Όλα σταματούν. Το φως τα σαρώνει. Κάθε τι εδώ ταυτίζεται με το φωτογραφισμένο αρνητικό του. Αγκαλιάζει το αντίθετό του. Γίνονται ένα και συμφιλιώνονται. Μέσα σε τόσο φως όλοι είμαστε ίσοι. Ακόμα και αν όλα προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο.
Η χώρα αυτή είναι ένας βράχος μαγκωμένος σε έναν βηματισμό. Λαθραίο πετραδάκι στο παπούτσι του ήλιου. Δεν σταματά ποτέ. Αλλά μαζί δεν είναι υπεύθυνη για την κίνησή της. Στεγνή, όλο και στεγνώνει. Παρασυρμένη από την ροή του κόσμου. Δεν ανήκει ούτε στην Ανατολή, ούτε στη Δύση, ούτε στην Ευρώπη, ούτε στα Βαλκάνια. Εδώ είναι Μεσόγειος. Εδώ είναι θάλασσα ακόμη και στα βουνά της. Η γη εδώ είναι στενή. Είναι μόνο όσα της παραχωρεί η θάλασσα. Και η θάλασσα πάντοτε είναι καλοκαίρι. Νηνεμία, ταξίδι. Μεσόγειος με όλα τα θαύματα και τα εγκλήματά της, τους πολιτισμούς της να ανέρχονται και να βουλιάζουν, τους πολιτισμούς της φθαρμένα τραγούδια και ερείπια.
Είμαστε ένα κράμα εδώ. Ράτσες μπλεγμένες σε μια κοινή μοίρα. Μέσα στο φως είμαστε όμοιοι. Χωρίς αποσκευές. Γιατί το φως είναι ο μεγάλος ενεστώτας, ο τρόπος που έχει το τώρα να ξεφεύγει από τη στιγμή και να απλώνεται. Να καταλαμβάνει επικράτειες που θα ανήκαν στο παρελθόν ή το μέλλον. Δεν είναι ψευδαίσθηση. Είναι Μεσόγειος και είναι φως.
Μέσα στο καλοκαίρι έχεις την αίσθηση πως όλα αποκαλύπτονται. Πως όλα έμεναν κρυμμένα και τώρα συναντούν την πραγματική τους όψη. Σαν αυτή να μην είναι μια ίση στιγμή μέσα στον χρόνο. Αλλά σαν αυτός να είναι ο πραγματικός χρόνος. Κάποτε σε αναμονή, τώρα σε κίνηση. Μουδιασμένος τεντώνεται. Πάνω από το άσπρο των Κυκλάδων, τα σιτάρια της Σικελίας, τα λιμάνια της Μασσαλίας. Ο χρόνος εδώ είναι πλωτός. Τον διασχίζεις εύκολα όπως το αίμα διασχίζει την φλέβα. Το φως διαρκώς σε σπρώχνει προς τα εμπρός. Δεν σε παροτρύνει, δεν σε καταπιέζει. Είναι αυτό που είναι και εσύ ζεις με αυτό.
Δεν μπορούμε να καταλάβουμε την ταυτότητά μας αν της αποκλείσουμε το ταξίδι. Δεν μπορούμε να ανεχτούμε την ταυτότητά μας αν την περιορίσουμε στον στενό νάρθηκα μίας και μόνο χώρας. Εδώ που γεννηθήκαμε, γεννηθήκαμε για να μετακινούμαστε. Έχουμε μέσα μας όλες τις τροχιές των νομάδων. Νομάδων πλωτών που ιδρύουν αποικίες και ύστερα επαναστατούν ενάντια στην μητέρα πόλη. Νομάδων που ταξιδεύουν για να μάθουν και ύστερα επιστρέφουν. Νομάδων που ψάχνουν κάπου αλλού μια καλύτερη μοίρα. Και ύστερα πάλι. Και ύστερα πάλι.
Τσακισμένη μου θάλασσα, ματωμένη μου θάλασσα. Πόσα αίματα να αντέξεις; Πόσοι νεκροί σου αντιστοιχούν; Το βάθος σου αρκεί για να χωρέσεις όλους τους νεκρούς που κληρονόμησες; Τι σπατάλη ανάσας, τι έγκλημα απέναντι στις προοπτικές του ανθρώπου. Αυτή η περιοχή έμαθε να χάνει την ίδια στιγμή που έμαθε να φτιάχνει. Γκρεμίζεται, διαρκώς γκρεμίζεται μαζί με τους ανθρώπους της. Με πραξικοπήματα, λεηλασίες, γενοκτονίες. Ακρωτηριασμένη Λιβύη, αλυσοδεμένη Αίγυπτος, σφαγμένη Παλαιστίνη. Ρευστή μοίρα, ρευστή σαν τα νερά που σε κυκλώνουν.
Και όμως το φως δεν αφήνει τίποτα κρυφό. Εδώ δεν υπάρχει σκοτάδι. Εδώ υπάρχει μόνο μια σκιά βραχύβια. Όλα εδώ φαίνονται. Το φως μεταφέρει το βλέμμα, ορίζει την εστίαση, υποδεικνύει. Θα κοιτάξουμε. Θα δούμε. Όλα εδώ φαίνονται. Και όλα εδώ δικάζονται από το φως.
Φωτο: Carla Bonomo / Flickr





