Μίνως Ευσταθιάδης: «Φτηνό μύθευμα η αμεροληψία του συγγραφέα»

Το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2025 απονεμήθηκε ομόφωνα στον Μίνω Ευσταθιάδη για το έργο του Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2024). Σε αυτό το βιβλίο του, ο Ευσταθιάδης ξεφεύγει από την αμιγή μυθοπλασία των προηγούμενων έργων του και καταγράφει δύο πραγματικές ιστορίες εγκλημάτων που συντελέστηκαν στη Γερμανία. Δύο διαφορετικά εγκλήματα, δύο ένοχοι που καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη.
Στις 15 Μαΐου 2006, στο Μόναχο, η ευκατάστατη Σαρλότε Μπέρινγκερ θα βρεθεί δολοφονημένη στο διαμέρισμά της. Οι αρχές θα θεωρήσουν πως τη σκότωσε ο ανιψιός της, Φρέντερικ Τάλας. Παρόλο που ο Τάλας είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δικαίωμα  έφεσης, πάρα μόνο αν προέκυπταν νέα στοιχεία, συνέχιζε να υποστηρίζει πως είναι αθώος. Ο Μίνως Ευσταθιάδης θέλοντας να γράψει ένα άρθρο για τον Τάλας και τη δολοφονία της Μπέρινγκερ, θα πάρει άδεια εισόδου για τη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Στράουμπινγκ στη Γερμανία για να συνομιλήσει μαζί του.
Το 1981, μια άλλη ιστορία είχε συγκλονίσει τη Γερμανία. Η δεκάχρονη Ούρσουλα Χέρμαν θα βρεθεί νεκρή μέσα σε ένα ξύλινο κουτί. Για την απαγωγή και τον φόνο της θα καταδικαστεί ένας χίπης, που όπως υποστήριζε δεν είχε καμία εμπλοκή στο έγκλημα. Το στοιχείο που θα συνδέσει τις δύο υποθέσεις θα το ανακαλύψουμε στις σελίδες του βιβλίου.
Ο Μίνως Ευσταθιάδης ασχολείται με δύο αληθινά εγκλήματα, διερευνώντας το δικαστικό σύστημα της Γερμανίας όπου υπάρχει η δυνατότητα καταδικαστικής απόφασης με ενδείξεις και όχι αποδείξεις (ούτε καν έμμεσες). Πέραν όμως τούτου,  ο Ευσταθιάδης προσπαθεί να εντάξει στην αφήγησή του και τη διερεύνηση της ανθρώπινης φύσης, του απόλυτου Κακού,  που οδηγεί σε αποτρόπαιες πράξεις και ειδεχθή εγκλήματα.
Αναμφισβήτητα το βιβλίο του Ευσταθιάδη δεν ανήκει στην κατηγορία non fiction. Ο συγγραφέας δεν κάνει δικαστικό ή αστυνομικό ρεπορτάζ.  Η μεταφορά των γεγονότων και των βιωμάτων του κατά την έρευνα για τη συγγραφή του βιβλίου του το εντάσσουν στη μυθοπλασία. Εξιστορεί μια δική του ανάμνηση στην αρχή του βιβλίου μα και τη συνάντηση του με τον Τάλας.  Ο ίδιος ο συγγραφέας γίνεται  ήρωας στην αφήγησή του. Αυτό μας υπενθυμίζει ότι κάθε αφήγηση, ακόμα και η αυτοβιογραφική, έχοντας το  στοιχείο της υποκειμενικότητας, αποτελεί μυθοπλασία.

Πρόσφατα σας απένειμαν το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το μυθιστόρημά σας Σου μιλώ από την κοιλιά του κτήνους. Τι σημαίνει αυτή η βράβευση για εσάς;

Ο κατάλογος των βραβευθέντων με Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος περιλαμβάνει πολλούς συγγραφείς που διαβάζω και θαυμάζω από μικρό παιδί. Ανάμεσα στα ονόματά τους βρίσκεται πλέον και το δικό μου κι αυτό αποτελεί μια εξαιρετική τιμή για μένα. Νομίζω βέβαια ότι το (οποιοδήποτε) βραβείο δεν δίνει πρόσθετη αξία σ’ ένα έργο. Ίσως μόνο ο χρόνος μπορεί να καταφέρει κάτι τέτοιο. Αν όμως μια βράβευση προσελκύσει έστω κι έναν ακόμα αναγνώστη, τότε έχει ήδη επιτύχει τον σκοπό της.


Υπήρξε μια συζήτηση σχετικά με την απονομή βραβείου σε πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, κυρίως λόγω των προσδοκιών που δημιουργεί. Ποια η γνώμη σας;

Σίγουρα δεν ανακαλύψαμε τον τροχό. Βραβεία έχουν θεσπιστεί ήδη από την αρχαιότητα και φυσικά υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Ταυτόχρονα, η λογοτεχνία και η τέχνη γενικότερα είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου χωράει η κάθε διαφορετική άποψη.


Το μυθιστόρημά σας αφορά δύο πραγματικά εγκλήματα που συνέβησαν στη Γερμανία και απασχόλησαν για χρόνια την κοινή γνώμη. Πότε συνειδητοποιήσατε ότι αυτή η ιστορία έπρεπε να γίνει βιβλίο;

Η συνάντησή μου μ’ έναν άνθρωπο καταδικασμένο σε ισόβια, στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Στράουμπινγκ, ήταν το σημείο καμπής. Ήταν πλέον επιτακτική ανάγκη: ήθελα να γράψω την ιστορία του.

Πόσο χρόνο αφιερώσατε στην έρευνα της υπόθεσης πριν ξεκινήσετε να γράφετε το βιβλίο;

Η έρευνα και η συγγραφή προχωρούσαν παράλληλα, επειδή κρατούσα συνεχώς σημειώσεις που σιγά σιγά φιλτράρονταν και περνούσαν στο κείμενο του βιβλίου. Έμεινα σχεδόν 2,5 χρόνια μέσα σ’ αυτή την ιστορία.


Σε ποιες πηγές βασιστήκατε περισσότερο; Μιλήσατε απευθείας με ερευνητές, μάρτυρες ή μέλη των οικογενειών που εμπλέκονται στις υποθέσεις; Πώς διαχειριστήκατε όλο αυτό το υλικό;

Χρησιμοποίησα διάφορες πηγές: αρχικά τις δύο δικογραφίες (χιλιάδων σελίδων) των υποθέσεων, άρθρα στον τύπο, ντοκιμαντέρ, podcast και πολλές καταθέσεις. Ταξίδεψα τρεις φορές στη Γερμανία για να δω τους τόπους των εγκλημάτων και να μιλήσω διά ζώσης με διάφορους μάρτυρες.

Υπήρξε κάποια απρόσμενη πληροφορία που ανακαλύψατε κατά τη διάρκεια της έρευνάς σας ή λεπτομέρειες που επιλέξατε να μη συμπεριλάβετε; Αν ναι, γιατί;

Πολλές  πληροφορίες που, σε ορισμένες περιπτώσεις, ξεπερνούσαν κατά πολύ τον χαρακτηρισμό της «λεπτομέρειας». Απορούσα μάλιστα για το γεγονός ότι εγώ είχα πλέον στη διάθεσή μου ένα σωρό στοιχεία, στα οποία τόσο η γερμανική αστυνομία όσο και το δικαστικό σύστημα δεν φαίνονταν να έχουν δώσει ανάλογη σημασία. Ήταν άραγε συμπτωματικό; Γίνονται τέτοια πράγματα τυχαία;

Ήταν δύσκολο να ισορροπήσετε ανάμεσα στην ακρίβεια των γεγονότων και την αφηγηματική ροή;

Η πραγματικότητα κρύβει πάντα μια ολισθηρότητα. Αν επιμείνεις στην ακρίβεια, χάνεται το αφηγηματικό ενδιαφέρον, το ταξίδι. Από την άλλη, η μυθοπλασία χαρίζει έναν διαφορετικό αέρα, αλλά απομακρύνεται από την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων. Οι ισορροπίες έχουν το δικό τους ενδιαφέρον, ειδικά όταν διασαλεύονται.

Υπήρξε κάποιο σημείο/γεγονός κατά τη συγγραφή ή την έρευνα που σας επηρέασε συναισθηματικά;

Η επίσκεψη στο δάσος της λίμνης Άμερ. Πήγα εκεί μόνο και μόνο για να δω το σημείο απαγωγής ενός δεκάχρονου κοριτσιού. Είχαν ήδη περάσει σαράντα ένα χρόνια από τότε, τα συναισθήματα ωστόσο είχαν απροσδόκητη δύναμη. Ο φόβος της απώλειας, η θλίψη για την τελική τροπή των πραγμάτων, το δέος μπροστά στην ανθρώπινη επινοητικότητα για το Κακό. Έτυχε τότε να είναι και η δική μου κόρη δέκα ετών, οπότε το μυαλό έπαιζε τα δικά του παιχνίδια.

Επιλέξατε να τοποθετήσετε και τον εαυτό σας μέσα στην αφήγηση. Αυτή η εμπλοκή σας θεωρείτε ότι αποδυναμώνει,  στα μάτια του αναγνώστη, την αμεροληψία του συγγραφέα;

Δεν σκοπεύω να διεκδικήσω κανενός είδους αμεροληψία, την οποία θεωρώ φτηνό μύθευμα σε κάθε περίπτωση. Κάποια στιγμή, θεώρησα ότι είχα γίνει πλέον κι εγώ ένα (μικρό) μέρος της ιστορίας και γι’ αυτό κυκλοφορώ, με σάρκα και οστά, κάπου μέσα της. Προσπάθησα να περιγράψω τα γεγονότα, μένοντας όσο πιο κοντά γινόταν στην «αλήθεια τους», όπως βέβαια την έβλεπα εγώ.

Έστω και διακριτικά παίρνετε θέση απέναντι στο γερμανικό σύστημα δικαιοσύνης. Γιατί πιστεύετε ότι αφορά το ελληνικό αναγνωστικό κοινό;

Δεν αρχίζω να γράφω σκεπτόμενος το (όποιο) κοινό, αλλά επειδή θέλω να πω μια ιστορία. Στην πορεία, βέβαια, αυτό αλλάζει γιατί πάντα αναρωτιόμαστε πώς θα υποδεχτούν οι άλλοι τα κείμενά μας. Όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με δύο Γερμανούς ισοβίτες  και εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί πριν από δεκαετίες στη Βαυαρία, δεν μπορούσα να κρύψω ένα αυτοσαρκαστικό χαμόγελο. Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι ελάχιστοι θα ενδιαφέρονταν για όλα αυτά. Κι όμως, το βιβλίο βρίσκεται στην ένατη ανατύπωση και υπάρχει ενδιαφέρον για τη μετάφραση του σε διάφορες γλώσσες. Το συμπέρασμα είναι -πάντα- το ίδιο: κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την υποδοχή ενός βιβλίου.

Σκέψεις για το επόμενο συγγραφικό βήμα σας υπάρχουν; Νιώθετε ότι θα σας επηρεάσει η βράβευση;

Αυτή την εποχή γράφω κάτι, αλλά (ως συνήθως) δεν ξέρω πού ακριβώς θα με οδηγήσει. Έτσι το απολαμβάνω περισσότερο. Ζω σ’ ένα χωριό με λιγότερους από εκατό μόνιμους κατοίκους και περνάω πολλές μέρες, κυριολεκτικά, πάνω στη θάλασσα. Πώς θα μπορούσε να με επηρεάσει η βράβευση; Σκέφτομαι ότι, μετά θάνατον, μπορεί να δώσουν το όνομά μου σε κανένα δρομάκι που οδηγεί στη θάλασσα. Πολύ θα το χαρώ.