Ο Τζάκομο, πρόεδρος μια μεγάλης κατασκευαστικής εταιρίας στο Μιλάνο, αποφασίζει να προχωρήσει στην υλοποίηση ενός τεράστιου επιχειρηματικού σχεδίου: την κατασκευή ενός πολυτελούς τουριστικού συγκροτήματος σε μια όμορφη παραλία της Σαρδηνίας. Όμως ένας ηλικιωμένος βοσκός, ο Εφίσιο Μούλας, αρνείται να πουλήσει το σπίτι και τη γη που βόσκει τις αγελάδες του και το σχέδιο δεν μπορεί να προχωρήσει. Η εταιρεία στέλνει στο μικρό χωριό τον εργοδηγό Μαριάνο για να πείσει τον Εφίσιο. Όμως ο τελευταίος αρνείται πεισματικά, όλες τις οικονομικές προσφορές που διαρκώς αυξάνονται! Και ενώ τα χρόνια περνούν και η επένδυση δεν μπορεί να προχωρήσει, οι συγχωριανοί του Εφίσιο στρέφονται εναντίον του επειδή περιμένουν την επένδυση που υπόσχεται θέσεις εργασίας και μόνον η κόρη του Φραντσέσκα μένει να τον στηρίζει.

Η ταινία του Ρικάρντο Μιλάνι «Έτσι είναι η ζωή» (La Vita va Così) είναι μια εύστοχη δραματική κωμωδία εμπνευσμένη από πραγματικό γεγονός. Είναι μια ταινία που θέτει με τόλμη το ζήτημα του τουριστικής υπερεκμετάλλευσης, η οποία οδηγεί στον κορεσμό και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Ο γερο-Εφίσιο αντιπροσωπεύει την αντίσταση απέναντι στην καταστροφική επίθεση του κέρδους όπως αυτή εκφράζεται από λίγους ρομαντικούς και, γιατί όχι, πεισματάρηδες ιδεολόγους.

Ο ηλικιωμένος χωρικός δεν ενδιαφέρεται για τα χρήματα, δεν δελεάζεται από τα υλικά αγαθά. Αντίθετα αγωνίζεται για την προστασία του τόπου που γεννήθηκε και για τις παραδοσιακές αξίες με τις οποίες μεγάλωσε. Στο φινάλε, μάλιστα, ακούγεται να λέει ότι η παραλία Μπελάζα Μάνα «είναι όμορφη επειδή είναι για όλους». Όπως καταλαβαίνουμε λοιπόν η κατάρα του υπερτουρισμού αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα με δραματικά αποτελέσματα. Όπως λέει και ο ταξιτζής στην ταινία, που ζει από τον τουρισμό, ότι πρέπει να καταλαβαίνουμε που να σταματήσουμε! Κάτι που δυστυχώς δεν φαίνεται να καταλαβαίνει το αδηφάγο τουριστικό κεφάλαιο.

Απολαυστικός στον ρόλο του Εφίσιο Μούλας, είναι ο Τζουζέπε Ιγκνάτσιο Λόι. Ο Ρικάρντο Μιλάνι προσεγγίζει ανάλαφρα το θέμα του που όμως το μπολιάζει με δυνατές δραματικές πινελιές που τονίζουν τη σοβαρότητα του θέματος που θίγει. Ένα ζήτημα που γνωρίζουμε πολύ καλά και στη χώρα μας και που πολλοί από μας έχουμε πρόσφατες εικόνες τουριστικής υπερεκμετάλλευσης από τις καλοκαιρινές μας διακοπές.

Ο σκηνοθέτης εμπνεύστηκε την ταινία του από τον Οβίντιο Μάρας, βοσκό από τη Σαρδηνία, ο οποίος αντιτάχθηκε – αντιστάθηκε σε μια μεγάλη τουριστική επένδυση σε μια παραλία στο νησί του, τη Σαρδηνία. Ο Μάρας που πέθανε σε ηλικία 93 ετών, απασχόλησε την ιταλική και διεθνή κοινή γνώμη με τη στάση του.

Η ταινία σημείωσε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στη γειτονική χώρα.

Προβάλλονται επίσης

«Πατρίδα» (Fatherland) του Πάβελ Παβλικόφσκι: Ο βραβευμένος με Όσκαρ πολωνός σκηνοθέτης επιστρέφει με μια βαθιά πολιτική και

συναισθηματικά συμπυκνωμένη ταινία για την πατρίδα, την εξορία, την ενοχή και την αδυναμία επιστροφής σε έναν τόπο που έχει αλλάξει για πάντα.

Ο Παβλικόφσκι στρέφει το βλέμμα του στη μεταπολεμική Ευρώπη, μέσα από ένα οδικό ταξίδι του Τόμας Μαν και της κόρης του, Έρικα, σε μια κατεστραμμένη Γερμανία. Στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου, ο βραβευμένος με Νόμπελ συγγραφέας Τόμας Μαν επιστρέφει για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο στη Γερμανία, έχοντας περάσει χρόνια αυτοεξορίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μαζί με την κόρη του, Έρικα Μαν, ηθοποιό και συγγραφέα, ξεκινούν ένα απαιτητικό και βαθιά συγκινητικό οδικό ταξίδι με μια μαύρη Μπουίκ, διασχίζοντας μια χώρα ακόμη σημαδεμένη από την καταστροφή: από τη Φρανκφούρτη, υπό αμερικανική επιρροή, έως τη Βαϊμάρη, υπό σοβιετικό έλεγχο.

Καθώς πατέρας και κόρη διασχίζουν μια διχασμένη Γερμανία, η διαδρομή τους γίνεται αναμέτρηση με το παρελθόν, τις πολιτικές επιλογές, την οικογενειακή μνήμη και το ηθικό βάρος μιας χώρας που

προσπαθεί να κοιτάξει μπροστά χωρίς να έχει πραγματικά συμφιλιωθεί με όσα προηγήθηκαν.

Στο κέντρο της ταινίας βρίσκεται η σχέση ανάμεσα στον Τόμας Μαν, έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα, και την κόρη του, Έρικα. Η διαδρομή τους μέσα στη μεταπολεμική Γερμανία φέρνει στην επιφάνεια ερωτήματα για την ευθύνη των καλλιτεχνών και των διανοουμένων, για τη σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική, αλλά και για το κατά πόσο μπορεί κανείς να επιστρέψει πραγματικά σε μια πατρίδα που έχει προδώσει τον ίδιο της τον εαυτό.

«Spa weekend» των Τζον Λούκας και Σκοτ Μουρ: Τέσσερις φίλες από παιδιά καταφεύγουν σε ένα πολυτελές σπα, για ένα αξέχαστο σαββατοκύριακο αφιερωμένο στη διασκέδαση, το γέλιο και πολλές πραγματικά κακές αποφάσεις.

«Πτώση 2» (Fall 2: Deadpoint) των Μάικλ και Πίτερ Σπίρινγκ: Συντετριμμένη από τον θάνατο της αδελφής της, η Τζαξ Χάντερ έρχεται σε επαφή με τη Λους, τη θαρραλέα φίλη της αδελφής τηςκαι δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στο Όρος Κουάν της Ταϊλάνδης.

«Πινόκιο: Ξεκούρδιστος» (Pinocchio: Unstrung) του Ρις Φρέικ-Γουότερφιλντ: Ο Τζεπέτο χαρίζει στον εγγονό του, μια ζωντανή ξύλινη κούκλα με το όνομα Πινόκιο που μετατρέπεται σε μια ανεξέλεγκτη δύναμη που βυθίζει τον κόσμο σε έναν εφιάλτη τρόμου και σφαγής.

«Μπασού, ο μικρός ξένος» (Bashu, gharibeye koochak) του Μπαχράμ Μπειζαγιέ: Μετά τον θάνατο της οικογένειάς του σε βομβαρδισμό, ο νεαρός Μπασού εγκαταλείπει μόνος του το εμπόλεμο νότιο Ιράν. Ταινία του 1989.

«Ο δειλός» (Kapurush) του Σατγιαγίτ Ρέι: Ένας σεναριογράφος φιλοξενείται σε ένα σπίτι όπου ανακαλύπτει ότι η σύζυγος του οικοδεσπότη είναι η πρώην κοπέλα του. Ταινία του 1965::

«Paw poatrol: Κουτάβια και δεινόσαυροι» (PAW Patrol: The dino movie) του Καλ Μπρόυνκερ: Τα κουτάβια βρίσκονται αντιμέτωπα με μια σειρά από επικίνδυνες αποστολές διάσωσης.