποίο αναπτύσσονται οι κοινωνικές σχέσεις.
Επιστρέφοντας στο κεντρικό ζήτημα, αυτό που καθιστά ενδιαφέρον το εύρημα της πολύ υψηλής ικανοποίησης από τις κινητοποιήσεις είναι η σύγκριση με τα διαθέσιμα δεδομένα για την κοινωνική εμπιστοσύνη στη χώρα. Στον πίνακα που ακολουθεί, παρουσιάζονται στοιχεία από το πρόσφατο κύμα της «Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας», την οποία στη χώρα μας διεξάγει το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.
Στην ερώτηση αν οι άνθρωποι τείνουν να βοηθούν ο ένας τον άλλον ή αν νοιάζονται κυρίως για τον εαυτό τους, η Ελλάδα κατατάσσεται πολύ χαμηλά, όπως και ο υπόλοιπος ευρωπαϊκός Νότος, σε αντίθεση με τον ευρωπαϊκό Βορρά της «υψηλής» κοινωνικής εμπιστοσύνης.
Πως εξηγείται, λοιπόν, το γεγονός ότι σε μία χώρα όπου επικρατεί δυσπιστία για την αλληλεγγύη, παρατηρείται ξαφνικά μια συντριπτική πίστη στην πρακτική της κοινωνικής διαμαρτυρίας;

Ένας τρόπος να απαντηθεί αυτό το ερώτημα είναι μέσω μιας καλώς εννοούμενης «μεθοδολογικής καχυποψίας». Μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως τα δεδομένα είναι από δύο διαφορετικές έρευνες που ρωτάνε διαφορετικά πράγματα: η μία ρωτάει για τη γενική αντίληψη της κοινωνικής εμπιστοσύνης, ενώ η άλλη μπορεί να «εξάγει» έμμεσα την εμπιστοσύνη μέσα από την ικανοποίηση από συγκεκριμένες κοινωνικές δράσεις.
Ακόμα και με αυτές τις επιφυλάξεις, μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια απόπειρα ερμηνείας, αρκεί όμως να υπερβούμε την αποκλειστικά «θεσμική» αντίληψη της πολιτικής που συναντάει κανείς στην παραδοσιακή δημοκρατική θεωρία, η οποία προϋποθέτει την πρωτοκαθεδρία της θεσμικής εμπιστοσύνης έναντι της κοινωνικής, συχνά θεωρώντας ότι η πρώτη οδηγεί αναγκαστικά στη δεύτερη.
Εστιάζοντας στην εξωθεσμική πολιτική δράση, μπορούμε να δούμε πως, με τη προϋπόθεση ύπαρξης μαζικής κοινωνικής διαμαρτυρίας, οι δύο μορφές εμπιστοσύνης όχι μόνο δεν ακολουθούν η μία την άλλη, αλλά η θεσμική εμπιστοσύνη πέφτει (ή παραμένει χαμηλά), ενώ η κοινωνική εμπιστοσύνη μπορεί να αυξάνεται, και μάλιστα ραγδαία. Όπως επισημαίνει η σπουδαία Ιταλίδα ερευνήτρια της συλλογικής δράσης Ντονατέλλα ντέλα Πόρτα, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η πτώση της θεσμικής εμπιστοσύνης καθαυτής, αλλά το αν αυτή συνοδεύεται από άνοδο της αίσθησης «συλλογικής αποτελεσματικότητας».
Με απλά λόγια, μέσω της κοινωνικής διαμαρτυρίας γεννιέται η αίσθηση ενός νέου «εμείς», μια αναβαπτισμένη πίστη στις δυνατότητες του συλλογικού εαυτού που αποτελεί καταστατική αφετηρία για οποιαδήποτε «κοινωνική ανασύνθεση». Για να γίνει αυτό αντιληπτό, αρκεί μόνο να σταματήσουμε να θεωρούμε πως η πολιτική εξαντλείται στη λειτουργία των επίσημων θεσμών. Ή αλλιώς, μέσα από το σχήμα του Γάλλου ιστορικού και κοινωνιολόγου Πιερ Ροζανβαλόν, το ζήτημα δεν είναι η έλλειψη θεσμικής εμπιστοσύνης, αλλά η οργάνωση της θεσμικής δυσπιστίας, οι ταυτότητες που συγκροτούνται εντός αυτής και ο ορίζοντας πολιτικής διάταξης των πραγμάτων στον οποίο εγγράφεται. Άλλωστε, οφείλουμε να μην ξεχνάμε πως όλες οι πολιτικές ποιότητες που εντέλει ανανέωσαν τη δημοκρατία προέκυψαν μέσα από ριζοσπαστική αμφισβήτηση της φαινομενικής ουδετερότητας των θεσμών, και άρα της λειτουργίας τους.





