Εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, η πολιτική και παραπολιτική κουβέντα γύρω από τη Νέα Αριστερά μονοπωλείται από το πότε θα γίνουν πραγματικότητα οι αποχωρήσεις πολλών κεντρικών της στελεχών, κυρίως από την κοινοβουλευτική ομάδα, και η ενδεχόμενη ρευστοποίηση του κόμματος με κύριο αποδέκτη το κόμμα Τσίπρα. Αυτό που πέρασε σχεδόν στα αζήτητα, παρότι έχει ουσιαστικό ενδιαφέρον, είναι η σημαντική προγραμματική μετατόπιση του κόμματος προς αριστερές και οικολογικές κατευθύνσεις. Στο περιθώριο, λοιπόν, του επικοινωνιακού κουρνιαχτού που παρουσιάζει τη Νέα Αριστερά ως ένα κόμμα υπό προθεσμία και με ημερομηνία λήξης, η πλειοψηφία του κόμματος προχωρά σε κάποιες ενδιαφέρουσες κινήσεις που αποτυπώνουν την πρόθεση συνεργασιών με τον οικολογικό χώρο. Αυτές οι κινήσεις υποδηλώνουν, αφενός, την πρόθεση συνέχειας της κομματικής οντότητας της Νέας Αριστεράς με υλοποιήσιμες συμμαχίες και, αφετέρου, την πολιτική στρατηγική του ανοίγματος στον οικολογικό χώρο με βάση κοινές προγραμματικές προσεγγίσεις σε μείζονα οικολογικά ζητήματα.

Το διαχρονικό ζητούμενο της σύγκλισης και της κοινής παρουσίας της Αριστεράς με την Οικολογία αποτελεί μια πονεμένη ιστορία που προσμετρά μόνο αποτυχημένες προσπάθειες και συντηρεί πολλούς σκελετούς στη ντουλάπα. Γι’ αυτές τις επαναλαμβανόμενες αποτυχίες, τη μεγαλύτερη ευθύνη έχει η Αριστερά, η οποία ενώ δεν έκανε ποτέ ουσιαστικά βήματα απόκτησης προγραμματικής οικολογικής ταυτότητας, διαχρονικά επεδίωκε να χρησιμοποιεί την οικολογία ως συμπληρωματική τσόντα στους εκλογικούς της σχεδιασμούς. Από τη μεριά της η Οικολογία δεν διατηρούσε ένα ελκυστικό πολιτικό προφίλ, πολυδιασπασμένη κι αυτή, με διάφορες αφερέγγυες εκδοχές και κουβαλώντας το στίγμα της ενσωμάτωσης των ευρωπαίων Πρασίνων με τη δεξιά σοσιαλδημοκρατία και την αφομοίωσή τους σε εξουσιαστικούς μηχανισμούς.

Αν κάνουμε μια αναδρομή στο παρελθόν, μπορούμε να θυμηθούμε μια συνεργασία στη Θεσσαλονίκη με διάρκεια και επιτυχή εκλογικά αποτελέσματα, μεταξύ της Οικολογικής Κίνησης Θεσσαλονίκης και της ΑΚΟΑ η οποία, ως κόμμα, υποστήριξε στην πράξη το «Οικολογική» στην επωνυμία του. Πέρα από το ότι οι δύο χώροι είχαν κοινά γραφεία, με δημιουργικό συγκάτοικο και το Δίκτυο για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα, συμμετείχαν συχνά σε κοινές δράσεις και συνεργάστηκαν επανειλημμένα σε τοπικές εκλογές, προκρίνοντας ως επικεφαλή της κοινής παράταξης το μέλος της Οικολογικής Κίνησης Μιχάλη Τρεμόπουλο, ο οποίος εκλέχθηκε αρκετές φορές. Ιδιαίτερο στιγμιότυπο ήταν η κεντρική προεκλογική εκδήλωση νομαρχιακών εκλογών, η οποία διεξήχθη μέσα σε πλοίο που έκανε βόλτα στον Θερμαϊκό, με ομιλητές τον Μιχάλη Τρεμόπουλο και τον Γιάννη Μπανιά!

Η Πολιτική Οικολογία έχει πλέον αντικαπιταλιστική θεώρηση στις επεξεργασίες της για την κλιματική και περιβαλλοντική κρίση, μιλώντας ξεκάθαρα για τις καταστροφικές επιπτώσεις του παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου του καπιταλισμού. Επίσης θέτει ζητήματα ως προς την αναγκαιότητα της «αποανάπτυξης» τομέων της παγκόσμιας, αλλά και εγχώριας οικονομίας, κάτι που η Αριστερά δεν τολμά ακόμη να προτείνει. Είναι φανερό ότι η πολιτική όσμωση των χώρων της Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να αποφέρει. Η κοινή παρουσία της Νέας Αριστεράς και του κόμματος «Πράσινοι-Οικολογία» σε δύο εκδηλώσεις σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα, ενώ επίκειται και αντίστοιχη εκδήλωση στην Αθήνα, υποδηλώνει ότι οι συζητήσεις συνεργασίας των δύο χώρων βρίσκονται σε καλό δρόμο. Επίσης, οι πληροφορίες της στήλης που προέρχονται από ηγετικό στέλεχος του οικολογικού κόμματος παρουσιάζουν την συνεργασία σχεδόν τελειωμένη. Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί δίνει μια ανάσα κομματικής οντότητας σε ένα χώρο της Αριστεράς που θεωρείται ετεροκαθοριζόμενος και σχεδόν υπό διάλυση και δίνει τη δυνατότητα σε δύο κόμματα να αλληλοσυμπληρωθούν πολιτικά και να δώσουν την προτεραιότητα που είναι απαραίτητη στα φλέγοντα ζητήματα της κλιματικής κρίσης. Επίσης, θα είναι πολύ κρίσιμο να γίνει πράξη μια πετυχημένη και ισότιμη συνεργασία της Ριζοσπαστικής Αριστεράς με την Πολιτική Οικολογία σε μια εποχή που η κονιορτοποίηση του πάλαι ποτέ ενωτικού εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ έχει πληγώσει ανεπανόρθωτα κάθε έννοια συνεργασίας και κοινής δράσης. Το βαθύ και αγεφύρωτο χάσμα που προέκυψε μετά το 2015, η έλλειψη ουσιαστικής αυτοκριτικής διάθεσης της περιόδου διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και η απώλεια εμπιστοσύνης μεταξύ των εμπλεκόμενων χώρων έχουν δημιουργήσει ένα δύσβατο πολιτικό τοπίο. Δυστυχώς, οι τωρινές ενωτικές προσπάθειες στον χώρο της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δείχνουν, μέχρι στιγμής, μια αρνητική εικόνα. Το σχήμα ΜέΡΑ25-Ενωτική Αριστερά δείχνει να λειτουργεί κυρίως με όρους προσχώρησης και έχει αγκυλωθεί στο δημοσκοπικό όριο του 3%, το οποίο σε συνθήκες εκλογικής πόλωσης θα συρρικνωθεί περισσότερο, ενώ η Πρωτοβουλία για μια νέα ενωτική και ανατρεπτική Αριστερά (ΑΠΟ-ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ-ΔΕΑ-ΚΕΜΑ-ΜΕΤΑΒΑΣΗ-ΞΕΚΙΝΗΜΑ) δεν έχει κατακτήσει ακόμα κάποια στοιχειώδη, διακριτή πολιτική ορατότητα και κινείται αποκλειστικά στο περιθωριακό περιβάλλον των μικρών οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Πάνος Δημητρούδης