Η συγγραφέας Μάρτα Μπαρόνε, με αφορμή το βιβλίο της «Βυθισμένη πολιτεία» (μτφ. Κωνσταντίνα Γερ. Ευαγγέλου, εκδ. Κέλευθος), αλλά και την παρουσία της στην πρόσφατη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, συζητάει με τον Νάσο Ηλιόπουλο για το βιβλίο της, για την ιστορία του πατέρα της στην Αριστερά και για τα περίπλοκα χρόνια στην Ιταλία της δεκαετίας του 1970.

Στο βιβλίο σας βλέπουμε μια αφήγηση σε τρία επίπεδα. Το πρώτο είναι η δική σας διαδρομή ανακάλυψης της ζωής του πατέρα σας, το δεύτερο είναι η διαδρομή του πατέρα σας, το τρίτο είναι η ιστορία μιας ολόκληρης περιόδου της Ιταλίας με μεγάλες συγκρούσεις και κοινωνικούς αγώνες. Πόσο εύκολο ήταν να κρατηθεί μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα τρία επίπεδα;
Για το ιστορικό μέρος απαιτήθηκε μεγάλη αρχειακή και ερευνητική εργασία σε κείμενα από εφημερίδες της εποχής και από ντοκουμέντα. Το επόμενο στάδιο ήταν η επιλογή των γεγονότων που αφορούσαν επακριβώς την περίοδο στο Τορίνο, πόλη όπου εκτυλίσσονται τα περισσότερα γεγονότα που αφηγούμαι (αλλά και στη Ρώμη, για παράδειγμα), και μετά η απόπειρα αφήγησής τους σε μια γλώσσα που δεν θα ήταν δημοσιογραφική ή ιστορική. Την ιστορία του πατέρα μου αντίθετα, εκτός από τα λίγα στοιχεία που είχαν απομείνει, χρειάστηκε να την ανακατασκευάσω μέσω μαρτυριών προσώπων και φίλων που τον είχαν γνωρίσει. Το ταξίδι του, επομένως, αποτελείται από διάφορα κομμάτια, μερικές φορές αντιφατικά μεταξύ τους, που έπρεπε να αποκατασταθούν ανάλογα με το ευρύτερο πλαίσιο. Το προσωπικό μου ταξίδι ήταν ίσως το πιο δύσκολο στοιχείο που έπρεπε να συνδυαστεί με τα άλλα επίπεδα του βιβλίου αλλά ήταν επίσης αναγκαίο για να έχω μια μοναδική, σφαιρική ματιά όλων των γεγονότων που ανακάλυπτα. Αυτή η ματιά, τελικά, μου επέτρεψε να διατηρήσω μια σχετική αφηγηματική ισορροπία ανάμεσα σε όλα τα επίπεδα.
Στις σελίδες του βιβλίου πολύ συχνά περιγράφετε ότι πρόσωπα από εκείνη την περίοδο αντιμετώπισαν τουλάχιστον με σκεπτικισμό την προσπάθεια να διηγηθείτε αυτή την ιστορία. Τελικά πώς αντιμετώπισαν το αποτέλεσμα του βιβλίου;
Πρέπει να πω ότι οι αντιδράσεις υπήρξαν πάντα πολύ θετικές, φιλικές και συγκινητικές. Τα πιο ωραία πράγματα που ειπώθηκαν είναι ότι κατάφερα να αποδώσω το πνεύμα εκείνης της εποχής και ότι πολλές φορές, διαβάζοντας, αναθεώρησαν και κατάλαβαν κάτι περισσότερο ακόμα και για τον ίδιο τους τον εαυτό εκείνης της εποχής.
Στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη αναφέρατε ότι έχουν γίνει μια σειρά από βιβλιοπαρουσιάσεις και συζητήσεις στην Ιταλία που αφορούν τη Βυθισμένη πολιτεία. Ποιο ήταν το κλίμα αυτών των συζητήσεων; Μπορείτε να κρατήσετε κάποια θετική και κάποια αρνητική στιγμή από αυτή τη συζήτηση;
Η ατμόσφαιρα ήταν πάντα καλή, γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις υπήρχαν άτομα τα οποία είχαν συμμετάσχει στην πολιτική εκείνων των χρόνων και με συγκίνηση και περιέργεια ήθελαν να ακούσουν κάποιον να μιλάει για εκείνη την εποχή και να μπορούν να αφηγηθούν τη δική τους εμπειρία, ακόμα και να τη συζητήσουν. Με ενδιέφεραν ιδιαίτερα οι μαρτυρίες γυναικών που συμμετείχαν στους φεμινιστικούς αγώνες, αλλά και όποιου ήθελε να θυμηθεί τις πιο δύσκολες και κρίσιμες στιγμές εκείνης της περιόδου. Δεν υπήρξαν, απ’ όσο θυμάμαι, ιδιαίτερα αρνητικές στιγμές.
Μια ιδιαίτερα φορτισμένη στιγμή του βιβλίου είναι η περιγραφή της απομόνωσης που αντιμετώπισε ο Λεονάρντο Μπαρόνε μετά την αποφυλάκισή του, στη βάση μιας κριτικής ότι η αποφυλάκιση σήμαινε συνεργασία με τις αρχές. Η έκδοση της Βυθισμένης πολιτείας βοήθησε στην αναθεώρηση στάσεων και πρακτικών που υπήρξαν εκείνη την περίοδο; Νιώθετε ότι συνέβαλε με μια έννοια στην αποκατάσταση της μνήμης του πατέρα σας;
Δεν το ξέρω. Δεν αντιλήφθηκα κάποια ιδιαίτερη αμφισβήτηση εκείνων των συμπεριφορών, ίσως όμως γιατί εκείνοι που επέλεξαν να διαβάσουν το βιβλίο και να μιλήσουν γι’ αυτό ήταν ήδη ανοιχτοί ακόμα και σε μια κριτική απέναντί τους. Εξάλλου η μνήμη του πατέρα μου δεν χρειαζόταν κάποια αποκατάσταση.
Ένας συνομιλητής σας αναφέρει ότι «ο Λεονάρντο έζησε τη ζωή που ήθελε (…) μια αξιοπρεπή ζωή». Έχοντας μέσα από την έρευνα σας συνολική εικόνα της περιόδου, πόσο εύκολο πιστεύετε ότι ήταν τελικά αυτό;
Πιστεύω ότι η ζωή του υπήρξε ένας σταθερός συμβιβασμός με μια απρόσιτη «ιδανική τελειότητα», με πολλές απώλειες στην πορεία της και, ειδικά, πολλές ευκαιρίες. Νομίζω ότι επρόκειτο για μια επώδυνη ζωή αλλά και ευτυχισμένη επίσης γιατί είναι αλήθεια ότι έκανε πάντα αυτό που επέλεγε να κάνει, ακόμα και στο τελευταίο κομμάτι της ζωής του όπου κυριάρχησε η νοητική ασθένεια.
Στις σελίδες σας περιγράφετε την αγάπη που είχε ο πατέρας σας για το βιβλίο «Το καπλάνι της βιτρίνας». Τι πιστεύετε ότι συγκίνησε έναν αγωνιστή της ιταλικής αριστεράς σε αυτό το βιβλίο και τελικά πόσο εύκολο είναι να ταξιδέψει μια ιστορία και να συγκινήσει ανθρώπους σε άλλες χώρες και σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο;
Πιστεύω ότι συγκινήθηκε από το δυνατό ιστορικό πλαίσιο που παρουσιαζόταν μέσα από το βλέμμα των δύο κοριτσιών και της ιδιαίτερης οικογένειας που ήταν στο κέντρο του μυθιστορήματος. Επιπλέον, υπήρξε ένας πολύ ισχυρός δεσμός μεταξύ ιταλικής και ελληνικής αριστεράς κατά τα χρόνια της δικτατορίας. Νομίζω ότι οι ωραίες ιστορίες, οι δυνατές ιστορίες, όπως εκείνη στο Καπλάνι της βιτρίνας, αντέχουν στις αλλαγές, στον χρόνο, στους διαφορετικούς τόπους γιατί δεν σταματούν ποτέ να λένε κάτι βαθύ, αληθινό.
Στους σημερινούς κοινωνικούς αγώνες βλέπετε κάποιο νήμα με την περίοδο που αναφέρετε στο βιβλίο σας; Τι θα θέλατε ένας νέος άνθρωπος να κρατήσει από εκείνη την περίοδο;
Ο κόσμος έχει βεβαίως αλλάξει πολύ (όχι μονάχα προς το χειρότερο αλλά και προς το καλύτερο). Έχουμε κατακτήσει πολύ περισσότερα δικαιώματα σε σχέση με εκείνη την εποχή. Ο κίνδυνος, προφανώς, είναι να τα χάσουμε ή να τα δούμε να θίγονται επειδή τα θεωρούμε δεδομένα. Ένα πρόβλημα της σύγχρονης Αριστεράς είναι ότι ασχολήθηκε πολύ με αγώνες ταυτότητας παραλείποντας τους αγώνες για την εργασία, την υγεία, την υπηκοότητα… Τώρα όμως μου φαίνεται ότι γίνεται ένα παραπέρα βήμα προς τη συλλογικότητα και ότι ξαναρχίζουμε να συζητάμε περισσότερο γι’ αυτά τα θέματα. Η κληρονομιά του συλλογικού είναι κάτι που όλοι πρέπει να ξαναμάθουμε.





