Είδαμε πολλά τις μέρες που ακολούθησαν την απόφαση- βούλευμα των δικαστών του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά για την αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου. Ωμή και απροκάλυπτη παρέμβαση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, απόλυτη στοίχιση της κυβέρνησης με τις επιταγές των αφεντικών της, επικοινωνιακή τρομοϋστερία στο σύνολο των ΜΜΕ και σαφής κατευθυντήρια οδηγία της «μεγάλης οικογένειας» για την άρση της απόφασης. Όπερ και εγένετο. Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος επέστρεψε στη φυλακή, μια επιστροφή στην οποία τα κανάλια αφιέρωσαν περισσότερο χρόνο από την επίσκεψη του Μπραντ Πιτ στην Ύδρα για τα γυρίσματα της ταινίας του.
Κατόπιν, υπήρξαν αντιδράσεις για τις πολυποίκιλες παρεμβάσεις που δέχτηκε η δικαιοσύνη, με σημαντικότερη την σαφέστατη αντίδραση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων η οποία σε σχετική της ανακοίνωση ανέφερε μεταξύ άλλων: «Είναι από τις σπάνιες εκείνες φορές που υπουργείο Εξωτερικών άλλου Κράτους επιχειρεί να παρέμβει ανοιχτά στη Δικαιοσύνη της χώρας μας αν και καλά γνωρίζει το νόημα της διάκρισης των εξουσιών. Δεν ξέρουμε εάν στις ΗΠΑ πλέον συνηθίζεται η ακύρωση δικαστικών αποφάσεων από την κυβέρνηση, ωστόσο η δημοκρατία στην Ελλάδα και η σύμφυτη διάκριση των λειτουργιών αναθέτει την αρμοδιότητα για την διάγνωση των προϋποθέσεων υφ΄ όρων απόλυσης κρατουμένων, για οποιοδήποτε έγκλημα και αν κρατούνται στις φυλακές, αποκλειστικά στη δικαστική εξουσία». Επίσης, γράφτηκαν αρκετά κείμενα για την ηλικία και την εύθραυστη υγεία του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου και γενικά για την ανθρωπιστική διάσταση του θέματος. Δεν γράφτηκε, όμως, σχεδόν τίποτα για το ακανθώδες θέμα της ένοπλης βίας και τον ρόλο της επαναστατικής οργάνωσης 17Ν, για ενέργειες της οποίας καταδικάστηκε ως ηθικός αυτουργός ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος. Σα να συμφωνούν όλοι με την κυρίαρχη άποψη που καλλιέργησαν και επέβαλαν εδώ και πολλά χρόνια η εξουσία και τα ΜΜΕ, ισοπεδώνοντας την επαναστατική βία με την κακόφημη τρομοκρατία. Πέρασαν πλέον οι εποχές που οι ενέργειες της 17Ν είχαν μεγάλη απήχηση και πολύς κόσμος περίμενε τη δημοσίευση της προκήρυξης με την επιχειρηματολογία και την ανάληψη της ευθύνης από την επαναστατική οργάνωση. Είναι γεγονός ότι η Αριστερά σιωπά διαχρονικά γι’ αυτό το θέμα, σα να είναι κάτι που θέλει να διώξει από πάνω της. Έψαξα, λοιπόν, στο αρχείο των «Δαιμονικών» και βρήκα ένα σχετικό κείμενο με τίτλο «Δίκητης 17Ν: Η Αριστερά πρέπει να πάρει θέση», γραμμένο στις 4/12/2005. Παραθέτω ένα απόσπασμα το οποίο πιστεύω ότι είναι ενδιαφέρον και, παρά την παρέλευση εικοσαετίας, επίκαιρο:
«Η Αριστερά πρέπει να πάρει θέση σε μια σειρά ερωτήματα που, κάτω από την πίεση των γεγονότων και το φόβο της ταύτισης, απέφυγε να απαντήσει στο παρελθόν:
– Ανήκει η 17Ν στην επαναστατική Αριστερά, στην πολιτική της φιλοσοφία και στα οράματά της;
– Είναι η ένοπλη πάλη μια πολιτική πρακτική που ενυπάρχει στην παράδοση της Αριστεράς και κάτω από ποιες συνθήκες προκρίνεται ως αναγκαία;
– Η ένοπλη πάλη κι η τρομοκρατία είναι ταυτόσημες έννοιες;
– Οι φυλακισμένοι για συμμετοχή στη 17Ν είναι πολιτικοί κρατούμενοι και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται ή απλώς ποινικοί κρατούμενοι;
– Είναι αυτό το ζήτημα σημαντικό για την Αριστερά ή ένα ανεπιθύμητο βάρος που βιάζεται να ξεφορτωθεί; Το μέλλον αυτών που επέλεξαν την ένοπλη πάλη θα είναι, τώρα που επικράτησε η νέα παγκόσμια «τάξη», να ξεχαστούν στις φυλακές, να γίνουν “Αόρατοι” όπως λέει και στο ομότιτλο βιβλίο του το ηγετικό στέλεχος των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» Νάνι Μπαλεστρίνι και μάλιστα με την ανοχή της Αριστεράς;
– Είναι φανερό ότι η εξουσία με τη χρήση του τρομονόμου, των σύγχρονων ολοκληρωτικών μεθόδων παρακολούθησης και καταστολής των πολιτών, της ενεργοποίησης της συλλογικής ευθύνης και της ποινικοποίησης του φρονήματος, επιχειρεί να καταστήσει τους πολίτες ομήρους και την απονευρωμένη Αριστερά ανώδυνο άλλοθι του συστήματος. Το ζήτημα είναι αν η Αριστερά θα αντιδράσει».
Πάνος Δημητρούδης





