Φωτογραφία: UX Gun / Unsplash
Τεράστιες είναι οι ανισορροπίες που δημιουργούνται σε μια περίοδο καπιταλιστικής και γεωπολιτικής μετάβασης, εν μέσω τεχνολογικής επανάστασης. Η γενικευμένη κρίση δημιουργεί ευνοϊκό περιβάλλον για πολεμικές συγκρούσεις που αλλάζουν το status quo στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.
Η προπαγάνδα και τα fake news είναι παρόντα σε κάθε πόλεμο, σύρραξη, κοινωνική σύγκρουση, εκλογές, αλλά με τη νέα τεχνολογία έχουν γιγαντωθεί. Η δημοκρατία έχει γίνει εικονική και η αυταρχικοποίηση διαπερνά και τον πυρήνα της δημοκρατικής Ευρώπης.
Αυτό που συνδέει τον πόλεμο στην Ουκρανία με αυτόν του Ισραήλ – Ιράν και την ένταση Κίνας – ΗΠΑ στον Δ. Ειρηνικό είναι η γεωπολιτική αμφισβήτηση της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ. Ουκρανία, Ισραήλ και Ταϊβάν είναι προπύργια της Δύσης, ενώ Ρωσία, Ιράν και Κίνα είναι ο αντίπαλος άξονας της Δύσης.
Στο ουκρανικό, δυόμιση χρόνια μετά τη ρωσική επίθεση (παραβιάζοντας το Διεθνές Δίκαιο), με εκατόμβη νεκρών, γίνεται μια προσπάθεια ειρήνευσης, χωρίς όμως ουσιαστική προσφοράς εγγυήσεων για τα εμπλεκόμενα μέρη. Συμφωνίες τύπου Μίνσκ δεν πρόκειται να λειτουργήσουν. Μόνο μια συμφωνία, αναλογικά, όπως εκείνη του Ελσίνκι (1975) θα μπορούσε να αποκαταστήσει την ειρήνη, την εμπιστοσύνη και τη συνεργασία στην Ευρώπη.
Με τις σφαγές στη Γάζα σε ημερήσια διάταξη, ο Νετανιάχου ξεκίνησε τον νέο πόλεμο με το Ιράν. Η ισραηλινή επίθεση (παραβιάζοντας το Διεθνές Δίκαιο για ακόμα μια φορά) στόχευσε στα πυρηνικά εργαστήρια του Ιράν (που απέχει χρόνια από τη δημιουργία πυρηνικής βόμβας), αλλά ο πραγματικός στόχος είναι η εκμηδένιση της ιρανικής ισχύος στην περιοχή, η αλλαγή καθεστώτος και ο έλεγχος των πλούσιων ενεργειακών αποθεμάτων του Ιράν από τη Δύση. Ο ιρανός ηγέτης Αλί Χαμενεΐ είναι βασικός στόχος του Ισραήλ. Ο Νετανιάχου προσπαθεί να σύρει σε ένα τέτοιο πόλεμο τον Τράμπ (που συναίνεσε στην ισραηλινή επίθεση) με ανυπολόγιστες συνέπειες.
Ο Νετανιάχου σαμποτάρει για χρόνια τις διαπραγματεύσεις Ιράν – ΗΠΑ για τα πυρηνικά, ενώ επί 20ετίας προσπαθεί να πείσει τις ΗΠΑ, όπως και τώρα, να επιτεθούν στο Ιράν. Το Ισραήλ έχει πυρηνικές βόμβες, αλλά αρνείται να γίνει μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, στην οποία συμμετέχει το Ιράν.
Αλλά όπως είπε ο κυνικός Μερτς, το Ισραήλ «κάνει τη βρώμικη δουλειά για τη Δύση». Αν τα καταφέρουν, θα δημιουργήσουν τεράστιο ενεργειακό και οικονομικό πρόβλημα στην Κίνα, κλείνοντας τους «Δρόμους του Μεταξιού» και θα απομονώσουν γεωπολιτικά τη Ρωσία. Επιπρόσθετα, θα αποδυναμώνονταν οι BRICS+ (το Ιράν είναι βασικός συντελεστής) και θα ήταν παράδειγμα προς αποφυγή για τα υπόλοιπα κράτη. Η αμερικανική κυριαρχία θα ήταν αναμφισβήτητη. Καθόλου τυχαία, οι ισραηλινές επιδρομές έχουν συστηματικά στοχεύσει τον Διεθνή Διάδρομο Μεταφορών Βορρά-Νότου, κοντά στο Μπαντάρ Αμπάς: ένα έργο που υποστηρίζεται από το Πεκίνο και τη Μόσχα για την παράκαμψη των δυτικών κυρώσεων. Σε πλήρη συμφωνία με τον Τραμπ, ο Νετανιάχου ήθελε να δείξει ότι οι υποδομές των BRICS+ είναι ευάλωτες.
Οι Ιρανοί δεν έχουν εμπιστοσύνη πλέον στον ειρηνιστικό ρόλο του Τραμπ. Για να υποχωρήσουν από την πάγια θέση τους του εμπλουτισμού ουρανίου, πρέπει να πεισθούν ότι τερματίζεται η σύγκρουση.
Οι στοχεύσεις του Ισραήλ
Οι Ιρανοί θεωρούν ότι αν το πυρηνικό τους πρόγραμμα καταστραφεί, το Ισραήλ θα στραφεί στο πυραυλικό τους πρόγραμμα, γιατί δεν θα δεχτεί να έχει πυραύλους το Ιράν που μπορούν να προκαλέσουν χάος στο ίδιο –όπως γίνεται τις τελευταίες ημέρες. Χωρίς πυραύλους, αεροπορία και πυρηνικά, το Ιράν θα είναι εντελώς εκτεθειμένο και ανυπεράσπιστο. Μόλις επιτευχθεί αυτό, οι Ισραηλινοί θα πιέσουν για αλλαγή καθεστώτος. Και μετά από αυτό, όπως έκαναν οι Ισραηλινοί στη Συρία μετά την πτώση του Άσαντ, θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν τον υπόλοιπο συμβατικό στρατό του Ιράν, ώστε το Ιράν να μην μπορεί να αμφισβητήσει την περιφερειακή στρατιωτική ηγεμονία του Ισραήλ για τις επόμενες δεκαετίες. Η εδαφική ακεραιότητα του Ιράν θα τεθεί επίσης σε κίνδυνο, με πιθανότητα διάσπασης σε πολλά κομμάτια.
Η στάση των ΗΠΑ
Με αυτούς τους όρους, η Τεχεράνη δεν βλέπει καμία συνθηκολόγηση άνευ όρων και αν ο Τραμπ επιμείνει σε αυτή, τότε πλησιάζει ο πόλεμος. Το Ιράν θα πληρώσει ένα ανυπολόγιστο τίμημα. Όπως και η περιοχή. Αλλά και οι ΗΠΑ θα πληρώσουν ένα πολύ βαρύ τίμημα. Αμερικανοί στρατιώτες μπορεί να σκοτωθούν. Οι τιμές της ενέργειας και ο πληθωρισμός θα εκτοξευθούν στα ύψη και η οικονομική κρίση θα χτυπήσει τις ΗΠΑ, ενώ πλησιάζουν οι ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές (midterms). Ένας πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν μπορεί να καταστρέψει την προεδρία του, όπως η εισβολή του Μπους στο Ιράκ κατέστρεψε τη δική του. Το Ιράν θα χάσει. Αλλά δεν θα κερδίσουν οι ΗΠΑ. Το Ισραήλ είναι ίσως η μόνη χώρα που θα επωφεληθεί από αυτόν τον πόλεμο.
Όπως δήλωσε ο πρώην ισραηλινός πρωθυπουργός Εχούντ Μπαράκ: «Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ δεν μπορούν να καταστρέψουν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Δεν υπάρχει πλέον λογική δικαιολογία για πόλεμο με το Ιράν. Οι ΗΠΑ δεν έχουν κερδίσει ποτέ πόλεμο –ούτε στην Κορέα, ούτε στο Βιετνάμ, ούτε στο Ιράκ, ούτε στο Αφγανιστάν. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς με το Ιράν».
Αν ο Τραμπ θέλει μια συμφωνία, θα πρέπει να δράσει γρήγορα, να πιέσει τους Ισραηλινούς να σταματήσουν τις επιθέσεις και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη με την Τεχεράνη. Ο Τραμπ υποσχέθηκε συμφωνίες ειρήνης σε Γάζα, Ουκρανία και Ιράν. Μέχρι στιγμής, δεν έχει κάνει καμία.
O Τραμπ απειλεί με επίθεση στα πυρηνικά εργαστήρια του Ιράν, παρότι γνωρίζει ότι απέχουν από τη δημιουργία πυρηνικής βόμβας, για να δηλώσει την αμερικανική κυριαρχία στην περιοχή. Ταυτόχρονα, μετράει τις αντιδράσεις της Κίνας που αρνείται να γίνει μέρος αυτής της κρίσης. Οι ΗΠΑ θα ήθελαν να παγιδεύσουν την Κίνα σε τέτοιες συγκρούσεις, αλλά το Πεκίνο είναι στρατηγικά πολύ πειθαρχημένο.
Η soft power της Κίνας
Η Κίνα, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, δεν πιστεύει στην ξένη στρατιωτική επέμβαση ως εργαλείο εξουσίας, αλλά στη χρήση πολιτικών και οικονομικών εργαλείων (soft power).
Η Κίνα θα στηρίξει μόνο έμμεσα το Ιράν. Οι πρόσφατες πυραυλικές επιθέσεις του Ιράν έχουν γίνει πιο ακριβείς, κυρίως λόγω της παραχώρησης πρόσβασης στο προηγμένο σύστημα δορυφορικής πλοήγησης BeiDou από την Κίνα. Το γειτονικό Πακιστάν, που έχει ιδιαίτερες σχέσεις με το Ιράν, είναι στρατηγικός σύμμαχος της Κίνας.
Η υποστήριξη της Κίνας προς το Ιράν πηγάζει από την κινέζικη στρατηγική: ενεργειακή ασφάλεια, ενεργειακός διάδρομος και η ευρεία πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος». Το 2021, Κίνα και Ιράν υπέγραψαν μια εκτεταμένη 25ετή συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας αξίας περίπου 400 δισ. δολαρίων –που κάλυπτε ενέργεια, λιμάνια και χρηματοοικονομικά.
Πρόσφατα, όμως, η συμπεριφορά της Τεχεράνης έναντι της Κίνας έγινε ασταθής. Πολλά έργα αναβλήθηκαν, η λιμενική συνεργασία στο Τσαμπαχάρ σταμάτησε, ενώ το Ιράν υπέγραψε ευρεία συμφωνία με την Ινδία. Ομοίως το Ιράν είχε αρνηθεί τον Γενάρη να υπογράψει αμοιβαία αμυντική συμφωνία με τη Ρωσία, ενώ είχε ήδη αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τις μοναρχίες του Κόλπου.
Ο μουσουλμανικός κόσμος
Μια πλήρης εξουδετέρωση του Ιράν και κυριαρχία του Ισραήλ στη Μ. Ανατολή δεν θα ήταν αρεστή στις μοναρχίες της αραβικής χερσονήσου, ούτε στον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο της Ασίας. Ακόμα περισσότερο στη Β. Αφρική και στις αποσταθεροποιημένες ζώνες του Σαχέλ και της Α. Αφρικής.
Η Τουρκία, σε κάθε περίπτωση, αποκτά ειδικό γεωπολιτικό βάρος, ως περιφερειακή δύναμη στην περιοχή. Ο Ερντογάν θέλει να ηγηθεί του μουσουλμανικού κόσμου και τον συμφέρει η αποδυνάμωση του Ιράν, ενώ έχει καλυμμένα όλα τα εξωτερικά του μέτωπα. Αλλά δεν θα ήθελε την πλήρη αποσταθεροποίηση του Ιράν με παντοδυναμία των Ισραηλινών, θεωρώντας ότι μπορεί να γίνει το επόμενο θύμα στην περιοχή.
Η εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μ. Ανατολή είναι γεωστρατηγικό λάθος, γιατί καταστρέφει την ίδια στρατηγική Τραμπ, της «Στροφής προς την Ασία», υπέρ της Κίνας, ενώ η στρατηγική υπερέκταση σημαίνει τεράστια σπατάλη πόρων, χωρίς ουσιαστικά κέρδη, όπως συνέβη κάποτε στο Αφγανιστάν.





