Το πρώτο και καλύτερο αφήγημα της ακροφιλελεύθερης ηγεμονίας είναι πως το εργατικό δυναμικό παντός τύπου –των χειρών, της διάνοιας κ.ο.κ.- μπορεί να τα καταφέρει κατά μόνας. Πως ατομικά, από όσους λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό μέχρι εκείνους που απολαμβάνουν σχετική και μάλλον προσωρινή ευζωία, μπορεί κανείς να διαπραγματευτεί το μεροκάματό του. Και αν τα ‘χει καλά με τ’ αφεντικό και, αν φερθεί «ξύπνια», μπορεί να προκόψει. Και να προσπεράσει τον/ην διπλανό/η, και να καρπωθεί το διάφορο. Μόνο άτομα υπάρχουν, εξάλλου: ούτε κοινωνία ούτε τάξεις με αντικρουόμενα συμφέροντα.

Έτσι, η διάρρηξη των από κάτω, βούτυρο στο παντεσπάνι των από πάνω, επετεύχθη.  Με μοχλό –τι άλλο;- τη συντριβή των συλλογικών οργάνων τα οποία πιστοποιούσαν και συμβόλιζαν την ενότητα και τους αγώνες των προλεταριακών τάξεων. Η ύπαρξη των εργατικών σωματείων, λοιπόν, πολεμήθηκε και υπονομεύτηκε τόσο ώστε να τα καταστήσουν «σφραγίδες». Επί της ουσίας, τα εξαφάνισαν. Ο συνδικαλισμός εξέπεσε. Κατήντησε χαρακτηρισμός προσβλητικός: το επίθετο «πουλημένη/ος» συνόδευε την καθεμία και τον καθένα που ασχολούνταν μ’ αυτόν.

Η –ανύπαρκτη- ΓΣΕΕ, επί παραδείγματι, ή τα συνέδρια της ΠΟΕ-ΟΤΑ σε πολυτελή θέρετρα στη Ρόδο και αλλού, συμπληρώνουν την εξιστόρηση που υπαγορεύει την απομάκρυνση κάθε εργάζομενης/ου από τους, υποτιθέμενους, «μηχανισμούς» του συνδικαλισμού. Μαζί με τα ξερά, καίγονται βεβαίως και τα χλωρά –αυτά κυρίως! Η αντιπολιτική είναι και πάλι εδώ, στέλνοντας «στον καναπέ» όλα εκείνα τα υποκείμενα που θα ’πρεπε να μετέχουν στις συλλογικές διαδικασίες. Τι κι αν αγωνίστριες και αγωνιστές -διωκόμενοι/ες εν πολλοίς, βλέπε περίπτωση Γενηδούνια- πασχίζουν καθημερινά για τα στοιχειώδη; Πριν από την πραγματική εξόντωση, λαμβάνουν χώρα οι δολοφονίες χαρακτήρων: ο όρος συνδικαλισμός, εξοβελισμένος από τον δημόσιο διάλογο, μπαίνει κατά περίπτωση μοναχά για να αμαυρωθεί. Οι λαϊκές μάζες ακολουθούν τον συστημικά επιβαλλόμενο συλλογισμό και αποσύρονται. Παλαιά σωματεία μετατρέπονται σε «σφραγίδες» ενώ δεν συστήνονται νέα. Ταυτόχρονα, ένας διάχυτος φόβος περιορίζει ακόμα και τα υποκείμενα εκείνα που κατανοούν τη χρεία των συλλογικών δράσεων. Όποια διεκδικούν, βλέπουν την πόρτα της εξόδου. Το συνηθέστερο, απολύονται. Για συμμετοχή σε απεργιακές κινητοποιήσεις, ούτε λόγος. «Στιγματίζονται». Και πληρώνουν το ανάλογο τίμημα.

Μπορεί όμως να ανατραπεί η σχέση εκμετάλλευσης, έστω, να προστατευτούν ζωές και δικαιώματα, εάν οι από κάτω δεν συσπειρωθούν; Διότι, αν και η δράση των συνδικαλιστικών κινημάτων περιορίζεται στα αυστηρά καπιταλιστικά πλαίσια, μπορεί ωστόσο να κρατά σε εγρήγορση τη μαχητική ενεργητικότητα του κόσμου της εργασίας. Να δημιουργεί, «κατά κάποιο τρόπο, ένα μόνιμο ρεζερβουάρ ενεργητικότητας του προλεταριάτου» (Λούξεμπουργκ) ώστε να δρα αποτελεσματικά την κατάλληλη στιγμή.

Όμως, τώρα, ένας, οδυνηρός, φαύλος κύκλος είναι εδώ: σε συνθήκες ιδεολογικής ηγεμονίας των από πάνω, πριν από τη δράση, καταστέλλεται η συμμετοχή. «Σιχάθηκα», «τους βαρέθηκα» και άλλα παρόμοια ηχηρά, είναι η μόνιμη επωδός όσων «κοιτούν το σπίτι τους». Εχουν ήδη πειστεί πως «τίποτα δεν αξίζει».

Η ανατροπή τούτης της πεποίθησης, με την επιστροφή στη μαζική πάλη εκείνων που καθημερινά μοχθούν και αδικούνται, αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κάθε πολιτικού σχηματισμού που –ισχυρίζεται πως- εκπροσωπεί όσες/ους, κατά το πρωθυπουργικό, εξαρτώνται από τον μισθό τους. 

Η συνειδητοποίηση από τον κόσμο της εργασίας πώς μοναχά ο λαός σώζει τον λαό, πως μοναχά μέσα από την οργανωμένη δράση στα σωματεία μπορεί να έλθει η «άσπρη μέρα» είναι τόσο κοινότοπο όσο και πρωτεύον. Η νίκη που κατήγαγε η άρχουσα τάξη, με το πλήγμα στις συνειδήσεις των από κάτω, εάν δεν ανατραπεί, θα θρηνούμε καθημερινά όλο και περισσότερα θύματα.

Είναι χρέος απέναντι στις γυναίκες της «Βιολάντας», αλλά και στα θύματα της μαύρης και αδήλωτης εργασίας, η σύσταση σωματείων εκεί όπου δεν υπάρχουν. Χρέος αξιακό, ηθικό και πολιτικό, που υπερβαίνει κάθε άλλο.