Μπορεί μια γυναίκα που πάσχει από άνοια να επιθυμήσει το ερωτικό άγγιγμα; Μπορεί ένας άνδρας να το προσφέρει στην άρρωστη γυναίκα του ή η πράξη του θεωρείται ως μη συναινετική άρα είναι παράνομη;

Αυτό είναι το τεράστιο ερώτημα που δημιουργείται βλέποντας τις πρώτες σκηνές από τη «Βασίλισσα της θάλασσας» (Queen at sea) του Λανς Χάμερ. Σκηνές όπου η Αμάντα που επισκέπτεται την μητέρα της Λέσλι, βρίσκει τον πατριό της Μάρτιν να κάνει έρωτα μαζί της. Σοκαρισμένη καλεί την αστυνομία σε μια προσπάθεια να μην ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Ο Μάρτιν επιμένει ότι η επαφή κάνει καλό στη γυναίκα του, την οποία υπεραγαπά και ότι είναι η ίδια που αποζητά το ερωτικό άγγιγμα. Στη συνέχεια η Λέσλι μπαίνει σε ίδρυμα ενώ η κόρη και ο άνδρας της προσπαθούν και την φροντίζουν όσο καλύτερα γίνεται, με σεβασμό στην προσωπική της αυτονομία. Δύσκολη κατάσταση με το αναπάντεχο να καραδοκεί.

Πολύ δυνατή ταινία που ανοίγει θέματα και δημιουργεί αναπάντητα ερωτήματα. Τα όσα εξελίσσονται δείχνουν αυτό ακριβώς: ότι δεν υπάρχουν ποτέ ενδεδειγμένες λύσεις ούτε ασφαλείς απαντήσεις! Αλήθεια τι ήταν εκείνο που ώθησε τον Λανς Χάμερ να ασχοληθεί και να ανοίξει ένα τέτοιο θέμα; Η ιδέα προέκυψε από πραγματικές ιστορίες για συζύγους με άνοια και τα παιδιά τους που αμφισβητούν, αν εξακολουθούν να μπορούν να συναινούν σε σεξουαλικές σχέσεις.

Η ταινία κέρδισε το Βραβείο της επιτροπής στο Φεστιβάλ του Βερολίνου. Η Άννα Κάλντερ-Μάρσαλ στον ρόλο της Λέσλι, είναι συγκλονιστική. Χωρίς να μιλάει, παίζει μόνον με τις σιωπές, τα βλέμματα και τις κινήσεις. Κοντά της στέκεται επάξια ο Τομ Κόρντνεϊ στον ρόλο του Μάρτιν. Οι δυο τους τιμήθηκαν με βραβείο ερμηνείας στο ίδιο φεστιβάλ. Τα εύσημα βέβαια και στη Ζιλιέτ Μπινός στον ρόλο της Αμάντας.

Το φως μέσα στο σκοτάδι

Ο Πάουλι, νεαρός αλλά ταλαντούχος φλαουτίστας, επιστρέφει στην Ράουμα, τη μικρή φιλανδική πόλη που γεννήθηκε κοντά στους γονείς του. Φαίνεται ότι έχει αντιμετωπίσει κάποιο προσωπικό πρόβλημα το οποίο προσπαθεί να ξεπεράσει ενώ παράλληλα προετοιμάζεται για κάποιο ρεσιτάλ που πρόκειται να δώσει. Στο διάστημα αυτό γνωρίζεται με την Άιρις, μια ανήσυχη κοπέλα που παίζει μουσική, η οποία του προτείνει να δημιουργήσουν μία μπάντα και να ασχοληθούν με την πειραματική μουσική. Οι αρχικές του αντιρρήσεις θα καμφθούν και σύντομα ο Πάουλι, η Άιρις και ο Μάτι θα στήσουν τη μπάντα τους και τότε ξεκινά ένα αναπάντεχο ταξίδι σε άγνωστους δρόμους της δημιουργίας.

Το «Ένα φως που δεν σβήνει ποτέ» (Jossain on valo joka ei sammu) του Λάουρι-Μάτι Πάρπεϊ είναι μια από εκείνες τις ταινίες από τον βορρά που μαζί με τη φαινομενική ψυχρότητα κουβαλούν μέσα τους κρυμμένη την τρυφερότητα και την ανθρώπινη ζεστασιά.

Ο Πάουλι είναι ένας αποσταθεροποιημένος άνθρωπος που έχει ανάγκη από τους άλλους. Και ενώ οι γονείς του, του παρέχουν την καλύτερη δυνατή προστασία και το ιδανικό περιβάλλον για να ξεπεράσει τα προβλήματά του εκείνος μοιάζει απογοητευμένος, σχεδόν παραιτημένος. Μόνον όταν θα γνωρίσει την Άιρις και θα γίνει αποδέκτης της πρότασής της θα ταρακουνηθεί. Τότε θα έρθει σε σύγκρουση με όλα εκείνα που είχε τακτοποιημένα μέσα του και θα τα αμφισβητήσει.

Μια χαμηλότονη, ήρεμη, τρυφερή ταινία που κρύβει όμως μέσα της ένα δυνατό φως. Το φως της προσωπικής λύτρωσης. Ο Πάρπεϊ επιλέγει καθαρά, ισορροπημένα πλάνα για να αφηγηθεί της ιστορία του και να αναδείξει τους χαρακτήρες του. Βαθιά ανθρώπινος και με ένα πολύ αδιόρατο χιούμορ, δεν αφήνεται να παρασυρθεί από το δράμα αλλά επιλέγει την αισιοδοξία. Οι ήρωές του είναι νέοι άνθρωποι που αγωνίζονται να ξεφύγουν είτε από τον κακό τους εαυτό είτε από την ασφυξία της μικρής επαρχιακής πόλης. Η συνάντησή τους και η λαχτάρα για δημιουργία ως διέξοδο είναι εκείνη που θα έρθει καταλυτικά να φωτίσει τα σκοτάδια τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μουσική υπόκρουση αφού η μόνη μουσική που ακούγεται είναι ό,τι παίζουν οι ηθοποιοί μπροστά στην κάμερα! Και, σας διαβεβαιώ, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό!

Βραβείο καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, μουσικής, ήχου και ερμηνειών (Σάμουελ Κουγιάλα – Πάουλι και Άννα Ροσαλίινα Κάουνο – Άιρις), στα εθνικά βραβεία της Φιλανδίας.

Για τη Γαλλία και την ελευθερία

Ενώ η Γαλλία φλέγεται από τις βίαιες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις προβάλλεται η δεύτερη ταινία του δίπτυχου για τον στρατηγό Ντε Γκολ που σκηνοθέτησε ο Αντονέν Μποντρί «Ντε Γκωλ: Προς την Ελευθερία» (La bataille de Gaulle; J’ecris ton nom). Προηγήθηκε πριν από δύο εβδομάδες «Η ώρα της αντίστασης» με τον στρατηγό μετά την κατάληψη της Γαλλίας από τους ναζί το 1940, να διαφεύγει στο Λονδίνο για να οργανώσει την αντίσταση. Τώρα είμαστε στο 1943-1944 αρχής γενομένης από τη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκας (14-24/1/943), με τον Ντε Γκολ να διαπραγματεύεται σκληρά με τους Ρούζβελτ και Τσόρτσιλ ώστε να εξασφαλίσει την πλήρη ανεξαρτησία της Γαλλίας μετά την απελευθέρωση, σε αντίθεση με τον Ρούζβελτ που σχεδιάζει την εξάρτηση της χώρας από τους συμμάχους. Παράλληλα παρακολουθούμε τη δράση των αντιστασιακών ομάδων εντός της χώρας.

Η ταινία (όπως και το πρώτο μέρος) είναι μια εντυπωσιακή βιογραφία για μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες όχι μόνο της Γαλλίας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης. Ο στρατηγός Σαρλ Ντε Γκολ, με τις αντιφάσεις και τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν σχεδόν όλες τις μεγάλες ιστορικές μορφές, σημάδεψε την Ιστορία και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απελευθέρωση της πατρίδας του από τους ναζί. Όμως ακόμη πιο σημαντικός ήταν ο ρόλος του στη διατήρηση της πλήρους ανεξαρτησίας της Γαλλίας, κάτι που δεν θα ήθελε ο Ρούζβελτ.

Ο Αντονέν Μποντρί σκηνοθέτησε μια εντυπωσιακή ιστορική ταινία που σίγουρα κολακεύει τον γαλλικό πατριωτισμό. Επίσης αναδεικνύει την έντονη δράση και τη δυναμική της γαλλικής αντίστασης. Δεν αναδεικνύει όμως στο βαθμό που της αναλογεί, τη συνεισφορά της γαλλικής αριστεράς και ιδίως των κομμουνιστών που σήκωσαν μεγάλο βάρος της αντίστασης και θρήνησαν πολλά θύματα.

Κατά τα λοιπά, ο Μποντρί χειρίζεται πολύ καλά το υλικό που έχει στα χέρια τους, με ευφάνταστα πλάνα και δυναμικά κοντινά. Εντυπωσιακές επίσης είναι οι σκηνές με τις μάχες.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί ο γεγονός ότι ο Μποντρί καταφέρνει να αναδείξει την προσωπικότητα και τον ιστορικό ρόλο του Ντε Γκολ χωρίς να πέσει στην παγίδα της αγιοποίησης.

Σε γενικές γραμμές η ταινία μου άφησε θετικές εντυπώσεις.

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Clayface» του Τζέιμς Γουότκινς: Ο Ματ Χάγκεν, έναν ανερχόμενος ηθοποιός, βλέπει τη ζωή και την καριέρα του να καταστρέφονται μετά από μια βίαιη επίθεση γκάνγκστερ που τον αφήνει φρικτά παραμορφωμένο. Σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει την εμφάνισή του και να σώσει το μέλλον του, ο Χάγκεν στρέφεται σε μια πειραματική, ιατρική θεραπεία. Ωστόσο, η επέμβαση έχει ολέθριες συνέπειες. Το σώμα του αρχίζει να μεταλλάσσεται ανεξέλεγκτα σε μια εύπλαστη, πήλινη μάζα, χαρίζοντάς του τρομακτικές ικανότητες μεταμόρφωσης, αλλά ταυτόχρονα διαβρώνοντας την ίδια την ανθρώπινη υπόστασή του. Παγιδευμένος ανάμεσα στην απώλεια της ταυτότητάς του και τη δίψα για δικαιοσύνη, ο Χάγκεν ξεκινά έναν αιματηρό αγώνα εναντίον εκείνων που τον κατέστρεψαν, μετατρέποντας την τραγωδία του στο απόλυτο όπλο εκδίκησης.

«Motor city» του Πότσι Ποντσιρόλι: Ντιτρόιτ, δεκαετία 1970. Η ζωή του Τζον Μίλερ, ενός εργάτη αυτοκινητοβιομηχανίας, καταστρέφεται όταν παγιδεύεται από έναν αδίστακτο μαφιόζο και πηγαίνει φυλακή. Χρόνια αργότερα, σκληραγωγημένος και σημαδεμένος από το παρελθόν, ο Μίλερ επιστρέφει αποφασισμένος να πάρει πίσω όσα του στέρησαν -τη ζωή του, αλλά και τη γυναίκα που αγάπησε- και εξαπολύει ένα κύμα εκδίκησης σε όσους τον πρόδωσαν.

«The influencer project» του Μάικ Νάιμπρο:  Η ινφλουένσερ Κιάρα Κινγκ ταξιδεύει στην Κοπεγχάγη για να δείξει την αφιλτράριστη πλευρά της ζωής της. Καθώς οι κάμερες καταγράφουν κάθε της κίνηση, ένας εμμονικός stalker αρχίζει να την παρακολουθεί. Σύντομα, τα όρια ανάμεσα στους θαυμαστές και την απειλή, την πραγματικότητα και τη μυθοπλασία αρχίζουν να θολώνουν.

«Γάτες στο μουσείο 2: Οι θησαυροί της Αιγύπτου» (Koty Ermitanzha 2. Tayna Egipetskogoz ala), του Βασίλι Ροβένσκι: Ο Μορίς ανακαλύπτει έναν αρχαίο πάπυρο, με ένα χάρτη που οδηγεί στο Τζίνι της Αιγύπτου. Ο θρύλος λέει πως το Τζίνι εκπληρώνει μία μόνο ευχή κάθε χίλια χρόνια. Το πρόβλημα είναι ότι καθένας τους έχει στο μυαλό του κάτι διαφορετικό.