Η Ρόζε μετά τον χωρισμό με τη φίλη της αναγκάζεται να ζητήσει φιλοξενία στο σπίτι του αδελφού της Σάμι. Τα δύο αδέλφια είναι πολύ αγαπημένα και ο Σάμι δέχεται πρόθυμα. Μια μέρα όμως φτάνει στα χέρια της Ρόζε μια επιστολή από την αστυνομία που την καλεί να καταθέσει στο πλαίσιο έρευνας για τον Σάμι με την κατηγορία του βιασμού. Από τη στιγμή εκείνη η κοπέλα θα μπει μέσα σε έναν λαβύρινθο αμφιβολιών και ηθικών διλημμάτων. Είναι ο αδελφός της ένοχος ή όχι; Η ίδια πρέπει να καταθέσει όσα ξέρει ή μήπως μπορεί να τον βοηθήσει αποκρύπτοντας κάτι; Πλέον η Ρόζε βρίσκεται αντιμέτωπη με άβολα ερωτήματα και ηθικά διλήμματα, ενώ τα συναισθήματά της για τον μεγαλύτερο αδερφό της δοκιμάζονται.
Το κινηματογραφικό ντεμπούτο στν μεγάλου μήκους ταινία για την 33χρονη Σάρα Μίρο Φίσερ είναι «Η καλή αδερφή» (Schwesterherz), ένα δυνατό βραδυφλεγές κοινωνικό δράμα. Μια απλή, αληθινή, σύγχρονη ιστορία από αυτές που συμβαίνουν διαρκώς πλάι μας και συχνά δεν τις αντιλαμβανόμαστε.
Η Φίσερ πλάθει με επιμέλεια δύο ρεαλιστικούς χαρακτήρες που οι πράξεις τους εξελίσσονται μέσα από τα γεγονότα. Η σκηνοθεσία είναι λιτή και σχεδόν αθόρυβη. Τα πλάνα κοντινά και σκοτεινά «μπουκώνουν» την κάμερα σε μια προσπάθεια της σκηνοθέτριας να βρεθεί ο θεατής πιο κοντά στους ήρωες και να γίνει μέρος των όσων συμβαίνουν.
Η ταινία είναι βασισμένη σε ένα καλοδουλεμένο σενάριο που η Φίσερ εμπνεύστηκε όταν σε μια διαδήλωση διάβασε ένα πανό που έθετε το ερώτημα: γιατί γνωρίζουμε τόσα θύματα σεξουαλικής βίας αλλά τόσο λίγους δράστες; Κι ακόμη λιγότερο τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω από τον δράστη;
Η αφήγηση που έχει επιλέξει η γερμανίδα σκηνοθέτρια λειτουργεί υπόγεια. Σε κανένα σημείο δεν κραυγάζει ούτε συνθηματολογεί. Αντίθετα, επιλέγει να αναδείξει τα συναισθήματα –κυρίως της ηρωίδας της– μέσα από τη σιωπή. Επίσης δεν επιλέγει να παρουσιάσει έναν βιαστή-τέρας, αλλά έναν κάποιον άνθρωπο που ο καθένας μας αναρωτιέται αν είναι δυνατόν να έχει προβεί στην αποτρόπαια πράξη για την οποία κατηγορείται. Όπως αποφεύγει να δείξει και την ίδια την πράξη. Κι εκεί είναι που οι αμφιβολίες για το εάν έχουν συμβεί τα πράγματα όπως υποστηρίζει το θύμα ή εάν πρόκειται για ψέματα αποκυήματα της φαντασίας της. Την απάντηση ψάχνει να βρει η Ρόζε όταν έρχεται αντιμέτωπη με τις ηθικές της αξίες, την αγάπη και την εμπιστοσύνη για τον αδελφό της, την αλήθεια και το ψέμα.
Μεστή, ώριμη και συγκρατημένη ερμηνεία από τη Μαρία Μπλότσινγκ στο ρόλο της Ρόζε. Πολύ καλός και ο Αντόν Βάιλ ως Σάμι αλλά αξίζει να αναφέρουμε και την πολύ συγκροτημένη ερμηνεία της ιρανικής καταγωγής αυστριακής ηθοποιού Προσάτ Μαντάνι στο ρόλο της μητέρας.
Υποκριτική οικολογική ευαισθησία
Μια ακαθορίστου προέλευσης ομάδα εξτρεμιστών οικολόγων, υπό την ηγεσία της Τζόαν αποφασίζει να σώσει τον πλανήτη από την καταστροφή. Η ομάδα αναλαμβάνει δράση, αφού προηγουμένως η Τζόαν έχει βάλει φωτιά στο νεκρό σώμα της μητέρας της. Οι ακτιβιστές οικολόγοι πιστεύουν ότι εάν εξευμενίσουν το ηφαίστειο που πρόκειται να εκραγεί σε δύο μέρες θα αποσοβήσουν τα καταστροφικά για τον πλανήτη αποτελέσματα. Και πως θα το εξευμενίσουν; Με την τελετουργική θυσία τριών ανθρώπων που θα πέσουν μέσα στον καιόμενο κρατήρα! Έτσι εισβάλλουν κρυφά σε ένα οικολογικό γκαλά όπου διάφοροι πλούσιοι και διάσημοι συγκεντρώθηκαν για να «βοηθήσουν» να σωθεί η Γη. Εκεί η Τζόαν και οι σύντροφοί της θα απαγάγουν τον Μάικ Τάιλερ, έναν ξεπεσμένο κινηματογραφικό αστέρα, τον Μπεν Μπράκεν έναν σκληρό δισεκατομμυριούχο και την Κέιτι, μια άτυχη χορεύτρια που έτυχε να παίρνει μέρος στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα του γκαλά. Η πορεία των τριών προς τη θυσία ξεκινά αλλά μέχρι να φτάσουν στο ηφαίστειο συμβαίνουν πολλά που τους αλλάζουν όλους.

Η «Θυσία» (Sacrifice) του Ρομέν Γαβρά είναι ενδιαφέρον οικολογικό παραμύθι με αναφορές στην ελληνική μυθολογία. Αυτό ως μια πρώτη προσέγγιση σε μια ταινία που είναι μια περιπέτεια, με δράση και μαύρο χιούμορ. Οπωσδήποτε έχει ένα οικολογικό μήνυμα και πάνω απ’ όλα ο Γαβράς σαρκάζει την υποκριτική οικολογική ευαισθησία της οικονομικής ελίτ, η οποία αφού δημιουργεί το πρόβλημα κάνει πως νοιάζεται για την επίλυσή τους.
Μπαίνει λοιπόν ο θεατής στην αίθουσα και χωρίς να το καταλάβει «πέφτει θύμα» της σκηνοθετικής ικανότητας του Ρομέν Γαβρά. Με ανελέητο ρυθμό αρχίζει να ρίχνει επί της οθόνης όλα του τα υλικά προδιαθέτοντας για μια εξίσου εντυπωσιακή συνέχεια. Όμως χωρίς να καταλάβει κανείς το πώς και το γιατί, ξαφνικά πατάει φρένο και κοντοστέκεται σαν να μην ξέρει προς ποια κατεύθυνση να στρίψει το τιμόνι. Κι έτσι χάνεται το αρχικό ενδιαφέρον και αντικαθίσταται από την αμηχανία του σκηνοθέτη ο οποίος δεν ξέρει τι να κάνει με το σενάριό του. Ένα σενάριο ασταθές, φλύαρο κι ανερμάτιστο που πελαγοδρομεί και κάπου αρχίζει να χάνεται. Όμως, η σκηνοθετική δεξιοτεχνία του Γαβρά κάνει τον θεατή, τουλάχιστον, να μη δυσανασχετεί.
Οι ηθοποιοί πολύ καλοί στους ρόλους τους με ερμηνείες που βοηθούν -μαζί με τη σκηνοθεσία- στη διάσωση μιας ταινίας που θα μπορούσε να απογειωθεί αν είχε επενδύσει στην απλότητα και τη σαφήνεια της αφήγησης.
Σε δεύτερους ρόλους έχουμε τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση και τον Κωνσταντίνο Σειραδάκη που ερμηνεύουν δύο έλληνες αστυνομικούς αφού η υπόθεση εκτυλίσσεται σε ένα ελληνικό νησί και έχουν γίνει γυρίσματα και στη χώρα μας, όπως στην Ισλανδία και τη Βουλγαρία.
ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ
«Έτσι ξαφνικά» (Soudain) του Ριγιουσούκε Χαμαγκούτσι: Η Μαρί-Λου Φοντέν, διευθύντρια ενός οίκου ευγηρίας στο Παρίσι, αγωνίζεται για μια πιο ανθρώπινη φροντίδα των ηλικιωμένων, υιοθετώντας τη μέθοδο «Humanitude», παρά τις αντιστάσεις της ομάδας της. Η γνωριμία της με τη Μαρί Μορισάκι, μια γιαπωνέζα θεατρική συγγραφέα, αλλάζει τη ζωή της. Την πρεμιέρα στις Κάννες συνόδευσε 7λεπτο όρθιο χειροκρότημα.
«Η πτώση της φάλαινας» (Whalefall) του Μπράιαν Ντάφιλντ: O Τζέι Γκάρντινερ καταδύεται στα ανοιχτά της κεντρικής ακτής της Καλιφόρνιας αναζητώντας τα λείψανα του πατέρα του. Όμως καταπίνεται από μια τεράστια φάλαινα φυσητήρα και με λιγότερο από μία ώρα οξυγόνου στη διάθεσή του.
«Η βαλίτσα» του Δημήτρη Παπαθανάση: Τρεις φίλες, η τραγουδίστρια του συγκροτήματος Αλίκη, η ηθοποιός Μαρίνα και η λογίστρια Βάσω, συνοδεύουν την αγαπημένη τους γειτόνισσα, χήρα ιατρού και δεινή χρήστρια εφαρμογής AI, κυρία Στέλλα, σε ένα φιλανθρωπικό γκαλά. Λίγο πριν αρχίσει η εκδήλωση, οι τρεις φίλες ανακαλύπτουν στις τουαλέτες μια βαλίτσα γεμάτη χρήματα δίπλα στο πτώμα μιας γυναίκας και οι ζωές όλων παίρνουν μοιραία μια άλλη τροπή.
«Δεν κοστίζει τίποτα» της Μαίρης Μπουλή: Το ντοκιμαντέρ ακολουθεί μια κοπέλα που αποφασίζει να γίνει δότρια ωαρίων. Δουλεύει σε μπαρ, αλλά ονειρεύεται να γίνει χορεύτρια μπαλέτου. Παράλληλα είναι από τις πολλές νέες κοπέλες στην Αθήνα που προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα οικονομικά. Μια πράξη αλτρουισμού για κάποιους, μια οικονομική ανάγκη για άλλους, μια εσωτερική σύγκρουση για την ίδια.
«Γεννημένος δύο φορές» του Στέλιου Κούλογλου: Σε ηλικία 11 ετών, ο Σιμόν Γκρονοφσκί πήδηξε από την αγκαλιά της μητέρας του έξω από ένα ναζιστικό τρένο με προορισμό το Άουσβιτς. Ογδόντα χρόνια μετά, παίζει τζαζ, μιλά σε σχολεία και γίνεται φίλος με τον γιο ενός ναζί. Μια ταινία για την επιβίωση, τη μνήμη και τη συγχώρεση. Η ιστορία του είναι προειδοποίηση και δώρο.
«Street fighter» του Κιτάο Σακουράι»: Το 1993, οι αποξενωμένοι Street Fighters Ρίου και Κεν Μάστερς επιστρέφουν στη μάχη όταν η μυστηριώδης Τσουν-Λι τούς προσλαμβάνει για το επόμενο Παγκόσμιο Τουρνουά Street Fight.
«Μπαλωματούλης» (Stitch head) του Στιβ Χάντσον: Ένα μικρό πλάσμα φτιαγμένο από διάφορα κομμάτια, δημιούργημα ενός παράξενου επιστήμονα, προσπαθεί να ανακαλύψει που ανήκει.
«Ο ασχημογλυκούλης» (Mochy, le chien le plus moche du monde) του Ζερεμί Ντεγκριζόν και του Γιανίς Μπελαίντ: Ο πιο άσχημος σκύλος στον κόσμο –και ο πιο χαριτωμένος– ονειρεύεται να πετύχει το ακατόρθωτο: να διαγωνιστεί στο περίφημο “Best in Dog Show”.





