Δεν είχε την προβολή που πραγματικά της αναλογούσε στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς ενδιαφέροντος την εβδομάδα που πέρασε. Η διεθνής επικαιρότητα έχει στριμωχτεί στα Στενά του Ορμούζ μέχρι νεωτέρας.
Ο λόγος για την 8η Σύνοδο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας (ΕΠΚ) που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Δευτέρα και Τρίτη, 4-5 Μαΐου, στην πρωτεύουσα της Αρμενίας, Ερεβάν.
Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα, ένα διακυβερνητικό φόρουμ πολιτικών και στρατηγικών συζητήσεων για το μέλλον της Ευρώπης, με ζητούμενο την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την ευημερία, εσχάτως σε συνθήκες ενεργειακής κρίσης απρόβλεπτων διαστάσεων και διάρκειας, ιδρύθηκε, θυμίζουμε, με πρωτοβουλία του γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν το Μάιο του 2022, μετά την εισβολή στην Ουκρανία της Ρωσίας, η οποία, για το λόγο αυτό αποκλείστηκε, μαζί με τη Λευκορωσία, από την ΕΠΚ.
Η πρώτη από τις προβλεπόμενες δύο συνόδους κορυφής κάθε χρόνο πραγματοποιήθηκε στην Πράγα στις 6-7 Οκτωβρίου 2022, με τη συμμετοχή 44 ευρωπαϊκών χωρών.
Στη σύνοδο κορυφής που πραγματοποιήθηκε στο Ερεβάν υπό το σύνθημα «Χτίζοντας το μέλλον: Ενότητα και σταθερότητα στην Ευρώπη», συμμετείχαν συνολικά 48 αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένων των επικεφαλής των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τη δεύτερη μέρα της συνάντησης πραγματοποιήθηκε επίσης η πρώτη διμερής σύνοδος κορυφής Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρμενίας, στην οποία η ΕΕ εκπροσωπήθηκε από τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, και την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ενώ την Αρμενία εκπροσώπησε ο πρωθυπουργός Νικόλ Πασινιάν.
Ενδεικτική των μετατοπίσεων στο διεθνές σύστημα ήταν η συμμετοχή του Καναδά, μιας μη ευρωπαϊκής χώρας, για πρώτη φορά σε σύνοδο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας. Η παρουσία του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Ερεβάν σημειώθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ έχει ωθήσει και τον Καναδά να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις του. Ένα από τα 12 ιδρυτικά μέλη της συμμαχίας που υπέγραψαν τη Βορειοατλαντική Συνθήκη το 1949, αναζητά, πιεζόμενο από τις εξελίξεις, εναλλακτικά δίκτυα συνεργασίας εντός του ίδιου γεωπολιτικού χώρου. Επιδιώκει, όπως έχει δηλώσει ο καναδός πρωθυπουργός, τη δημιουργία νέων εμπορικών και διπλωματικών δικτύων, μετά τον δραστικό περιορισμό της πρόσβασης στην αμερικανική αγορά, προσεγγίζοντας την Ευρώπη, με την οποία, εξάλλου, μοιράζεται τις επιπτώσεις του παρατεταμένου αδιεξόδου στη Μέση Ανατολή και του πολέμου στο Ιράν.
Υπό το πρίσμα αυτό, η Ευρώπη αξιολογεί εκ νέου το εύρος και τη λειτουργία του ευρωατλαντισμού, μετά και την απειλή της Ουάσινγκτον ότι το αργότερο στους επόμενους 12 μήνες θα προχωρήσει στη μερική απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία: περίπου 5.000 αμερικανοί στρατιώτες από τους συνολικά 39.000 εκεί, με τους 85.000 που επανδρώνουν τις 40 στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ στην Ευρώπη, σε αναμονή.
Είναι αυτός ένας από τους λόγους που πυκνώνουν οι προτροπές για την αμυντική αυτονόμηση της Ευρώπης, με απώτερο στόχο ακόμη και τη δημιουργία ενός αμιγώς «ευρωπαϊκού» ΝΑΤΟ.
Βεβαίως ο διαφαινόμενος περιορισμός της αμερικανικής εμπλοκής στην ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν συνιστά εγκατάλειψη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν εγκαταλείπουν την Ευρώπη, επαναπροσδιορίζουν τους όρους της παρουσίας τους σε αυτήν. Όμως, από μια άποψη, ο «εξευρωπαϊσμός» του ΝΑΤΟ έχει δρομολογηθεί από την Ουάσινγκτον και την απόφαση οι Ηνωμένες Πολιτείες να παρέχουν, από το 2027 και μετά, μόνο το 50% της στρατιωτικής ισχύος της συμμαχίας. Οπότε το ερώτημα για πολλούς δεν είναι αν το ΝΑΤΟ θα γίνει πιο ευρωπαϊκό, αλλά πότε και πώς.
Υπάρχει εδώ μια πρόκληση πολιτικής τάξεως για την Ευρώπη: Ποιος θα αποφασίσει για τις προτεραιότητες, την επιχειρησιακή διοίκηση, την κλιμάκωση, την κατανομή του κινδύνου. Ποιος θα μετατρέψει τους πολιτικούς στόχους σε στρατιωτικές επιλογές. Σε τελική ανάλυση, ποιος, ή ποιο σχήμα, θα ηγείται πολιτικά της Ευρώπης. Ο «ευρωατλαντισμός» εξαρτάται από το αν η Ευρώπη αποδειχθεί ικανή να απαντήσει σε αυτή την πρόκληση. Μπορεί;
Πολιτικά η Ευρώπη είναι ένα σχήμα πολυκεντρικό που έχει επανειλημμένα αποδειχθεί ελλειμματικό στο πεδίο των διεθνών προκλήσεων. Ένα σχήμα που ετεροκαθορίζεται –στη δεδομένη ιστορική συγκυρία, από το αφήγημα το οποίο παρουσιάζει τη Ρωσία ως τον εχθρό προ των πυλών που απειλεί άμεσα την εδαφική ακεραιότητά του. Από την άποψη αυτή, η επιλογή του Ερεβάν για τη διεξαγωγή της συνόδου της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας μόνο τυχαία δεν είναι.
Η Αρμενία επιχειρεί τα τελευταία χρόνια μια προσεκτική αλλά σαφή απομάκρυνση από τη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας. Έχει ήδη συνάψει συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και έχει νομοθετήσει την πρόθεσή της να υποβάλει αίτηση ένταξης, παρά τις δυσκολίες που αυτό συνεπάγεται, λόγω των πολύ στενών δεσμών της αρμενικής οικονομίας με τη ρωσική. Παράλληλα, έχει «παγώσει» τη συμμετοχή της στον αμυντικό Οργανισμό Συλλογικής Ασφάλειας, του οποίου προΐσταται η Ρωσία, που διατηρεί στη χώρα σημαντικές στρατιωτικές προσβάσεις.
Επενδύοντας πολιτικά, οικονομικά και στρατηγικά στην Αρμενία, η Ευρώπη ανοίγει μέτωπο αντιπαράθεσης με τη Ρωσία και στον Καύκασο, εκμεταλλευόμενη την αποδυναμωμένη επικέντρωση της Μόσχας στην περιοχή εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία.
Η αποστολή στην Αρμενία εμπειρογνωμόνων της ΕΕ, η δεύτερη από το 2023, με βασικό στόχο να δημιουργηθούν τα επόμενα δύο χρόνια συνθήκες περαιτέρω ανάσχεσης της ρωσικής επιρροής εκεί, αυτή την επιλογή υπηρετεί –στην οποία επιλογή εντάσσεται επίσης ο στόχος της διεύρυνσης της συνεργασίας Βρυξελλών – Ερέβαν στους τομείς της ασφάλειας και της άμυνας, με επιπλέον στήριξη των αρμενικών ενόπλων δυνάμεων από το πρόγραμμα European Peace Facility (EPF), μέσω του οποίου η ΕΕ έχει ήδη δώσει στην Αρμενία 30 εκατομμύρια ευρώ την τελευταία διετία.
Απομακρύνεται έτσι ακόμη περισσότερο η πιθανότητα μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας για την Ευρώπη ως γεωγραφικό και ιστορικό σύνολο, επιλογή η οποία έχει εκλείψει από το πολιτικό και διπλωματικό σκεπτικό των περισσότερων ευρωπαίων ηγετών, που έχουν προκρίνει για την Ευρώπη το δρόμο του επανεξοπλισμού και της «πολεμικής οικονομίας», με ό,τι αρνητικό συνεπάγεται αυτό για τις συνθήκες ευπρεπούς διαβίωσης της πλειονότητας των Ευρωπαίων.
Είναι μια επιλογή που συγκρούεται μετωπικά με τις διακηρύξεις της ΕΕ περί σχεδιασμένης μείωσης του αριθμού των ανθρώπων που έχουν υπερβεί τα όρια της φτωχοποίησης και του κοινωνικού αποκλεισμού κατά τουλάχιστον 15 εκατομμύρια έως το 2030, με στόχο, όπως τέθηκε το 2021, την πλήρη εξάλειψη το 2050.
Ωστόσο, το 2025 ο αριθμός των απειλούμενων με φτωχοποίηση είχε μειωθεί μόλις κατά 3,4 εκατομμύρια. Το έτος αυτό, το 20,9% του πληθυσμού της Ευρώπης αιωρούνταν στο ρείθρο της φτωχοποίησης και του κοινωνικού αποκλεισμού, έχοντας μειωθεί μόνο κατά ποσοστό 0,2% σε σχέση με το 21,1% του 2019.
Φωτο: www.consilium.europa.eu





