φωτογραφία: ΛΙΑ ΦΩΚΑ/EUROKINISSI
Ο μεγάλος καύσωνας που πλήττει την Ευρώπη είναι ένα από τους πιο έντονους των τελευταίων ετών και ήδη έχει προκαλέσει σημαντική υπερβάλλουσα θνησιμότητα σε πολλές χώρες.
Στη Γαλλία, οι αρχές δημόσιας υγείας και διεθνή πρακτορεία όπως το AP και το Reuters αναφέρουν τουλάχιστον 1.000 επιπλέον θανάτους μέσα σε λίγες ημέρες, κυρίως ηλικιωμένων και ευάλωτων ατόμων που πέθαναν στα σπίτια τους ή σε δομές φροντίδας. Στην Ισπανία καταγράφονται περίπου 200–300 υπερβάλλοντες θάνατοι σε αντίστοιχο χρονικό διάστημα, ενώ στην Ιταλία και σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (Γερμανία, Τσεχία, Πολωνία) οι υγειονομικές αρχές μιλούν για δεκάδες έως εκατοντάδες επιπλέον θανάτους, με τα τελικά στοιχεία ακόμη να μην έχουν συγκεντρωθεί πλήρως λόγω χρονικής υστέρησης στη συλλογή δεδομένων.
Το επεισόδιο ξεκίνησε γύρω στις 20–22 Ιουνίου 2026 στη Δυτική Ευρώπη και σταδιακά μετακινήθηκε ανατολικά, με θερμοκρασίες που ξεπέρασαν τους 40°C σε πολλές περιοχές. Σε αρκετές χώρες καταρρίφθηκαν ιστορικά ρεκόρ θερμοκρασίας (Γερμανία, Πολωνία, Τσεχία, Ουγγαρία), ενώ η νυχτερινή θερμοκρασία παρέμεινε ασυνήθιστα υψηλή, γεγονός που αυξάνει τη θνησιμότητα επειδή δεν επιτρέπει στον ανθρώπινο οργανισμό να ανακάμψει.
Η επιστημονική κοινότητα τονίζει ότι τέτοια φαινόμενα δεν χαρακτηρίζονται πλέον “σπάνια κύματα καύσωνα” αλλά μέρος μιας νέας κανονικότητας. Μελέτες του δικτύου World Weather Attribution και του Lancet Countdown δείχνουν ότι η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή έχει αυξήσει σημαντικά τόσο τη συχνότητα όσο και την ένταση των καυσώνων στην Ευρώπη, καθιστώντας τα ακραία θερμικά επεισόδια περίπου πολλαπλάσια πιθανότερα (έως και δεκάδες ή εκατονταπλάσια σε ορισμένες μελέτες) σε σχέση με τη δεκαετία του 2000.
Παράλληλα, η Ευρώπη θεωρείται από τους ταχύτερα θερμαινόμενους ηπείρους στον πλανήτη, με τον ΠΟΥ να έχει προειδοποιήσει ότι η θνησιμότητα από τη ζέστη αυξάνεται σταθερά, ιδιαίτερα σε αστικές περιοχές με ελλιπή πράσινο και υψηλή ενεργειακή φτώχεια.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η ένταση του φαινομένου, αλλά και η δομική αδυναμία προσαρμογής λόγω ανισοτήτων: ανεπαρκής κλιματισμός σε ευάλωτες ομάδες, άνιση πρόσβαση σε δροσερούς χώρους, τεράστιο ενεργειακό κόστος που πλήττει τα πενιχρά εισοδήματα της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό και οι θάνατοι αυξάνονται δυσανάλογα ακόμη και σε χώρες με ανεπτυγμένα συστήματα υγείας.
Οι πρόσφατες μελέτες για την Ευρώπη δείχνουν ότι η θνησιμότητα από ακραία ζέστη δεν κατανέμεται “τυχαία”, αλλά ακολουθεί έντονα κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες. Έρευνα του ISGlobal, βασισμένη σε πάνω από 160 εκατομμύρια θανάτους σε 32 χώρες, καταλήγει ότι οι φτωχότερες περιοχές καθώς και εκείνες με τις μεγαλύτερες ανισότητες έχουν σημαντικά υψηλότερη θνησιμότητα από θερμοκρασιακά άκρα.
Άλλη μεγάλη μελέτη δείχνει ότι η οικονομική ανισότητα στην Ευρώπη ευθύνεται για πάνω από 100.000 επιπλέον θανάτους ετησίως από θερμικό στρες (ζέστη και ψύχος), και ότι η μείωση των ανισοτήτων θα μπορούσε να μειώσει τη θνησιμότητα έως και 30%.





