Συνεχίζουμε σήμερα, εδώ και στην ιστοσελίδα, την παρουσίαση του άρθρου με τίτλο «Beyond Neoliberalism» που δημοσιεύτηκε στο αγγλικό περιοδικό New Left Review (Μάρτιος-Απρίλιος 2026). Στο κείμενο αυτό, ο συγγραφέας του, Νάθαν Σπέρμπερ, διερευνά κατά δήλωσή του «τι είναι ζωντανό και τι νεκρό στον σημερινό νεοφιλελευθερισμό στη Δύση». Tο πρώτο μέρος περιείχε τις σκέψεις του για την κατάσταση στον σύγχρονο πολιτικό λόγο και για την οικονομική πολιτική. Το παρόν δεύτερο μέρος επικεντρώνεται στο καθεστώς καπιταλιστικής συσσώρευσης και τις προσεγγίσεις του θέματος από δύο σημαντικούς οικονομολόγους, τον Βόλφγκανγκ Στρέεκ και τον Μπράνκο Μιλάνοβιτς. Το άρθρο κλείνει με τα συμπεράσματα του Σπέρμπερ για την παρούσα κατάσταση του νεοφιλελευθερισμού στη Δύση και την πρόβλεψή του για τις μελλοντικές εξελίξεις.
Χ.Γο.
Οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν σε όλη τη Δύση, στο τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα, διαμόρφωσαν ένα ευρύ θεσμικό σύστημα διαχείρισης της οικονομικής ζωής. Το σύστημα αυτό, με τη σειρά του, άνοιξε τον δρόμο για νέες μορφές καπιταλιστικής δραστηριότητας, οι οποίες διέφεραν αισθητά από εκείνες των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών.
Καθεστώς συσσώρευσης
Οι οικονομολόγοι της Γαλλικής Σχολής της Ρύθμισης ονόμασαν αυτές τις δύο διαστάσεις –τη θεσμική και την υλική– «τρόπο ρύθμισης» και «καθεστώς συσσώρευσης», έννοιες που συγκροτούν κάθε ιστορική εποχή του καπιταλισμού. Με τα λόγια του Ρομπέρ Μπουαγιέ, το καθεστώς συσσώρευσης μπορεί να οριστεί ως «το σύνολο των κανονικοτήτων που εξασφαλίζουν τη γενική και σχετικά συνεκτική εξέλιξη της συσσώρευσης του κεφαλαίου, δηλαδή που επιτρέπουν την επίλυση ή την αναβολή των στρεβλώσεων και των ανισορροπιών τις οποίες γεννά διαρκώς η ίδια η διαδικασία».
Με αυτούς τους όρους, το καθεστώς συσσώρευσης που αναδύθηκε μέσα από τις δεκαετίες νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας στη χάραξη πολιτικής στη Δύση εξακολουθεί, σε γενικές γραμμές, να λειτουργεί έως σήμερα. Παρά την ανανεωμένη κρατική παρεμβατικότητα, τα περισσότερα από τα μακροθεσμικά θεμέλια της νεοφιλελεύθερης εποχής παραμένουν στη θέση τους. Η ανθεκτικότητα αυτού του καθεστώτος μπορεί να διαπιστωθεί στα βασικά δομικά χαρακτηριστικά του.
Στον τομέα της φορολογίας, η δημοσιονομική δομή των δυτικών κρατών δεν έχει υποστεί καμία σημαντική αλλαγή τα τελευταία είκοσι χρόνια· το ίδιο ισχύει και για τον βασικό μηχανισμό αναδιανομής του εισοδήματος. Οι φορολογικοί συντελεστές εξακολουθούν να είναι άνισοι: χαμηλότεροι για τις επιχειρήσεις (φορολογία εταιρικών κερδών) και για όσους διαθέτουν μεγάλα περιουσιακά στοιχεία (φορολογία εισοδήματος από κεφάλαιο), υψηλότεροι για τους μισθωτούς (φορολογία εισοδήματος) και τους καταναλωτές (μέσω του ΦΠΑ). Η πρώτη ομάδα μπορεί να μεταφέρει πλούτο και εισοδήματα εκτός των εθνικών συνόρων, ενώ η δεύτερη όχι.
Στη σφαίρα της παραγωγής, οι αγορές εργασίας και τα συστήματα προστασίας της απασχόλησης δεν έχουν υποστεί κάποιο θεμελιώδη μετασχηματισμό στα μεγάλα δυτικά κράτη. Οι διαφορές μεταξύ των χωρών ως προς τα εργασιακά δικαιώματα εξακολουθούν να υφίστανται –η απόλυση ενός εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να είναι ευκολότερη στις Ηνωμένες Πολιτείες απ’ ό,τι, π.χ., στη Γερμανία– ενώ το πρεκαριάτο συνεχίζει να αυξάνεται.
Χρηματιστικοποίηση
Κεντρικός άξονας της συσσώρευσης κεφαλαίου υπό τον νεοφιλελευθερισμό υπήρξε η χρηματιστικοποίηση. Η πολύπλευρη επέκταση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας υπήρξε ένα από τα βασικά γνωρίσματα της πολιτικής οικονομίας της Δύσης τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2008, που πυροδοτήθηκε από την κατάρρευση της αμερικανικής αγοράς τιτλοποιημένων στεγαστικών δανείων και προκάλεσε αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη, ανέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο την εγγενή τάση του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού, που έχει ως επίκεντρο τις Ηνωμένες Πολιτείες, να παράγει κρίσεις. Αν και, εκείνη την εποχή, η κατάρρευση αυτή μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι η αδιάκοπη επέκταση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας έφθανε στο τέλος της, αυτό δεν έγινε.
Από το 2008 και μετά, ο ενισχυμένος παρεμβατισμός των κεντρικών τραπεζών της Δύσης όχι μόνο προστάτευσε τον ήδη συσσωρευμένο χρηματοπιστωτικό πλούτο, αλλά λειτούργησε και ως εγγυητής της συνέχισης της χρηματοπιστωτικής επέκτασης. Οι έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων δεν έχουν επανέλθει σε καμία δυτική χώρα· μάλιστα, το ενδεχόμενο μιας τέτοιας επιλογής δεν αποτελεί καν αντικείμενο δημόσιας συζήτησης.
Παγκοσμιοποίηση
Εξίσου καθοριστικός με τη χρηματιστικοποίηση παράγοντας υπήρξε η «παγκοσμιοποίηση», ένας ακόμη θεμελιώδης πυλώνας του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος συσσώρευσης. Από τη δεκαετία του 1990, η Κίνα αναδείχθηκε σε κεντρικό κόμβο στη διασύνδεση παγκοσμιοποίησης και χρηματιστικοποίησης. Οι ξένες επενδύσεις στη μεταποιητική της βιομηχανία τροφοδότησαν τη μηχανή εξαγωγών των προϊόντων «Made in China», η οποία δημιούργησε τεράστια εμπορικά πλεονάσματα και συναλλαγματικά αποθέματα. Στη συνέχεια, η Κίνα επανεπένδυσε σημαντικό μέρος αυτών των αποθεμάτων στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων (US Treasuries), αναπαράγοντας έτσι τον κύκλο αλληλεξάρτησης ανάμεσα στην κινεζική παραγωγική επέκταση και στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η κρίση του 2008 είχε ως συνέπεια την έντονη επιβράδυνση της ανάπτυξης του διεθνούς εμπορίου και της διακρατικής κυκλοφορίας κεφαλαίων, χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε αντιστροφή της πραγματικής έκτασης της παγκοσμιοποίησης. Οι δυτικές επιχειρήσεις είναι τόσο βαθιά ενσωματωμένες στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και ο δυτικός πλούτος τόσο στενά συνδεδεμένος με το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, ώστε μόνο πολύ μεγαλύτερες κατακλυσμιαίες ανατροπές θα μπορούσαν να μετατρέψουν το φάντασμα της «αποπαγκοσμιοποίησης» σε πραγματικότητα.
Ετερόδοξες προσεγγίσεις
Δύο σημαντικοί ετεροδόξοι θεωρητικοί της πολιτικής οικονομίας έχουν προτείνει ερμηνείες των σύγχρονων μετασχηματισμών του νεοφιλελευθερισμού που διαφέρουν αισθητά από την προηγούμενη ανάλυση.
Βόλφγκανγκ Στρέεκ

Την τελευταία δεκαπενταετία, ο Βόλφγκανγκ Στρέεκ, οικονομικός κοινωνιολόγος, ομότιμος διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για τη Μελέτη των Κοινωνιών στην Κολωνία, έχει πραγματοποιήσει μια εκτενή ερμηνευτική προσέγγιση των σύγχρονων διαταραχών των προηγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών.
Ακρογωνιαίος λίθος αυτής της ερμηνείας είναι αυτό που ονομάζει «δημοκρατική-καπιταλιστική ακολουθία κρίσεων», η οποία ξεκινά από τη δεκαετία του 1970 και εκτείνεται πλέον σε μια περίοδο μεγαλύτερη του μισού αιώνα. Κατά τον Στρέεκ, η ακολουθία αυτή εξελίχθηκε σε τέσσερις διαδοχικές φάσεις, καθεμία από τις οποίες μετέθετε το επίκεντρο των ανισορροπιών του καπιταλισμού από ένα πεδίο σε κάποιο άλλο. Αρχικά, η πληθωριστική κρίση της δεκαετίας του 1970, που πυροδοτήθηκε από την πετρελαϊκή κρίση και τις μισθολογικές διεκδικήσεις των εργαζομένων, οδήγησε τις κεντρικές τράπεζες στην υιοθέτηση του μονεταρισμού και, κατά τις πρώτες νεοφιλελεύθερες επιθέσεις της δεκαετίας του 1980, στον περιορισμό της δύναμης των συνδικάτων. Η υποχώρηση τόσο του πληθωρισμού όσο και της μαχητικότητας της εργατικής τάξης συνοδεύτηκε από υψηλότερα επιτόκια, τα οποία, σε συνδυασμό με τις ολοένα διευρυνόμενες υποχρεώσεις του κράτους πρόνοιας, οδήγησαν σε απότομη αύξηση του δημόσιου χρέους – μια εξέλιξη που διαμορφώθηκε και επιταχύνθηκε από τη ραγδαία επέκταση των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Η τρίτη φάση άρχισε τη δεκαετία του 1990, όταν οι ιδιωτικές χρηματοπιστωτικές αγορές άρχισαν να αμφισβητούν την ικανότητα των δυτικών κρατών να εξυπηρετούν το χρέος τους. Τότε οι κυβερνήσεις υιοθέτησαν πολιτικές λιτότητας, με αποτέλεσμα το ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών να υποκαταστήσει τα δημόσια ελλείμματα ως βασικός μοχλός καπιταλιστικής συσσώρευσης.
Ο Στρέεκ ισχυρίζεται ότι, τελικά, μετά την κατάρρευση της αγοράς ιδιωτικού δανεισμού το 2008, ο ανεπτυγμένος καπιταλιστικός κόσμος μπήκε σε μια τέταρτη φάση, με τους επικεφαλής των κεντρικών τραπεζών να υποκαθιστούν, χωρίς άμεση δημοκρατική λογοδοσία, τις αποδυναμωμένες εκλεγμένες κυβερνήσεις ως τους βασικούς φορείς άσκησης της οικονομικής πολιτικής, εξασφαλίζοντας τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης, χωρίς όμως να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια αξιόπιστη προοπτική οικονομικής ανάκαμψης.
Σ’ αυτό το ζοφερό παρόν, ο Στρέεκ προβλέπει ότι η στασιμότητα της οικονομικής μεγέθυνσης, η διεύρυνση των ανισοτήτων και η αύξηση του χρέους θα αλληλοτροφοδοτούνται, χωρίς να διαφαίνεται διέξοδος. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζει ακόμη ότι η κατάσταση αυτή μπορεί να σηματοδοτεί το τέλος του καπιταλισμού, οδηγώντας σε μια «μετακαπιταλιστική μεσοβασιλεία (interregnum)», στην οποία δεν υπάρχει πια πολιτική νομιμοποίηση, οι κοινωνικοί θεσμοί αποδιαρθρώνονται, αλλά η συσσώρευση κεφαλαίου συνεχίζεται λόγω του ανταγωνιστικού ατομικισμού των κατακερματισμένων εργαζόμενων, ο οποίος είναι ταυτόχρονα «ηδονιστικός» (στην κατανάλωση) και «νεοπροτεσταντικός» (στην παραγωγή) – νοσηρά πολιτισμικά κατάλοιπα των παλιότερων καλών ημερών του νεοφιλελευθερισμού.
Η ανάλυση του Στρέεκ παρουσιάζει αδυναμίες στο σημείο όπου υποστηρίζει ότι αυτό που χάθηκε με τη νεοφιλελεύθερη μετάβαση, δηλαδή μια πιο δημοκρατική, πιο ισόρροπη ή πιο νομιμοποιημένη εκδοχή της καπιταλιστικής κοινωνίας, περιείχε τα αναγκαία στοιχεία για την αναπαραγωγή του ίδιου του καπιταλισμού.

Μπράνκο Μιλάνοβιτς
Ο Μιλάνοβιτς, πρώην οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας και σήμερα καθηγητής στο City University of New York, υποστηρίζει ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει υπονομευθεί την τελευταία δεκαετία από τις πολιτικές συνέπειες των δύο σημαντικότερων ιστορικών διαδικασιών που ο ίδιος έθεσε σε κίνηση: αφενός την άνοδο μιας νέας οικονομικής ελίτ και αφετέρου την ανάδυση της Κίνας. Τους πλούσιους της νεοφιλελεύθερης εποχής τους χαρακτηρίζει «ομοπλουτικούς» (homoploutic), δηλαδή άτομα που είναι ταυτόχρονα πλούσια σε εισόδημα και σε κεφάλαιο, συνδυάζοντας υψηλούς εταιρικούς μισθούς και μπόνους με αποδόσεις από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (μια απόκλιση, όπως σημειώνει, από παλαιότερα πρότυπα καπιταλιστικής διαστρωμάτωσης).
Στην ανάλυσή του, η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και οι συνέπειές της αποκάλυψαν στο αμερικανικό εκλογικό σώμα τα προνόμια αυτής της ομοπλουτικής ελίτ, η οποία πρώτα επωφελήθηκε από την έκρηξη των χρηματαγορών και στη συνέχεια διασώθηκε από την Ουάσιγκτον, ενώ το κόστος της ύφεσης μετακυλίστηκε στο σύνολο του πληθυσμού. Την ίδια περίοδο, η μεταφορά της παραγωγής στην Κίνα οδηγούσε σε απώλειες θέσεων εργασίας και εισοδημάτων για τους Αμερικανούς εργαζόμενους.
Ο Μιλάνοβιτς ισχυρίζεται ότι το συμπέρασμα στο οποίο οδηγούν αυτές οι εξελίξεις είναι ότι ο παγκόσμιος νεοφιλελευθερισμός έχει αντικατασταθεί από ένα «νέο κυρίαρχο μοντέλο», τον «εθνικό φιλελεύθερο καπιταλισμό», που συνίσταται στην εγκατάλειψη της παγκοσμιοποιητικής διάστασης του νεοφιλελευθερισμού, ενώ διατηρείται η εσωτερική του λειτουργία: «φιλελεύθερες πολιτικές περιορισμένες στο εθνικό επίπεδο και εμπορικός προστατευτισμός στο εξωτερικό». Αυτή η νέα τάξη πραγμάτων, που γεννήθηκε ως «αντεπανάσταση» απέναντι στον παγκόσμιο νεοφιλελευθερισμό, ενσωματώνει τον όλο και πιο εθνικιστικό χαρακτήρα της εσωτερικής πολιτικής και συνοδεύει τη συνεχιζόμενη μετάβαση από έναν μονοπολικό σε έναν πολυπολικό κόσμο.
Η αφήγηση του Μιλάνοβιτς έχει μια ελκυστική μαρξο-εγελιανή χροιά: ο νεοφιλελεύθερος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός εμφανίζεται να υπονομεύει ο ίδιος τον εαυτό του, καθώς παράγει το πολιτικό υποκείμενο –με τη μορφή των δυσαρεστημένων κοινωνικών στρωμάτων στη Δύση– που τελικά τον ανατρέπει. Επιπλέον, διακρίνοντας ανάμεσα στο διεθνές και το εγχώριο στοιχείο του νεοφιλελευθερισμού, η ανάλυσή του φαίνεται να δίνει μια σαφή απάντηση στο αίνιγμα του τι έρχεται μετά τον νεοφιλελευθερισμό.
Η προσπάθεια αυτή, ωστόσο, δεν είναι πειστική. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, πολλές από τις σημερινές μορφές κρατικού παρεμβατισμού στη Δύση λειτουργούν κυρίως σε εθνικό επίπεδο (μέτρα έκτακτης ανάγκης, νομισματική στήριξη) ή συνδυάζουν εσωτερικούς στόχους με διεθνείς παραμέτρους, κατά τρόπο που δεν επιτρέπει σαφή διάκριση ανάμεσα στα δύο (βιομηχανική πολιτική, κρατική συμμετοχή σε επιχειρήσεις).
Μετάβαση χωρίς ρήξη
Το νεοφιλελεύθερο δόγμα δεν αποτελεί πλέον το βασικό ερμηνευτικό πλαίσιο του κυρίαρχου πολιτικού λόγου, ενώ και η νεοφιλελεύθερη ατζέντα έχει πάψει να καθορίζει τη βασική κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής. Τη θέση τους έχουν πάρει στοιχεία μιας περισσότερο προστατευτικής και κρατικιστικής λογικής, τα οποία έχουν διαποτίσει τη δημόσια σφαίρα των δυτικών κοινωνιών, ενώ οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν υιοθετήσει ένα ετερόκλητο σύνολο παρεμβατικών μέτρων, τα οποία, αν και υποδηλώνουν την απομάκρυνση από τον προγραμματικό νεοφιλελευθερισμό, δεν συνιστούν ένα συνεκτικό πρόγραμμα δομικού μετασχηματισμού της οικονομίας. Έτσι, η θεσμική αρχιτεκτονική της οικονομικής ζωής και τα βασικά πρότυπα της καπιταλιστικής συσσώρευσης παραμένουν σε μεγάλο βαθμό όμοια με εκείνα που επικρατούσαν στις αρχές του αιώνα. Η χρηματιστικοποίηση και η παγκοσμιοποίηση, οι δύο σημαντικότερες και αλληλένδετες υλικές εξελίξεις της νεοφιλελεύθερης εποχής, εξακολουθούν να βρίσκονται στον πυρήνα των στρατηγικών συσσώρευσης των μεγάλων επιχειρήσεων και των οικονομικά ισχυρών. Προς το παρόν, το κυρίαρχο καθεστώς συσσώρευσης δεν φαίνεται να κλονίζεται περισσότερο από ό,τι πριν από δέκα χρόνια. Το σύστημα έχει μάθει, προς το παρόν, να λειτουργεί χωρίς να χρειάζεται ένα συνεκτικό ιδεολογικό δόγμα.
Ανατρέχοντας στον τελευταίο μισό αιώνα, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις υποπεριόδους της δυτικής νεοφιλελεύθερης εποχής. Η δεκαετία του 1970 και, ιδίως, εκείνη του 1980 ήταν μια περίοδος μαχητικού νεοφιλελευθερισμού. Καθώς η μεταπολεμική κεϋνσιανή συναίνεση αποδομούνταν, οι θεωρητικοί και πολιτικοί εκφραστές του νεοφιλελευθερισμού προώθησαν δομικές μεταρρυθμίσεις σε καίριους τομείς της οικονομίας, παρά την αντίσταση ή την αδιαφορία της κοινής γνώμης.
Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, με τη διασυνοριακή οικονομική δραστηριότητα να φτάνει σε νέα ύψη και τις αξίες των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων να εκτινάσσονται στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, ο νεοφιλελευθερισμός έφτασε στην κορύφωσή του και, μέσα στο κλίμα του «τέλους της ιστορίας», μετατράπηκε σε συναίνεση των ελίτ. Ωστόσο, καθώς είχε γίνει κυρίαρχη «ορθοδοξία», άρχισε να χάνει τη θεωρητική του ισχύ, την ίδια στιγμή που οι συνταγές του εφαρμόζονταν περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Η κρίση του 2008 έβαλε τέλος σε εκείνες τις θριαμβευτικές περιόδους. Από τότε, ο νεοφιλελευθερισμός στη Δύση υποχωρεί με άνισο και αποσπασματικό τρόπο.
Μέσα σε μια χειρότερη οικονομική κατάσταση για τους περισσότερους –εκτός από τους πολύ πλούσιους– με περιόδους αύξησης της ανεργίας, λιτότητας και μείωσης των πραγματικών μισθών, το ιδεολογικό κλίμα έχει αλλάξει σημαντικά. Πολιτικές δυνάμεις που φαινομενικά είναι εχθρικές απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό έχουν πλησιάσει στην κυβερνητική εξουσία και κάποιες φορές έχουν περάσει το κατώφλι της.
Όσον αφορά την πολιτική, αυτή έχει γίνει μεικτή: ένα ασταθές μίγμα νέας στροφής προς τον παρεμβατισμό και καταλοίπων των «καλύτερων ημερών» του νεοφιλελευθερισμού. Ενώ ο νεοφιλελευθερισμός έχει παρακμάσει και εκτοπιστεί, η νεοφιλελεύθερη εποχή δεν έχει ακόμη τελειώσει, καθώς η συσσώρευση κεφαλαίου συνεχίζει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εκείνος εγκαθίδρυσε.
Υπενθυμίζω ότι στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες οι πολυεθνικές επιχειρήσεις ήταν πολύ λίγες και πολλά δυτικά κράτη είχαν τον έλεγχο στην κίνηση κεφαλαίων, περιορίζοντας τον ιδιωτικό πλούτο μέσα στα εθνικά σύνορα. Οι εισοδηματικές ανισότητες συγκρατούνταν, μεταξύ άλλων, από την υψηλή φορολόγηση των μεγαλύτερων εισοδημάτων και τα ισχυρότερα εργατικά κινήματα. Η υιοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού στο τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα, συνέβαλε στη χρηματιστικοποίηση και την παγκοσμιοποίηση και διευκόλυνε τη συσσώρευση εταιρικού και ατομικού πλούτου. Στο ισχύον καθεστώς συσσώρευσης, η μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων μπορεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες, αλλά τα πιο προνομιούχα στρώματα σε όλη τη Δύση συνεχίζουν να ευημερούν. Από τη σκοπιά των καπιταλιστών, δηλαδή από τα πάνω, ο τρόπος παραγωγής εξακολουθεί να λειτουργεί ομαλά.
Στη βιβλιογραφία για τα καθεστώτα συσσώρευσης επικρατεί συχνά η άποψη ότι κάθε ιστορική μετάβαση πέρα από τον νεοφιλελευθερισμό θα ακολουθήσει μια πορεία ανάλογη ή συμμετρική με εκείνη που οδήγησε στην επικράτησή του. Το καθεστώς συσσώρευσης των μεταπολεμικών δεκαετιών, είτε έχει χαρακτηριστεί «κεϋνσιανό», «φορντικό», «ρυθμιζόμενο» ή «παρεμβατικό», βρέθηκε τη δεκαετία του 1970 αντιμέτωπο με κρίση της κερδοφορίας, σε μια περίοδο έντονης εργατικής μαχητικότητας και μισθολογικού πληθωρισμού.
Οι κυβερνήσεις της Θάτσερ και του Ρίγκαν ανέλαβαν την εξουσία με σχέδιο να εφαρμόσουν πολιτικές που θα έβαζαν τέλος τόσο στην καπιταλιστική στασιμότητα όσο και στο πολιτικό αδιέξοδο – και σε μεγάλο βαθμό το πέτυχαν. Ωστόσο, ήταν εξαρχής μάλλον απίθανο ότι η έξοδος από τον νεοφιλελευθερισμό θα ακολουθούσε μια παρόμοια πορεία συσσώρευσης, ταξικής πάλης και, τελικά, πολιτικής επίλυσης. Αντίθετα, αυτή γίνεται αποσπασματικά και χωρίς θόρυβο. Δεν την προωθούν πολιτικοί και διανοούμενοι ως πρωτοπορία μιας ταξικής σύγκρουσης –καθώς αυτή η σύγκρουση έχει ήδη κριθεί υπέρ του κεφαλαίου– αλλά μια άρχουσα τάξη, θεματοφύλακας του ισχύοντος καθεστώτος, η οποία συνήθως θεωρεί ότι απλώς αντιδρά σε απρόβλεπτα σοκ και ότι προσαρμόζεται αναγκαστικά, όπως νομίζει ότι οφείλει, στη μεγάλη γεωπολιτική πρόκληση της Κίνας.
Σε μια τέτοια συγκυρία, η προσφυγή στην γκραμσιανή έννοια της ιστορικής μεσοβασιλείας (interregnum) δεν ευσταθεί. Δεν μπορούμε να μιλάμε για οργανική κρίση. Το καθεστώς συσσώρευσης είναι σταθερά εδραιωμένο και λειτουργεί ικανοποιητικά με βάση τους δικούς του όρους. Δεν ισχύει ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί. Το νέο ήδη αντικαθιστά το παλιό, μόνο που αυτή η διαδικασία εξελίσσεται σταδιακά, χωρίς θεωρητικά σχήματα και σαφή δόγματα, υπό την καθοδήγηση του κατεστημένου και σύμφωνα με τα συμφέροντα των ήδη προνομιούχων.
Μετάφραση: Χάρης Γολέμης
Φώτο1: All Creative Commons
Φώτο2: All Creative Commons





