Σταμάτης Πολενάκης «Προς Δαμασκόν», εκδόσεις Ενύπνιον, 2024
«Εγώ σηκώθηκα και περπάτησα επί των κυμάτων Κύριε όπως το αθώο παιδί που διασχίζει τρέχοντας τον μοιραίο δρόμο για να πιάσει την μπάλα του». Ο στίχος ανήκει στον ποιητή Σταμάτη Πολενάκη (γ. 1970) και την πρόσφατη ποιητική του συλλογή «Προς Δαμασκόν».
Η επιλογή του τίτλου οπωσδήποτε προϊδεάζει για την πνευματική και ψυχική περιπλάνηση που θα ακολουθήσει στα ποιήματα αυτού του βιβλίου. Ο τίτλος είναι μία σαφής αναφορά στη μεταστροφή του Αποστόλου Παύλου από διώκτη των χριστιανών (με το όνομα Σαούλ) σε Απόστολο των Εθνών, ενώ βρισκόταν καθ’ οδόν προς τη Δαμασκό. Δύο ερωτήματα προκύπτουν ακαριαία. Ποια είναι η προσωπική Δαμασκός του ποιητή και ποια η μεταστροφή που συντελείται;
Σ’ αυτό το ταξίδι ενδοσκόπησης κι αυτογνωσίας -που θα περιμέναμε να βιωθεί ως εμπειρία αλλαγής από τον έναν εαυτό σε έναν άλλον, από μια φιλοσοφία ζωής σε μια άλλη- βλέπουμε τον ποιητή αμετακίνητο, ακλόνητο. Τα πιστεύω του δεν αλλάζουν. Η μεταστροφή προς μεγάλη μας έκπληξη δεν συντελείται, το θαύμα της Δαμασκού με τον Χριστό να απευθύνεται οραματικά στον έφιππο Σαούλ και να τον ρωτά «Σαούλ, τι με διώκεις;», δεν συμβαίνει.
Στη χριστιανική φιλολογία, στον δρόμο προς την Δαμασκό ο Σαούλ χάνει τις αισθήσεις του και όταν συνέρχεται, είναι τυφλός. Οδηγείται στην πόλη της Δαμασκού και, αφού υπόσχεται πως θα πάψει να καταδιώκει χριστιανούς, βρίσκει το φως του και βαφτίζεται Παύλος. Η υπονόμευση, η ακύρωση του θαύματος της μεταστροφής του Παύλου είναι μια πρόθεση που γίνεται αντιληπτή από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής του Πολενάκη. Στην «Ιδρυτική Διακήρυξη της νέας πόλεως» διαβάζουμε:
«Ας μη φυσήξει ξανά ο απαλός άνεμος/ στα πανιά των γέρικων πλοίων/ ας μην αναχωρήσουν ξανά για νέες/ ηπείρους ανεξερεύνητες/ ας μείνουν τα πλοία ακίνητα στα λιμάνια/ δεν επιθυμούμε άλλο να εξευμενίσουμε τους θυμωμένους θεούς/ δεν επιθυμούμε να χτίσουμε ούτε να καταστρέψουμε/ δεν επιθυμούμε τίποτα· ούτε καν την αιωνιότητα/ και κυρίως δεν επιθυμούμε να ιδρύσουμε μια νέα πόλη/ γι’ αυτό ποτέ δεν θα κατασκευάσουμε τη μεγάλη/ πέτρινη γέφυρα που θ’ αγγίξει τον ουρανό/ ποτέ ξανά με σώματα παιδιών στα θεμέλια·/ απέναντι στις φονικές ουτοπίες/ ας αντιτάξουμε την αθώα αγάπη του Fourier για τα άνθη».
Βιβλίο γνήσια πολιτικό
Ο Πολενάκης στον δρόμο για τη Δαμασκό μάς δίνει ένα βιβλίο γνήσια πολιτικό. Η ιστορία του Σαούλ/Παύλου ανατρέπεται. Γιατί; «Γιατί όσα είπαμε παλιά ισχύουν», όπως μας διαβεβαίωσε σχολιάζοντας τα ποιήματα της Δαμασκού ο ίδιος ο Πολενάκης επικαλούμενος τον Μάρκο Μέσκο στην πρόσφατη βραδιά παρουσίασης της συλλογής. Το θαύμα, λοιπόν, δεν συμβαίνει.
Κάνω εδώ μια παρένθεση κι ανακαλώ κάποιους στίχους του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου που ταιριάζουν, από το ποίημα «Το θαύμα», αφιερωμένο στη μνήμη του Βύρωνα Λεοντάρη. Γράφει εκεί ο Λυκιαρδόπουλος: «Δείξαμε στο τέλος τα ρέστα μας/ μια θαλασσόβρεχτη συντροφικότητα/ ‒ το δικό μας θαύμα/ κι ας μην αγιάσαμε ποτέ».
Ο Πολενάκης στην Δαμασκό μοιάζει να στέκεται όλο και πιο σιμά στους παραπάνω ποιητές όταν μεταξύ άλλων γράφει το «Μικρό ποίημα για την ποίηση της ήττας», αλλά και το «Please do not disturb», στο οποίο λέει: «Ας είμαστε ειλικρινείς· το ποίημα αυτό όπως άλλωστε κάθε ποίημα είναι μία ομολογία ήττας. Ούτε ο θόρυβος από τις βαριές αλυσίδες που σέρνονται ούτε η κραυγή που βγάζουν οι μυστηριώδεις γυναίκες της Σιβηρίας ούτε τα τύμπανα των ποιητών στον Άδη ούτε η βροχή από πέτρες που εκσφενδονίζουν καταπάνω μας τα αγριεμένα χαμίνια του Ντίκενς, είναι σε θέση να ταράξουν τον μακάριο ύπνο της εργατικής τάξης».
Επομένως, ο ποιητής έχει χάσει την πίστη του; Αντιθέτως. Ο ποιητής έχει διαφυλάξει την πίστη του. Η πίστη του είναι ασφαλής στα χέρια των ποιητών που προηγήθηκαν, στα χέρια των ποιητών που με διαφορετικούς τρόπους εκδιώχθηκαν και εξαλείφθηκαν. Στο βιβλίο συναντάμε ποιήματα για τον Λόρκα, την Πισαρνίκ, τον Μαντελστάμ, την Αχμάτοβα, την Τσβετάγιεβα, τον Κώστα Κρυστάλλη και πλήθος άλλων δημιουργών «σε παντοτινή δυσμένεια», με το ίδιο σημάδι της μοίρας.
Κι όλα αυτά για να μην ξεχαστεί «ο ήχος του όπλου που ακούστηκε μέσα από το σπίτι της οδού Κουντουριώτου 23», που «αντηχεί έως σήμερα κάθε νύχτα χωρίς να κλονίσει τα θεμέλια του κόσμου», όπως γράφει στη σελίδα 60 ο Πολενάκης στο ποίημα «Ορισμένα παράξενα γεγονότα που συνέβησαν στην Αθήνα τη νύχτα της 7ης Ιανουαρίου του 1944», με προφανή αναφορά στον ποιητή Λαπαθιώτη. Πρόκειται για ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά, άλλωστε, ποιήματά της συλλογής, καθώς εκεί εκβάλλει το ιστορικό, το φαντασιακό και το μεταφυσικό στοιχείο της ατμοσφαιρικής ποίησης του Πολενάκη, προετοιμάζοντας μας για το τέλος της πορείας προς τη Δαμασκό.
Μια δεύτερη ενότητα
Από τη σελίδα 69 κι έπειτα, το ταξίδι τελειώνει ή έστω αν προτιμάτε σταματά. Περνάμε σε μια άλλη δεύτερη ενότητα με τον τίτλο «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη». Εκεί ο Πολενάκης σηκώνει την κουρτίνα του εργαστηρίου του και μας αποκαλύπτει τις αναγνωστικές, εσωτερικές διαδρομές της ποίησής του. Στον Σπασμένο καθρέφτη κάθε ποίημα κλείνει με κάποιον στίχο ή φράση κάποιας άλλης αγαπημένης φωνής.
Στα βήματα μιας αδιάκοπης ψυχικής περιπέτειας, όπως είναι η ίδια η γραφή, ο Σταμάτης Πολενάκης, γυρεύει -σαν άλλος Στρίντμπεργκ στη δική του πορεία προς Δαμασκόν- να βρει αυτή την ανώτερη δύναμη που κινεί τον κόσμο. Δεν είναι όμως ούτε Σαούλ ούτε Παύλος. Όπως δηλώνεται στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, είναι «προσκυνητής ταπεινός ένας δόκιμος μοναχός της ποίησης». Φωνή διακριτή και ποίηση του αβίαστου συναισθήματος στη σωστή πλευρά της ιστορίας.
Η σύρτις αποσύρεται με ένα απόσπασμα από τον «Ύμνο και Θρήνο για την πόλη της Γάζας»:
«Θάνατος πέφτει από τον ουρανό· σώσε Κύριε/ τις θλιμμένες μητέρες των ερειπίων σώσε τα άρρωστα/ παιδιά μας τα σημαδεμένα από τα δάκρυα/ θάνατος πέφτει από τον ουρανό· αφάνισέ με για πάντα/ Κύριε στη θέση εκείνων που περιμένουν να γεννηθούν/ αφάνισε εμένα στη θέση εκείνων/ που πρέπει να υπάρξουν και αύριο/ Θάνατος πέφτει από τον ουρανό· είμαι εδώ και ανοίγω/ το στήθος στη θέση του αθώου Ισαάκ.»



