Οι Πανελλαδικές της ψυχικής εξουθένωσης σε μια κοινωνία της «διαρκούς επιτυχίας»

Ακόμα και ως ψυχολόγος είναι πλέον δύσκολο να αντιμετωπίσει κανείς τις τραγωδίες που εκτυλίσσονται γύρω από τις πανελλαδικές εξετάσεις ως μεμονωμένα περιστατικά «ατομικής ευαλωτότητας». Οι δύο δεκαεπτάχρονες μαθήτριες στην Ηλιούπολη, που έπεσαν στο κενό λίγες μόλις ημέρες πριν από τις εξετάσεις, δεν φέρνουν στην επιφάνεια μόνο την ψυχική κατάρρευση δύο εφήβων κοριτσιών. Αποκαλύπτουν κυρίως ένα ευρύτερο κοινωνικό τοπίο, μέσα στο οποίο η νεότητα εκπαιδεύεται να ζει υπό καθεστώς μόνιμης αξιολόγησης, διαρκούς ανταγωνισμού και υπαρξιακής ανασφάλειας.

Η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε υπήρξε εξίσου αποκαλυπτική. Η απάντηση στην αγωνία των μαθητών δεν ήταν η αποσυμπίεση, η παιδαγωγική φροντίδα ή η αμφισβήτηση του εξετασιοκεντρικού μοντέλου, αλλά η περαιτέρω κανονικοποίηση της πίεσης. Το άγχος παρουσιάζεται πλέον όχι ως πρόβλημα αλλά ως αναγκαία συνθήκη της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Το ελληνικό σχολείο δεν μπορεί να κατανοηθεί ως ένας ουδέτερος θεσμός μετάδοσης γνώσεων. Οι πανελλαδικές εξετάσεις, τα φροντιστήρια, οι μορφές αξιολόγησης, η ιδεολογία της «αριστείας» και οι ψυχικές συνέπειες της σχολικής αποτυχίας συγκροτούν ένα ενιαίο κοινωνικό πεδίο. Μέσα σε αυτό το πεδίο, η γνώση παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως διαδικασία καλλιέργειας και μετατρέπεται σε μηχανισμό ταξινόμησης, πιστοποίησης και διαρκούς σύγκρισης.

Στις σύγχρονες κοινωνίες, η εκπαίδευση δεν οργανώνει μόνο τη μετάδοση των γνώσεων αλλά και την ίδια τη σχέση των ανθρώπων με την επίδοση, την επιτυχία και την κοινωνική αναγνώριση. Η σχολική επιτυχία παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα αποκλειστικά ατομικής προσπάθειας, ενώ η αποτυχία βιώνεται ως προσωπικό έλλειμμα αξίας. Με αυτόν τον τρόπο, οι κοινωνικές ανισότητες μεταφράζονται σε ατομικές ευθύνες και η σχολική επίδοση αποκτά βαθύ ηθικό περιεχόμενο.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα βρίσκεται στο γεγονός ότι ολόκληρη η σχολική ζωή οργανώνεται γύρω από τις πανελλαδικές εξετάσεις. Η γνώση περιορίζεται συχνά στην απομνημόνευση και στην τεχνική εξάσκηση, ενώ η μαθητική εμπειρία μετατρέπεται σε μια μακρά προετοιμασία για μία διαρκή εξεταστική δοκιμασία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα δεν αποτελούν μία εξωτερική «δυσλειτουργία», αλλά ένα οργανικό συμπλήρωμα του ίδιου του συστήματος.

Το φροντιστήριο παίρνει τη μορφή ενός μηχανισμού εμπορευματοποίησης της κοινωνικής αγωνίας. Η ανασφάλεια της αγοράς εργασίας, η επισφαλής εργασία και η διαρκής αβεβαιότητα καθιστούν την πανεπιστημιακή επιτυχία σχεδόν υπαρξιακό στόχο για ένα μεγάλο μέρος των οικογενειών. Η αποτυχία δεν βιώνεται μόνο ως σχολική αποτυχία αλλά και ως κίνδυνος κοινωνικής περιθωριοποίησης. Έτσι, η παραπαιδεία μετατρέπεται σε μία αναγκαία επένδυση επιβίωσης.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδύεται η ιδεολογία της «αριστείας». Οι μαθητές δεν ξεκινούν από το ίδιο κοινωνικό σημείο. Άλλοι διαθέτουν οικονομικούς πόρους, πολιτισμικό κεφάλαιο, πρόσβαση σε ακριβότερα φροντιστήρια, ψηφιακά εργαλεία και ένα υποστηρικτικό μορφωτικό περιβάλλον, ενώ άλλοι καλούνται να ανταγωνιστούν μέσα από πολύ πιο περιορισμένες συνθήκες. Ωστόσο, το εκπαιδευτικό σύστημα παρουσιάζει το αποτέλεσμα ως αποκλειστικά ατομικό επίτευγμα.

Η ψυχική πίεση που βιώνουν χιλιάδες μαθητές δεν μπορεί, επομένως, να ερμηνευθεί αποκλειστικά με ψυχολογικούς όρους. Η κατάθλιψη, οι κρίσεις πανικού, η ματαίωση και οι μορφές ψυχικής εξάντλησης δεν αποτελούν μόνο ατομικές δυσκολίες αλλά και κοινωνικά παραγόμενες εμπειρίες.

Παρ’ όλα αυτά, η κυρίαρχη ψυχολογική κουλτούρα επιμένει συχνά να αντιμετωπίζει την οδύνη ως πρόβλημα «ανθεκτικότητας», «διαχείρισης του άγχους» ή ατομικής προσαρμογής.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται και η ευθύνη της ίδιας της επιστήμης της ψυχολογίας, όταν αυτή ασκείται αποκομμένα από το κοινωνικό της πλαίσιο. Όσο περισσότερο η οδύνη ερμηνεύεται αποκλειστικά ως ατομική δυσκολία διαχείρισης, τόσο περισσότερο αόρατες καθίστανται οι κοινωνικές συνθήκες που παράγουν την ανασφάλεια, τον φόβο και τη διαρκή αίσθηση ανεπάρκειας. Αντί να αμφισβητείται ένα σχολείο που οργανώνει τη ζωή των εφήβων γύρω από τη διαρκή αξιολόγηση και τον φόβο της αποτυχίας, αμφισβητείται συχνά η ίδια η ψυχική επάρκεια των μαθητών.

Ίσως τελικά το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι ολοένα περισσότεροι νέοι άνθρωποι λυγίζουν κάτω από αυτή την πίεση. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι μια ολόκληρη κοινωνία αρχίζει σταδιακά να θεωρεί αυτή την εξουθένωση φυσιολογική.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι μαθητές αντέχουν επαρκώς την πίεση των πανελλαδικών εξετάσεων. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί μία κοινωνία θεωρεί φυσιολογικό να οργανώνει τη ζωή των νέων ανθρώπων γύρω από τόσο ακραίες μορφές αξιολόγησης, φόβου και ψυχικής εξουθένωσης. Και, τελικά, γιατί η ανθρώπινη αξία εξακολουθεί να μετριέται μέσα από δείκτες επίδοσης, παραγωγικότητας και «επιτυχίας».

Φωτογραφία: Maulana Ahmad / Unsplash