Η εισαγωγή του «πολλαπλού βιβλίου» στην εκπαίδευση παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ ως μια προοδευτική μεταρρύθμιση. Η σχετική πρωθυπουργική ανάρτηση στο διαδίκτυο μιλούσε για περισσότερες επιλογές και για πλουραλισμό στη γνώση, ενώ πρόθυμοι εκπαιδευτικοί συντάκτες διαφόρων μέσων έφτασαν στο σημείο να μιλήσουν για ενίσχυση της παιδαγωγικής ελευθερίας, αποσιωπώντας ότι η επιλογή του βιβλίου σε κάθε γνωστικό αντικείμενο θα γίνεται μεταξύ των εγκεκριμένων διδακτικών βιβλίων που το υπουργείο Παιδείας έχει προεπιλέξει, φυσικά χωρίς καμία διαβούλευση με την εκπαιδευτική κοινότητα.
Τα «πολλαπλά βιβλία» έπρεπε να συνταχθούν σύμφωνα με αναλυτικά προγράμματα σπουδών (Π.Σ.) που εκπονήθηκαν από επιτροπές στελεχωμένες υπό πλήρη υπουργικό έλεγχο, και όσες συγγραφικές ομάδες προσήλθαν στη συνέχεια στη διαδικασία, είχαν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο ασφυκτικά χρονικά περιθώρια αλλά και σαφή, έμμεσο αλλά και άμεσο ιδεολογικό έλεγχο: κάθε παιδαγωγική αντίληψη που απείχε υπερβολικά χιλιοστά από την επίσημη κατ’ όνομα τεχνοκρατική, επί της ουσίας νεοφιλελεύθερη προσέγγιση της γνώσης απορριπτόταν και λογοκρινόταν. Τίποτα από αυτά δεν είναι καινοφανές, και κανένας σκεπτόμενος φυσικά δεν πιστεύει πως η σχολική γνώση είναι ουδέτερη. Το περιεχόμενο των σχολικών εγχειριδίων και στο παρελθόν και στο παρόν, αποτελεί αντανάκλαση των κοινωνικών συσχετισμών και στην παρούσα κυβερνητική περίοδο η κριτική – απελευθερωτική διάσταση της Παιδαγωγικής έχει θέση μόνο σε ανήλιαγα σκονισμένα ράφια, σύμφωνα με τις νεοδημοκρατικές αξίες.
Χωρίς έκπληξη, λοιπόν, η εισαγωγή του «πολλαπλού βιβλίου» αποδείχθηκε αυτό ακριβώς που αναμενόταν: εργαλείο ιδεολογικής αναπαραγωγής αλλά και καινούργιο πεδίο κερδοφορίας για εκδότες, κυρίως για φροντιστηριακούς ομίλους, που είδαν την ευκαιρία απόκτησης χρημάτων αλλά κυρίως απόκτησης κύρους. Δυο μεγάλες φροντιστηριακές αλυσίδες, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, πήραν μεγάλο μέρος της πίτας των 30.000.000 ευρώ από το σχετικό πρόγραμμα ΕΣΠΑ και φυσικά χρησιμοποιούν στη διαφημιστική τους εικόνα αυτήν την εκδοτική «επιτυχία» τους – χώρια τα «βοηθήματα» που θα εκδώσουν σχετικά.
Το κερασάκι στην τούρτα, όμως έκανε την εμφάνιση του τις τελευταίες μέρες: στις 4/6 το υπουργείο Παιδείας εξέδωσε απόφαση καλώντας τους εκπαιδευτικούς να επιλέξουν σχολικά βιβλία από τη λίστα των «πολλαπλών» για τη σχολική χρονιά 2027-2028, δηλαδή για τη μεθεπόμενη χρονιά, εντός 10 εργάσιμων ημερών για τους σχολικούς συλλόγους της πρωτοβάθμιας, εντός 17 εργάσιμων ημερών για τους σχολικούς συλλόγους της δευτεροβάθμιας. Πρόκειται για μια εντολή παράλογη και πρακτικά ανεφάρμοστη. Πρώτον, καλούνται οι εκπαιδευτικοί να αποφασίσουν για βιβλία που θα διδάξουν άλλοι εκπαιδευτικοί δυο χρόνια μετά, αφού 36.000 από αυτούς, φετινά στοιχεία, όντας αναπληρωτές, γυρίζουν ανά την Ελλάδα, όχι για να γνωρίσουν τις ομορφιές της, κάθε χρονιά και σε άλλο σχολείο, ενώ άλλοι θα έχουν συνταξιοδοτηθεί (5.000 εκπαιδευτικοί μόνο φέτος). Δεύτερον, το υπουργείο ζητά αυτήν την επιλογή όχι μόνο σε ελάχιστες μέρες αλλά και σε ένα χρονικό διάστημα που οι σχολικές μονάδες είναι σε πυρετό, όπως γνωρίζει όποιος έχει στοιχειώδη γνώση από εκπαίδευση αφού πρόκειται για μέρες που διενεργούνται εξετάσεις, βαθμολογήσεις, διεκπεραιώσεις δεκάδων γραφειοκρατικών διαδικασιών και υλοποιήσεις σχολικών εορτών, πρόκειται δηλαδή για την πιο φορτωμένη και φορτισμένη περίοδο του διδακτικού έτους. Σε αυτό το κλίμα, λοιπόν, οι σύλλογοι εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας καλούνται ταυτόχρονα να μελετήσουν και να κρίνουν παιδαγωγικά και επιστημονικά 257 βιβλία, ενώ οι συνάδελφοι τους της δευτεροβάθμιας «μόνο» 183 βιβλία.
Για ποιο λόγο ηηγεσία του υπουργείου Παιδείας για μια ακόμη φορά νομοθετείαγνοώντας επιδεικτικά τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούν στα σχολεία και ζητά από τους εκπαιδευτικούς να πάρουν αποφάσεις με μια προσχηματική και express διαδικασία που περιγελά την παιδαγωγική ευθύνη και φαλκιδεύει κάθε συζήτηση – σύγκριση ως προς το περιεχόμενο των νέων βιβλίων; Η απάντηση στο ερώτημα είναι διπλής όψεως. Αφενός, το υπουργείο δεν θέλει αυτή η συζήτηση να διεξαχθεί πραγματικά, καθώς θα πυροδοτήσει σκέψεις στους εκπαιδευτικούς ως προς τον ρόλο τους, και είναι προφανές πως το μόνο ρόλο που η κυβέρνηση τους αναγνωρίζει είναι αυτός του διεκπεραιωτή ύλης, όσο το δυνατόν περισσότερης ύλης, για να μην υπάρχει χρόνος για οτιδήποτε άλλο, άρα οι επί της ουσίας συζητήσεις και ανταλλαγές επιχειρημάτων όχι μόνο περιττεύουν αλλά δημιουργούν επικίνδυνα προηγούμενα. Αφετέρου, η επόμενη χρονιά είναι εκλογική και η νυν ηγεσία του υπουργείου γνωρίζει ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είναι πλέον στη διαχείριση αυτών των κονδυλίων – η γαλάζια εμπειρία κουβαλάει μεγάλη σοφία: τα χρήματα πρέπει να εκταμιευτούν άμεσα, πριν την εκλογική αναμέτρηση και πριν αρχίσει να ψάχνει τη χρήση των ΕΣΠΑ η Ευρώπη.
Υπήρχε άλλος δρόμος; Και βέβαια. Επιτροπές προγραμμάτων σπουδών με ουσιαστική εκπροσώπηση των παιδαγωγικών τμημάτων των ΑΕΙ και των εκπαιδευτικών συνδικάτων, ώστε να μην ακούγεται μόνο η απόλυτη βούληση της κυβέρνησης. Χρονοδιαγράμματα εκπόνησης σχολικών εγχειριδίων που να μην είναι ασφυκτικά, ώστε να επιτρέπουν επιστημονική συγγραφή και να μην εξαναγκάζουν σε copy paste σελίδων με φροντιστηριακό ύφος και λογική. Πιλοτική διδασκαλία των εγχειριδίων ώστε να δοκιμασθούν μέσα στη σχολική αίθουσα προκειμένου να υπάρξουν παρατηρήσεις και βελτιώσεις. Και βέβαια χρόνος για να συζητηθούν τα εγχειρίδια στους συλλόγους διδασκόντων και να ανταλλαχθούν απόψεις. Διαδικασίες, δηλαδή, όλες οι παραπάνω που θεωρούν ότι η Παιδεία που παρέχεται στα παιδιά και στους εφήβους μας είναι κάτι πολύ σημαντικό και διαμορφώνει το μέλλον της χώρας. Γιατί δεν προέβη σε τέτοιες επιλογές το ΥΠΑΙΘΑ; Ώρα για να γελάσουμε ειρωνικά.
Φωτογραφία: Gülfer Ergin / Unsplash




