Φωτο: The White House / Flickr
Η στάση πληρωμών του αμερικανικού δημοσίου τελείωσε με τον Τραμπ να πανηγυρίζει ότι λύγισε τους Δημοκρατικούς, λίγες ημέρες μετά τον εκλογικό τους θρίαμβο στη Νέα Υόρκη, τη Βιρτζίνια, το Νιου Τζέρσεϊ και για το δημοψήφισμα στην Καλιφόρνια, ενώ εκατομμύρια πολίτες θα προσπαθήσουν να επουλώσουν τις πληγές τους μετά από ένα μήνα που δεν λάμβαναν διάφορα επιδόματα, μεταξύ των οποίων της επισιτιστικής βοήθειας.
H Βουλή με 222 ψήφους υπέρ και 209 κατά ψήφισε να τερματιστεί η διακοπή πληρωμών από την αμερικανική κυβέρνηση έως τα τέλη Ιανουαρίου, θέτοντας τέλος στην ιστορική στάση πληρωμών του Λευκού Οίκου, που διάρκεσε 43 ημέρες και οδήγησε εκατομμύρια πολίτες να τρέχουν στα συσσίτια, χωρίς να έχουν λάβει τα επιδόματα διατροφικής βοήθειας SNPA ή τα άλλα κοινωνικά τους επιδόματα, εκατομμύρια δημοσίους υπαλλήλους να μένουν χωρίς μισθό και χιλιάδες αεροπορικές πτήσεις να ακυρώνονται εξαιτίας της απροθυμίας των ελεγκτών κυκλοφορίας να εργαστούν δωρεάν.
Οκτώ Δημοκρατικοί στην αυλή του Τραμπ
Προηγούμενα οκτώ Δημοκρατικοί γερουσιαστές άλλαξαν στρατόπεδο και επέτρεψαν να περάσει από τη Γερουσία, με 60 υπέρ και 40 κατά, το επίμαχο σχέδιο για τη διατήρηση των επιδομάτων και των βοηθημάτων ασθενείας που προέβλεπε ο νόμος Ομπάμα, το γνωστό Obamacare, που είχε οδηγήσει σε εσωτερικές τριβές και τα δύο κόμματα.
Οι οκτώ Δημοκρατικοί γερουσιαστές υποστήριξαν την ανάγκη επαναλειτουργίας του δημοσίου και του ξεκαθαρίσματος των λογαριασμών με τους Ρεπουμπλικάνους για την επέκταση των επιδομάτων τον Δεκέμβριο. Για τους πιο προοδευτικούς, ριζοσπαστικούς και αριστερούς Δημοκρατικούς, η αλλαγή στάσης των οκτώ γερουσιαστών αποτέλεσε ένα μεγάλο πλήγμα μετά τις πρόσφατες μεγάλες εκλογικές νίκες των Δημοκρατικών.
Οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών για τις ευθύνες της δημοσιονομικής παράλυσης συμπλήρωσαν την αντιπαράθεση σχετικά με τη δημοσίευση νέων μέιλ για την υπόθεση Έπσταϊν, με τους Ρεπουμπλικάνους να επιμένουν ότι ο Τραμπ τον είχε διώξει πριν από δεκαετίες από το κλαμπ του γιατί ήταν αισχρός με τις γυναίκες υπαλλήλους του.
Το ερώτημα είναι εάν μετά την πρόσφατη μαζική συμμετοχή στις κάλπες στις δημοτικές εκλογές της Νέας Υόρκης και όχι μόνο, που κέρδισαν οι Δημοκρατικοί, οι ισπανόφωνοι και Αφροαμερικανοί ψηφοφόροι, οι άλλες μειοψηφίες, οι νέοι και οι γυναίκες θα συνεχίσουν να γυρίζουν την πλάτη στον Τραμπ; Θα θυμούνται το κυνήγι των μεταναστών και των ΛΟΑΤΚΙ; Ο πληθωρισμός και η ακρίβεια θα βαρύνουν στις κάλπες, όπως είχαν βαρύνει και στην κατάρρευση του Μπάιντεν; Δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι το 60% χρεώνει στον Τραμπ τις ευθύνες για τον πληθωρισμό και την ακρίβεια.
Με τη Wall Street στις κάλπες
Την ώρα που η Βουλή ετοιμαζόταν τα ψηφίσει το τέλος της στάσης πληρωμών του δημοσίου, ο Τραμπ συναντούσε στον Λευκό Οίκο την αφρόκρεμα των επενδυτών της Wall Street για να διασφαλίσει τεράστιες επενδύσεις που θα στηρίξουν την οικονομία και τους Ρεπουμπλικάνους υποψήφιους στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, που γενικά δεν προσελκύουν ιδιαίτερα τους ψηφοφόρους.
Στη συνάντηση πέρα από τον CEO του Nasdaq και άλλους μάνατζερ ήταν και ο CEO της JP Morgan, η οποία έχει ήδη ανακοινώσει επενδύσεις 1,5 τρισ. δολαρίων πρωτίστως σε ευρύτερους τομείς της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, όπως οι εφοδιαστικές αλυσίδες, η άμυνα, ο αεροδιαστημικός τομέας, η ενέργεια, η τεχνολογία. Ο Τραμπ έχει προχωρήσει παράλληλα σε υπογραφές συμφωνιών με μεγάλες εταιρείες, από την Apple έως των ορυκτών καυσίμων, ή πακέτα αγροτικών επιδοτήσεων, που μόνο για τους πολύπαθους καλλιεργητές σόγιας θα φθάσουν τα 2 εκατ. γαλόνια βιοκαυσίμων.
Μερίσματα από δασμούς;
«Ο Άνθρωπος των Δασμών», όπως αυτοαποκαλείται ο Τραμπ, δεν το βάζει κάτω. Ετοιμάζει, τουλάχιστον στα λόγια, μια νέα μεγάλη αντεπίθεση εξαγοράς ψήφων. Τη στιγμή που οι δασμοί βρίσκονται στο μικροσκόπιο του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο Τραμπ υπόσχεται ότι θα καταβάλει 2.000 δολάρια σε όλους τους αμερικανούς πολίτες με χαμηλό εισόδημα, γεγονός που γεννά προσδοκίες. Αν το υπερσυντηρητικό στην πράξη Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώσει τους δασμούς του, ο Τραμπ θα ρίξει την ευθύνη στο βαθύ κράτος.
Η δριμύτατη επίθεση του κυβερνήτη της Καλιφόρνιας Γκάβιν Νιούσομ εναντίον του αρνητή της κλιματικής κρίσης Τραμπ για τη δεύτερη αποχώρησή του από τη Συμφωνία του Παρισίου και μάλιστα από το βήμα της Συνόδου Κορυφής του ΟΗΕ για το Κλίμα στη Μπελέμ του Αμαζονίου ενίσχυσε την αισιοδοξία ορισμένων Δημοκρατικών ότι ο Νιούσομ θα μπορέσει να αποτελέσει έναν από τους πιο σοβαρούς διεκδικητές της προεδρίας από τον Βανς το 2028. Μαζί με τον Νιούσομ βρέθηκε στη Βραζιλία και η κυβερνήτης του πετρελαιοπαραγωγού Νέου Μεξικού Λούχαν Γκρίσαμ, που υποστηρίζει σθεναρά τις ανανεώσιμες πηγές.
Βενεζουέλα, Καραϊβική, Ισραήλ
Ο Τραμπ συνεχίζει να εμφανίζεται με δύο μέτρα και σταθμά προσπαθώντας να εγκλωβίσει στο εσωτερικό των ΗΠΑ τους πιο αντιδραστικούς, αντιαριστερούς και αντικομμουνιστές λατινοαμερικάνους και μη ψηφοφόρους, απειλώντας με επεμβάσεις τη Βενεζουέλα και την Κολομβία, χωρίς να ξεχνά να ρίξει μια ματιά και στη γειτονική Κούβα.
Στο πλαίσιο της διπρόσωπης αυτής ακροδεξιάς συνωμοσιολογίας θα μπορούσε κανείς κάλλιστα να συμπεριλάβει και την επιστολή του Τραμπ προς τον πρόεδρο του Ισραήλ Ισαάκ Χέρτσογκ για να δώσει χάρη στον ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, «ο οποίος έχει αγωνιστεί πλάι μου για μεγάλο χρονικό διάστημα, μεταξύ άλλων και εναντίον του πολύ σκληρού εχθρού του Ισραήλ, του Ιράν», όπως δήλωσε ο Τραμπ χαρακτηρίζοντας πολιτική και αδικαιολόγητη τη δίωξη. Για αδικαιολόγητη πολιτική δίωξη εναντίον του πραξικοπηματία Μπολσονάρου είχε κατηγορήσει ο Τραμπ το δικαστικό σύστημα και τον πρόεδρο της Βραζιλίας Λούλα, επιβάλλοντας εκδικητικούς δασμούς στη Βραζιλία και οδηγώντας στην άμεση ρήξη τις σχέσεις των δύο χωρών.
Επίθεση στο BBC
Χρησιμοποιώντας το μεγάλο πορτοφόλι του, ο Τραμπ απείλησε ότι θα μηνύσει το βρετανικό BBC, διεκδικώντας αποζημίωση 1 δισ. δολαρίων, για παραπλανητικά μονταρισμένο απόσπασμα ομιλίας του σε οπαδούς του πριν από την εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου του 2021. Το ντοκιμαντέρ είχε προβληθεί λίγες ημέρες πριν από τις αμερικανικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2024, αλλά ήρθε στην επιφάνεια από διαρροή εσωτερικού υπομνήματος του BBC από τη συντηρητική Daily Telegraph πριν από λίγες ημέρες.
Ο Τραμπ επιμένει ότι κάλεσε τους οπαδούς του σε «ειρηνική και πατριωτική διαμαρτυρία», κάτι που παρέλειψε το BBC. Παρόλο που το BBC ανακάλεσε και ζήτησε συγγνώμη, αποκεφαλίζοντας διαμέσου παραιτήσεων τους υπεύθυνους, τον γενικό διευθυντή ειδήσεων Τιμ Ντέιβι και την επικεφαλής του τμήματος ειδήσεων Ντέμπορα Τέρνες, ο Τραμπ άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο μήνυσης για συκοφαντική και παραπλανητική παρουσίαση της ομιλίας του, δεδομένου ότι έχει εμπειρία στο θέμα. Ο Τραμπ είχε ζητήσει από το CBS το 2024 αποζημίωση 20 δισ. δολαρίων, για να πάρει 14 εκατ. δολάρια, και τον Ιούλιο του 2025 μήνυσε τη Wall Street Journal διεκδικώντας 10 δισ. δολάρια, για άρθρο σχετικό με τους δεσμούς του με τον αποθανόντα Τζέφρι Έπσταϊν, που έχει καταδικαστεί για σεξουαλικά εγκλήματα.
Ο πρόεδρος του BBC Σαμίρ Σα παραδέχθηκε με επιστολή του στην Επιτροπή Πολιτισμού, Μέσων και Αθλητισμού της βρετανικής Βουλής το λάθος στην επεξεργασία του ρεπορτάζ, αλλά στο εσωτερικό του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού έχει ανοίξει το Κουτί τα Πανδώρας για τους εσωτερικούς ελέγχους, την ανεξαρτησία, την αμεροληψία, τη διαφάνεια των προγραμμάτων και της ενημέρωσης.
Ο βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ υποστήριξε την ανάγκη για ένα ισχυρό, ανεξάρτητο και δημόσιο BBC σε μια εποχή παραπληροφόρησης, καλώντας το Μέσο «να βάλει σε τάξη τα του οίκου του», αποφεύγοντας όμως να απαντήσει από το βήμα της Βουλής στο ερώτημα εάν θα ζητήσει από τον Τραμπ να μην διεκδικήσει αποζημίωση από το BBC. Ο Στάρμερ επιτέθηκε στους Συντηρητικούς υποστηρίζοντας ότι «μερικοί θα προτιμούσαν να μην υφίσταται το BBC».





