Τα άλογα του Αίνου αποτελούν έναν πληθυσμό ελεύθερων αλόγων που για σχεδόν έναν αιώνα διαβιούσε εντός του Εθνικού Δρυμού του Αίνου. Για δεκαετίες, ήταν από τα πιο αγαπητά ζώα για τους κατοίκους της Κεφαλονιάς, κομμάτι της συλλογικής μνήμης και της ταυτότητας του νησιού. Σύμφωνα με ερευνητές που είχαν μελετήσει τον πληθυσμό στο παρελθόν, αποτελούν σημαντικό στοιχείο του οικοσυστήματος, μέρος της βιοποικιλότητας, και φυσική κληρονομιά που πρέπει να διατηρηθεί. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, λόγω ανθρωπογενών πιέσεων και παρεμβάσεων, μέρος του πληθυσμού έχει μετακινηθεί εκτός δρυμού, κοντά και μέσα σε οικισμούς στις νοτιότερες περιοχές. Ανάμεσα στα πιθανά αίτια αυτής της μετακίνησης αναφέρονται οι πιέσεις που δέχονταν τα άλογα στον δρυμό, όπως η υπερβόσκηση, η δυσκολία πρόσβασης σε επαρκείς ποσότητες νερού, αλλά και ενδεχομένως, κακές πρακτικές που οδηγούν στην εξοικείωση με τον άνθρωπο.
Η απουσία ενός κατάλληλου θεσμικού πλαισίου προστασίας για τον συγκεκριμένο πληθυσμό, η ελλιπής ενημέρωση των κατοίκων, και η αδράνεια της Πολιτείας και των δημόσιων φορέων, έχουν δημιουργήσει μια δύσκολη συνθήκη. Οι κάτοικοι βιώνουν εγκατάλειψη και ταυτόχρονα, στο θεσμικό κενό παρεμβαίνουν ιδιώτες αναλαμβάνοντας αποσπασματικές πρωτοβουλίες και δράσεις. Οι τελευταίες συχνά λειτουργούν σε βάρος των αλόγων και εντείνουν τις συγκρούσεις στην τοπική κοινωνία.
Οι βιώσιμες λύσεις, που είχαν προταθεί το 2013 από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, στην κατεύθυνση διατήρησης του πληθυσμού και συνύπαρξης, δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Από την προστασία, τη διατήρηση και τη συνύπαρξη, η συζήτηση τείνει πλέον να περιορίζεται στον έλεγχο του πληθυσμού των αλόγων και τη στείρωση, περιγράφοντας τα άλογα με όρους προβλήματος. Κι ενώ δεν υπάρχει καμιά επίσημη πρόσφατη καταγραφή, αυτό που επικρατεί είναι φήμες και κινδυνολογία. Ο πληθυσμός των αλόγων, ωστόσο, εξακολουθεί να είναι ευάλωτος και υπό πίεση, αν και ενδέχεται να έχει αυξηθεί. Η τελευταία καταμέτρηση έγινε το 2023 από ερευνητές του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάνει λόγο για μόλις 31 άλογα, ενώ προτείνει να στειρωθεί πάνω από το 70% του πληθυσμού. Ωστόσο, μια τέτοια παρέμβαση θα αποτελούσε άμεση απειλή για την επιβίωση ενός απομονωμένου πληθυσμού σε νησί. Η γενετική ποικιλότητα θα μειωνόταν δραστικά, η βαριά ομομιξία θα οδηγούσε σε γενετικό εκφυλισμό, ο πληθυσμός θα ήταν εξαιρετικά ευάλωτος σε τυχαία συμβάντα, και η κοινωνική δομή του, που είναι συνδεδεμένη άμεση με την αναπαραγωγή του, θα καταστρεφόταν. Σε αντίθεση, στη διεθνή επιστημονική κοινότητα, τα ελεύθερα άλογα αναγνωρίζονται ως σημαντική οικολογική δύναμη, ειδικά σε ερημοποιημένες αγροτικές περιοχές, και επισημαίνεται η ανάγκη διατήρησης εύρωστων, και όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητων πληθυσμών στη φύση.
Η ιδιαιτερότητα των αλόγων του Αίνου δεν έγκειται αποκλειστικά στο κατά πόσον πληρούν τον αυστηρά βιολογικό ορισμό του άγριου ζώου, ούτε στην έννοια της φυλής, αλλά στο ότι αποτελούν, επί δεκαετίες, έναν ελεύθερα διαβιούντα πληθυσμό αλόγων με σημαντική σχέση με την τοπική κοινωνία και το περιβάλλον, έναν ελεύθερο τρόπο ζωής και ξεχωριστή οργάνωση. Στη βάση αυτή, είναι ανάγκη η Πολιτεία να κινηθεί άμεσα στην κατ’ εξαίρεση θεσμική αναγνώρισή τους ως ενός ιστορικού πληθυσμού ελεύθερα διαβιούντων άγριων ή ημιάγριων αλόγων, με ιδιαίτερη φυσική, πολιτισμική και ιστορική σημασία για την Κεφαλονιά. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να προσδιοριστεί το αντίστοιχο νομικό και διοικητικό πλαίσιο προστασίας.
Η αναγνώριση του συνόλου του πληθυσμού των αλόγων –όσων έχουν παραμείνει στο βουνό και όσων έχουν μετακινηθεί– δεν θα είναι τυπική και συμβολική. Αντίθετα, θα δεσμεύει την Πολιτεία και θα θέτει ένα τεκμηριωμένο, ολιστικό πλαίσιο προστασίας και διατήρησης του πληθυσμού και θα ορίζει τον αρμόδιο δημόσιο φορέα διαχείρισής του. Θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τι σημαίνει ευζωία και έκφραση της φυσιολογικής συμπεριφοράς για έναν ελεύθερο πληθυσμό αλόγων, αλλά και την ιστορική σχέση του με την τοπική κοινωνία.
Ζητήματα, όπως η πιθανή ανάμειξη του πληθυσμού με πιο πρόσφατα απελευθερωμένα άλογα, η εξοικείωση με τον άνθρωπο, και η δυνατότητα σταδιακής επιστροφής στο φυσικό περιβάλλον, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με σοβαρό τρόπο από ειδικούς ερευνητές στην κατεύθυνση προστασίας και διατήρησης του συνόλου του πληθυσμού και σε συνεργασία με κοινωνικούς επιστήμονες, τους τοπικούς φορείς, και την τοπική κοινωνία.
Στην αντίθετη περίπτωση, τα άλογα θα παραμείνουν θύματα εγκατάλειψης και έρμαια ευκαιριακών και πρόχειρων ή αποικιοκρατικού τύπου προσεγγίσεων μέχρι τον τελικό αφανισμό τους.
CREDIT: Martyn Green





