Η Ελλάδα γίνεται μία ακόμα ψηφίδα πάνω στην αμερικανική σκακιέρα, όπως επισημαίνει η κοσμήτορας της Σχολής Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου, την ίδια στιγμή που η εύθραυστη Ευρώπη βρίσκεται πλέον μόνη της. Όπως φαίνεται «η Ελλάδα έχει χάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, παρότι είχε τη δυνατότητα να γίνει ένας έντιμος διαμεσολαβητής, με την αξιοπιστία που μπορούσε να έχει και δεν έχει», επισημαίνει η ίδια.

Η μόνιμη επωδός σε κάθε συζήτηση που αφορά τη διεθνή κατάσταση είναι πως «βρισκόμαστε σε ένα ιδιαίτερα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον». Να το προσδιορίσουμε;
Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά υπήρχαν μερικές βασικές σταθερές, που είχαν διαμορφώσει το διεθνές σύστημα. Αυτές ήταν η έμφαση στη δημοκρατία και τους δημοκρατικούς θεσμούς, στην πολυμέρεια και σε μία διεθνή τάξη στηριγμένη σε κανόνες. Φυσικά, υπήρχαν διπλά μέτρα και σταθμά και αυτή η διεθνής πραγματικότητα ήταν ατελής, αλλά τουλάχιστον –έστω στα χαρτιά– υπήρχε ένα πλαίσιο το οποίο υποστήριζε το διεθνές δίκαιο, την πολυμέρεια και τη δημοκρατία. Αυτή τη στιγμή αυτό κατέρρευσε, πρώτον με την επιστροφή του πολέμου στην Ευρώπη με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και δεύτερον με τη δεύτερη προεδρία Τραμπ. Πλέον βλέπουμε σε πλήρη ανάπτυξη το σχέδιο του Τραμπ και την προσέγγισή του: έναν κόσμο τον οποίο διοικούν ισχυροί ηγέτες, χωρισμένο σε σφαίρες επιρροής· την προτίμησή του σε ισχυρούς αυταρχικούς ηγέτες· την αίσθηση ότι η Αμερική έχει υποστεί ζημιά από τη στήριξη της ΕΕ και αυτό που ονομαζόταν «εξαγωγή δημοκρατίας» στον κόσμο καθώς και την υπερεπέκταση· την εναντίωσή του στο ελεύθερο εμπόριο και τον φιλελευθερισμό, όπως τον γνωρίσαμε τα προηγούμενα χρόνια· την επιστροφή σε ένα σύστημα δασμών και πίεσης μεταξύ των χωρών με μοχλό και το εμπόριο. Επομένως, τόσο στο επίπεδο της οικονομίας όσο και στο επίπεδο της πολιτικής πρόκειται για μια πλήρη ανατροπή των κανόνων. Τέλος, έχει καταρρεύσει αυτό που ονομάζαμε ως τώρα «Δύση», δηλαδή μια ενότητα στην αντίληψη και τις αρχές μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Οι Ευρωπαίοι είναι πλέον για τον Τραμπ αντίπαλοι, είναι ανταγωνιστές. Δεν είναι απαραίτητα εταίροι.
Το τελευταίο αναδείχθηκε στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, όπου συζητήθηκε η περαιτέρω στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης, οι νέοι εξοπλισμοί και τα πυρηνικά όπλα και η ανάληψη της ασφάλειας από την Ευρώπη, όπως άλλωστε είχε απαιτήσει και ο Τραμπ, όταν απειλούσε με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ. Για ποια Ευρώπη μιλάμε πια, μετά και τις αποφάσεις της Διάσκεψης;
Πρώτα από όλα δεν είναι νομικά δεσμευτικές, είναι όμως μια Σύνοδος που μας δείχνει τις τάσεις. Είναι ενδιαφέρον ότι πέρσι ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, είχε πει στην ομιλία του πως «έχει έρθει νέος σερίφης στην πόλη», εννοώντας τον Τραμπ. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, προσπάθησε να είναι πιο ήπιος. Μίλησε για «εταίρους», όχι όμως στη βάση κοινών αρχών και αξιών, αλλά στη βάση του κοινού αίματος, δηλαδή των κοινών προγόνων και της κοινής ιστορίας, αλλά και στη βάση της κοινής θρησκείας. Αυτά βεβαίως δεν έχουν καμία σχέση ούτε με την έννοια της Δύσης, όπως την αντιλαμβανόμαστε, ούτε με την έννοια της Ευρώπης, διότι η ΕΕ είχε τη φιλοδοξία να είναι μια ένωση αρχών και αξιών. Ουσιαστικά το μήνυμα του Βανς και του Ρούμπιο ήταν το ίδιο, μόνο ο τόνος ήταν διαφορετικός: Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μόνη της.
Δεν έκανε κάτι να το αποτρέψει… Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν οικοδομήθηκε.
Είναι και η ίδια υπεύθυνη για αυτό, πράγματι. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αυτό που οικοδομήθηκε ως ευρωπαϊκό κοινό μοντέλο –μοναδικό στον κόσμο, με ένα μεγάλο κράτος πρόνοιας, που φυσικά μπορούσε να γίνει καλύτερο και αυτό διεκδικούσαν οι εργατικές τάξεις και τα κινήματα– έγινε πραγματικότητα, επειδή η ΕΕ έδωσε υπεργολαβία την άμυνά της στο ΝΑΤΟ και μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου την ενέργειά της στη Ρωσία. Και τα δύο, τώρα, τελειώνουν. Η αμυντική εξάρτηση τελειώνει με τον Τραμπ και η ενεργειακή εξάρτηση τελειώνει με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η Ευρώπη πρέπει να φροντίσει τη συλλογική της άμυνα και ασφάλεια. Αναγκαστικά πρέπει να αναπτύξει μια άμυνα και μια κοινή αντίληψη στις απειλές. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει αποκλειστικά στρατιωτική βιομηχανία, όπως πάνε να μας το παρουσιάσουν τα τελευταία χρόνια. Πρέπει όμως να μπορέσει να διαφυλάξει μόνη της την ακεραιότητά της, διότι η εναλλακτική είναι κάθε κράτος μέλος να έχει αποκλειστικά μόνο του την ευθύνη για την άμυνά του. Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε δύσκολες επιλογές, τη στιγμή που πιέζονται οι οικονομίες, οι κοινωνίες και τα κράτη. Την ώρα που έχει χάσει την ανταγωνιστικότητα της στην οικονομία αλλά και στην κούρσα των νέων τεχνολογιών. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη της ευρωπαϊκής άμυνας θα επιχειρηθεί να γίνει σε βάρος του κοινωνικού κράτους, κάτι που βλέπουμε ήδη στα σχέδια για τον νέο επταετή προϋπολογισμό (2028-235) της ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καταθέσει ένα σχέδιο για τη δημιουργία ενός πολυταμείου, το οποίο θα περιλαμβάνει τις δαπάνες για την άμυνα, την κοινή αγροτική πολιτική και τις πολιτικές συνοχής. Άρα θα μπορεί να εναλλάσσονται τα έξοδα από τη μία κατηγορία στην άλλη. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτό, επειδή υπάρχουν τα βέτο, αλλά δείχνει ποια είναι η τάση.
Είναι ερώτημα αν θα διατηρηθεί ενιαία η Ευρώπη, καθώς στην πρόσφατη άτυπη Σύνοδο αποφάσισαν ότι ίσως χρησιμοποιήσουν την πρόβλεψη για «ενισχυμένη συνεργασία» και επομένως δημιουργηθεί μια νέα Ευρώπη. Ήδη εμφανίστηκε η Ευρώπη των 6 (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Ολλανδία και Πολωνία) με στόχο την άμεση ενοποίηση των κεφαλαιαγορών.
Η ενισχυμένη συνεργασία προβλέπεται από τη Συνθήκη της ΕΕ. Προβλέπει, όμως, να είναι τουλάχιστον εννιά κράτη αυτά που θα προχωρήσουν. Η ιστορία με τους έξι ισχυρούς παραπέμπει σε άλλο μοντέλο, σε μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων, την οποία χώρες μικρές, σαν την Ελλάδα ή σαν την Κύπρο, προσπάθησαν για χρόνια να σταματήσουν. Δεν ξέρω αν θα μπορέσουν αν συνεχίσουν να αντιστέκονται, καθώς έχουν μπροστά τους πολλές μάχες, με πρώτη τη συζήτηση για τον κοινοτικό προϋπολογισμό όπου θα πρέπει να διαφυλάξουν, όσο μπορούν, τα κεκτημένα στις πολιτικές συνοχής, που αφορούν τις κοινωνικές δαπάνες και το κοινωνικό κράτος. Και αυτό συμβαίνει σε μια εύθραυστη Ευρώπη, με χώρες, όπως η Γαλλία, και όχι μόνο που κινδυνεύουν να πέσουν στα χέρια της ακροδεξιάς. Αυτό, με τη ανοιχτή και δηλωμένη στήριξη του Τραμπ, δεδομένου ότι η νέα αμερικανική Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025 αναφέρεται ρητά στην ανάγκη στήριξη των «πατριωτικών» δυνάμεων της Ευρώπης, εννοώντας ακροδεξιά και ναζιστικά κόμματα, όπως το AfD στη Γερμανία.
Από την άλλη, έχει δοθεί έμφαση στις ενεργειακές συμφωνίες, με τελευταίο τον Κάθετο Διάδρομο, που εμφανίζεται ως εργαλείο επίτευξης ειρήνης στην Ουκρανία και στον οποίο εντάχθηκε και η Ελλάδα. Γιατί δίνεται προτεραιότητα από την ελληνική κυβέρνηση σε αυτές τις συμφωνίες με ιδιωτικές εταιρείες;
Οι ενεργειακές επιλογές της κυβέρνησης αφορούν περισσότερο τη θέση των ΗΠΑ στην Ελλάδα αλλά και τη θέση της Ελλάδας στη γενικότερη στρατηγική των ΗΠΑ για την περιοχή. Το ενεργειακό είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα. Την εξάρτηση από το φθηνό ρωσικό αέριο, η Ευρώπη ήρθε να αντικαταστήσει με την εξάρτηση από το ακριβό αμερικανικό LNG. Μόνο για το 2025 ξέρουμε ότι το 55% των αναγκών της Ένωσης σε LNG θα καλυφθούν από τις ΗΠΑ. Και δεν εννοώ φυσικά να επιστρέψουμε σε μια εξάρτηση στο ρωσικό φυσικό αέριο. Η Ευρώπη πρέπει να διαφοροποιήσει τους προμηθευτές της σε ενέργεια. Οι συμφωνίες αυτές, επομένως, αν λειτουργήσουν, θα χρειαστεί χρόνος για να τις αποτιμήσουμε, καθώς έχουν πολύ μεγάλο βάθος χρόνου, αφού αναμένεται να ολοκληρωθούν στα μέσα της δεκαετίας του 2030. Ουσιαστικά με τον τρόπο αυτό γινόμαστε μία ακόμα ψηφίδα πάνω στην αμερικανική σκακιέρα. Θεωρώ ότι η Ελλάδα, το επόμενο διάστημα, σε μια περίοδο σύγκρουσης Αμερικής με ΕΕ θα βρεθεί σε μεγάλη δυσκολία, λόγω των επιλογών της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Όταν πατάς σε δύο βάρκες, κινδυνεύεις να πέσεις στη μέση. Η Ελλάδα, από όταν εκλέχθηκε η κυβέρνηση της ΝΔ, έχει κάνει μια επιλογή να «στοιχηματίσει όλα τα λεφτά της» στις ΗΠΑ. Η Ελλάδα έχει γίνει μια τεράστια αμερικανική βάση, έχει ακολουθήσει πλήρως την πολιτική των ΗΠΑ, ακόμα και σε θέματα που δεν την αφορούν άμεσα, όπως ήταν η επέμβαση στη Βενεζουέλα με την απίστευτη δήλωση του πρωθυπουργού ότι θα συζητήσουμε αργότερα αν παραβιάζεται το διεθνές δίκαιο! Αυτή η στρατηγική, θέλοντας και μη, θα μας φέρει κάποια στιγμή σε μια σύγκρουση, όπου θα πρέπει να γίνει μια επιλογή: είμαστε με την ΕΕ –που πρέπει να είμαστε γιατί δεν έχουμε το περιθώριο να κάνουμε αλλιώς– ή θα ακολουθήσουμε τις ΗΠΑ;
Το Συμβούλιο Ειρήνης του Τραμπ συνεδρίασε για πρώτη φορά, με την Ελλάδα να συμμετέχει ως παρατηρήτρια, όταν ο Κ. Μητσοτάκης δεν πήγε στο Νταβός για να αποφύγει να τοποθετηθεί στην ίδρυσή του. Είχε δηλώσει δε πως θα πρέπει το Συμβούλιο Ειρήνης να περιοριστεί στον τερματισμό του πολέμου στη Γάζα. Τώρα τα γυρνάει, παρότι πολλές χώρες της Ευρώπης δεν θα συμμετέχουν. Βρισκόμαστε μπροστά στη διάλυση του ΟΗΕ, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο βαγόνι των ΗΠΑ και όπου βγει;
Φοβάμαι πως ναι. Η Ευρώπη φοβάται να συγκρουστεί ανοιχτά με τις ΗΠΑ. Προσπαθεί να ακολουθήσει μια πολιτική κατευνασμού, η οποία όμως αναπόδραστα θα καταρρεύσει. Το Συμβούλιο της Ειρήνης ενώ ξεκίνησε για την ανοικοδόμηση της Γάζας, στο καταστατικό του δεν αναφέρεται ονομαστικά στη Γάζα, που σημαίνει ότι ad hoc θα ασχοληθεί με το ζήτημα, αλλά δεν θα είναι η αποκλειστική του αρμοδιότητα. Είναι μια πρωτοβουλία του Τραμπ με στόχο αυτό να υποκαταστήσει τον ΟΗΕ, να δημιουργήσει ένα νέο παγκόσμιο σχήμα, του οποίου ισοβίως θα ηγείται ο ίδιος ή θα ορίσει τον διάδοχό του. Σε αυτό συμμετέχουν αυταρχικά καθεστώτα, όπως η Λευκορωσία ή η Τουρκία, και επομένως δημιουργείται μια πολύ αμήχανη κατάσταση για να ενταχθούν χώρες της ΕΕ. Από τη στιγμή όμως που η ΕΕ μετέχει ως παρατηρήτρια, το ίδιο αποφάσισαν να κάνουν Ελλάδα και Κύπρος. Παρότι η εκπροσώπηση θα είναι χαμηλή, ο συμβολισμός είναι δεδομένος: «είμαστε μαζί σας, όσο μας επιτρέπει η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
Την ίδια στιγμή, το ρεπορτάζ της Καθημερινής για εμπλοκή στη Γάζα με τάγμα μειωμένης σύνθεσης δεν έχει διαψευστεί. Η Ελλάδα έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα, και πλέον όχι μόνο αποσιωπά τη γενοκτονία αλλά θα συμμετέχει;
Αυτή είναι η πρόθεση, όσο και αν θα προσπαθήσει να το παρουσιάσει ως συμμετοχή στην ανοικοδόμηση. Μα για ποια ανοικοδόμηση, όταν δεν ξέρουμε καν τους όρους ειρήνης και όταν η συμφωνία δεν περιλαμβάνει τους Παλαιστίνιους; Είναι ένα σχέδιο για τη Γάζα, χωρίς τους Παλαιστίνιους. Συμφωνώ, η Ελλάδα έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα.
Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας έπαψε να είναι πολυδιάστατη;
Προφανώς. Το μεγάλο πλεονέκτημα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας στηριζόταν στη γεωγραφική της θέση: γέφυρα Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου. Ήμασταν προνομιακός συνομιλητής της Ρωσίας και του αραβικού κόσμου. Αυτά όλα έχουν σταματήσει. Έχουμε πάρει σαφή θέση και δεν εννοώ σε καμία περίπτωση ότι δεν έπρεπε να καταδικαστεί η βίαιη εισβολή στην Ουκρανία. Κανένα κράτος δεν έχει δικαίωμα να εισβάλει και να παραβιάσει την κυριαρχία άλλου κράτους. Αλλά η μονοδιάστατη αποδοχή όλων των αμερικανικών όρων, ουσιαστικά φέρνει τη χώρα μας σε πολύ δύσκολη θέση, διότι η θέση της χώρας δεν αντέχει την επιλογή που έχει γίνει. Το να ακολουθήσουμε τη μονοδιάστατη αμερικανική πολιτική είχε και μία άλλη συνέπεια: στη Μέση Ανατολή κάναμε επίσης μία επιλογή, και αυτό είναι το Ισραήλ. Δεν υπάρχει για εμάς άλλος συνομιλητής. Όλα καθορίζονται από την επονομαζόμενη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ. Αυτές, όμως, οι σχέσεις, ακόμα και σε επίπεδο ρεάλ πολιτίκ, δεν ευνοούν τη χώρα, διότι ανά πάσα στιγμή το Ισραήλ μπορεί να κρίνει ότι ο στρατηγικός του εταίρος δεν είναι η Ελλάδα, αλλά μπορεί να είναι η Τουρκία. Αυτό, επομένως, που ονομάζουμε στρατηγικές σχέσεις είναι ευκαιριακές σχέσεις, που εξυπηρετούν κάποιες επιλογές και συγκυρίες, στο απλουστευτικό σχήμα «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου», το οποίο σε βάθος χρόνου δεν είναι βέβαιο ότι θα παραμείνει ίδιο. Το Ισραήλ και η Τουρκία έχουν ένα ειδικό βάρος στην περιοχή, και μια δομική σχέση και αλληλοεξάρτηση. Ανεξάρτητα τι συμβαίνει τώρα, θα αναγκαστούν και πάλι να συνεργαστούν, και το έχουμε δει να συμβαίνει στο παρελθόν. Είδαμε με πόση ευκολία οι ισραηλινοί εγκατέλειψαν τους Κούρδους της Συρίας, τους οποίους είχαν εξοπλίσει και εκπαίδευαν στη Ροζάβα. Οι σχέσεις αυτές δεν είναι μόνιμες, και αν τις αντιμετωπίζεις εσύ ως τέτοιες τότε κινδυνεύεις να βρεθείς προ πολύ δυσάρεστων εκπλήξεων.
Η συνάντηση στην Άγκυρα μεταξύ Τ. Ερντογάν και Κ. Μητσοτάκη έλαβε ξανά τον τίτλο των «ήρεμων νερών», μετά από πολύμηνη θαλασσοταραχή. Τι ανέδειξε;
Οι περισσότεροι στη χώρα θέλουμε να υπάρχει ειρήνη με την Τουρκία. Παρόλα αυτά πρέπει να αναρωτηθούμε αν η πολιτική των ήρεμων νερών εξασφαλίζει μια βιώσιμη ειρήνη. Η γνώμη μου είναι πως όχι. Βάζει το πρόβλημα κάτω από το τραπέζι, λύνει περιφερειακά θέματα, όπως ο τουρισμός, εμπορικές σχέσεις, κ.λπ, δημιουργεί ένα καλό κλίμα, αλλά αυτό είναι απόλυτα συγκυριακό και μπορεί να ανατραπεί από τη μία μέρα στην άλλη. Εξυπηρετεί την Τουρκία γιατί έχει στρέψει όλη την προσοχή της στην ανοικοδόμηση της Συρίας και προφανώς δεν θέλει να έχει ένα ακόμα πρόβλημα. Το ερώτημα είναι εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας και του ελληνικού λαού μακροπρόθεσμα; Δεν το πιστεύω. Το καλό κλίμα οφείλει να αποτελεί μια βάση για μια βιώσιμη ειρήνη στην περιοχή. Και δεν νομίζω ότι η κυβέρνηση με τις εσωτερικές της αντιθέσεις και αντιφάσεις μπορεί να σηκώσει μια ειλικρινή συζήτηση για επίλυση των ελληνοτουρκικών, τώρα.
Υπήρξε προειδοποίηση του πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία πως ενδέχεται να παρέμβουν στον διμερή διάλογο. Θα λέγαμε ευτυχώς που ο Τραμπ δεν δείχνει, προς το παρόν, ενδιαφέρον για την Ανατολική Μεσόγειο;
Απολύτως. Ο Τραμπ θέλει γρήγορες νίκες με χαμηλό οικονομικό και στρατιωτικό κόστος και βαθείς μετασχηματισμούς. Αν αποφασίσει, λοιπόν, ότι χρειάζεται μια νίκη στην Ανατολική Μεσόγειο η Ελλάδα ή/και η Κύπρος μπορεί να είναι θύματα αυτής της διάθεσης του προέδρου να «ασχοληθεί» με τα ελληνοτουρκικά ή με το Κυπριακό. Προς το παρόν είμαστε εκτός του ραντάρ του, αλλά δεν ξέρουμε για πόσο. Αν κάτι μάθαμε από τον ένα χρόνο διακυβέρνησης Τραμπ είναι η απόλυτη έλλειψη προβλεψιμότητας.
Ο Κ. Μητσοτάκης συνεχώς επαναλαμβάνει πως σε αυτό το ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, η Ελλάδα θέλει να βγαίνει μπροστά, στην πρωτοβουλία των κινήσεων. Έχει αυτή τη δύναμη ή είναι μικρομεγαλισμός;
Δεν είναι μόνο μικρομεγαλισμός. Τέτοιες δηλώσεις είναι μόνο για εσωτερική κατανάλωση. Η Ελλάδα έχει χάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, παρότι είχε τη δυνατότητα να γίνει ένας έντιμος διαμεσολαβητής, με την αξιοπιστία που μπορούσε να έχει και δεν έχει, στο Παλαιστινιακό ή ανάμεσα στην ΕΕ και τη Βουλγαρία για το ζήτημα του βέτο στην ευρωπαϊκή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας. Εδώ τα Βαλκάνια, η άμεση γειτονιά μας, δεν υπάρχουν για τον κ. Μητσοτάκη. Έχουμε χάσει όλα μας τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να μας δώσουν τη δυνατότητα να είμαστε διαφορετικοί, να έχουμε ένα ειδικό βάρος στην ευρύτερη περιοχή. Δεν το έχουμε, δεν είμαστε πρωτοπορία, είμαστε παρακολούθημα των ΗΠΑ στην περιοχή και ο βολικότερος σύμμαχος του Ισραήλ.
Φωτο: Δημήτρης Παπαμήτσος / Eurokinissi





