Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς υπερασπίστηκε το μνημόνιο συνεννόησης για τον τερματισμό του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου με το Ιράν, απαντώντας στις επικρίσεις που δέχεται η συμφωνία.
Mιλώντας σε συνέντευξή ε την Πέμπτη, μία ημέρα μετά την υπογραφή του μνημονίου από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και τον πρόεδρο του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν, ο Βανς επιφύλαξε ορισμένες από τις σκληρότερες επικρίσεις του για το Ισραήλ, του οποίου η ηγεσία πίεζε διαρκώς την Ουάσιγκτον να συνεχίσει τον πόλεμο.
Ο Βανς αναφέρθηκε στις επικρίσεις που διατύπωσαν Ισραηλινοί αξιωματούχοι, μεταξύ των οποίων οι ακροδεξιοί υπουργοί Μπεζαλέλ Σμότριτς και Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ.
«Η δική μου απάντηση προς αυτούς θα ήταν: Ποια ακριβώς είναι η πρότασή σας; Είστε μια χώρα εννέα εκατομμυρίων ανθρώπων. Δεν μπορείτε να σκοτώνετε για να λύνετε κάθε πρόβλημα εθνικής ασφάλειας που αντιμετωπίζετε», δήλωσε.
Κάλεσε το Ισραήλ να αφήσει τις διαπραγματεύσεις να εξελιχθούν και να «αναγνωρίσει λίγο περισσότερο τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, υπήρξαν επί μακρόν ένας εξαιρετικός εταίρος της ισραηλινής κυβέρνησης». Συμπλήρωσε λέγοντας: «Θεωρώ αυτή την υστερία στο Ισραήλ κάπως παράξενη, γιατί πιστεύω ότι προέρχεται από έλλειψη εμπιστοσύνης, και θεωρώ ότι η Αμερική έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη αυτής της περιοχής και του κόσμου», πρόσθεσε ο Βανς.
Ο Βανς υπερασπιζόταν τη συμφωνία που επιτεύχθηκε αυτή την εβδομάδα για τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν, μια συμφωνία που επικριτές στις ΗΠΑ και το Ισραήλ καταδίκασαν επειδή δεν περιορίζει το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν και δεν προβλέπει σαφή οδό για την αποξήλωση των πυρηνικών του εγκαταστάσεων, ενώ ταυτόχρονα θέτει περιορισμούς στο Ισραήλ ως προς τον πόλεμό του με τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
Ο Βανς, ερωτηθείς σε ενημέρωση Τύπου στον Λευκό Οίκο σχετικά με δημοσίευμα σύμφωνα με το οποίο ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου ήταν εξοργισμένος με τη συμφωνία, δήλωσε ότι δεν είχε ακούσει τέτοια σχόλια από τον ίδιο τον Νετανιάχου. Ωστόσο, επέκρινε μέλη του υπουργικού του συμβουλίου, τα οποία, όπως είπε, έχουν επιτεθεί στη συμφωνία και προσωπικά στον Τραμπ.
«Το μήνυμά μου προς αυτούς θα ήταν διπλό. Πρώτον: ο Ντόναλντ Τζ. Τραμπ είναι ο μοναδικός αρχηγός κράτους σε ολόκληρο τον κόσμο που αυτή τη στιγμή δείχνει κατανόηση και συμπάθεια προς το κράτος του Ισραήλ», δήλωσε ο Βανς στους δημοσιογράφους.
«Αν ήμουν μέλος της ισραηλινής κυβέρνησης, ίσως να μην επιτιθέμουν στον μοναδικό ισχυρό σύμμαχο που μου έχει απομείνει οπουδήποτε στον κόσμο.»
Πρόσθεσε ότι θα υπενθύμιζε επίσης στα μέλη αυτά του υπουργικού συμβουλίου ότι τα δύο τρίτα των αμυντικών όπλων που έχουν προστατεύσει το Ισραήλ «κατασκευάστηκαν από αμερικανικά χέρια και πληρώθηκαν από τα χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων».
Οι ΗΠΑ παρέχουν στο Ισραήλ περίπου 4 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως σε στρατιωτική βοήθεια, ενώ οι δύο χώρες διαπραγματεύονται νέα συμφωνία στρατιωτικής ενίσχυσης.
Η τοποθέτησή του αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα της ασυνήθιστα αυστηρής —τουλάχιστον σε ρητορικό επίπεδο— στάσης που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση Τραμπ απέναντι στο Ισραήλ, του οποίου η συνεχιζόμενη κατοχή και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στον νότιο Λίβανο έχουν επανειλημμένα απειλήσει να εκτροχιάσουν μια πιο μόνιμη συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν.
«Το πρόβλημα του Ισραήλ δεν είναι ο Ντόναλντ Τζ. Τραμπ, και όποιος στο Ισραήλ πιστεύει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημά του είναι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να ξυπνήσει και να δει την πραγματικότητα της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα», είπε ο Βανς.
Τις τελευταίες ημέρες, ο Τραμπ έχει επικρίνει τους κανόνες εμπλοκής του Ισραήλ, τους οποίους οργανώσεις παρακολούθησης πολέμων θεωρούν υπεύθυνους για τον υψηλό αριθμό απωλειών αμάχων, ενώ παράλληλα έχει ζητήσει αυτοσυγκράτηση στον πόλεμο με τη Χεζμπολάχ.
«Έχουν σκοτωθεί πάρα πολλοί άνθρωποι», δήλωσε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ από τη σύνοδο κορυφής της G7 στη Γαλλία. «Δεν χρειάζεται να γκρεμίζετε μια πολυκατοικία κάθε φορά που ψάχνετε κάποιον, γιατί υπάρχουν πολλοί άνθρωποι μέσα σε αυτές τις πολυκατοικίες και δεν είναι όλοι μέλη της Χεζμπολάχ», πρόσθεσε.
Σε συνέντευξη την Πέμπτη, ο Βανς συνέχισε να υπερασπίζεται το μνημόνιο με το Ιράν, το οποίο προβλέπει το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών και τη δέσμευση για τερματισμό των συγκρούσεων σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου.
Αρκετοί κορυφαίοι Δημοκρατικοί —και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί— υποστήριξαν ότι η αρχική συμφωνία φαίνεται να ευνοεί την Τεχεράνη, σημειώνοντας ότι ο πόλεμος δεν απέφερε ουσιαστικές παραχωρήσεις που δεν θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί σε προηγούμενους γύρους διπλωματίας.
Ο Βανς επέμεινε ότι, παρότι παραμένουν ανοιχτά ζητήματα, ο πόλεμος δημιούργησε ευνοϊκότερες συνθήκες για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως είπε, υποβάθμισε τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν, αποδυνάμωσε τις συμβατικές στρατιωτικές του δυνάμεις και έπληξε την οικονομία του.
Παρουσίασε μάλιστα τον πόλεμο ως νίκη, ανεξάρτητα από το αν οι επερχόμενες διαπραγματεύσεις —που, όπως είπε, μπορεί να ξεκινήσουν ακόμη και μέσα στο Σαββατοκύριακο— στεφθούν με επιτυχία.
«Αν οι Ιρανοί δεν αλλάξουν συμπεριφορά, ο στρατός τους και το πυρηνικό τους πρόγραμμα παραμένουν κατεστραμμένα. Αν αλλάξουν συμπεριφορά, τότε θα αποκτήσουν μια σχέση που θα μεταμορφώσει και τη Μέση Ανατολή και τον λαό του Ιράν», δήλωσε.
Αναπάντητα ερωτήματα
Η συμφωνία περιλαμβάνει άμεσες εξαιρέσεις από τις κυρώσεις στον ιρανικό τομέα ορυκτών καυσίμων, δεσμεύσεις των ΗΠΑ και περιφερειακών εταίρων για τη δημιουργία ταμείου ανοικοδόμησης ύψους 300 δισ. δολαρίων, διαπραγμάτευση για την αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και άρση όλων των υπόλοιπων κυρώσεων.
Το αρχικό κείμενο προβλέπει επίσης ότι το Ιράν θα αραιώσει επί τόπου τα αποθέματα ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού, αφήνει όμως ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον του πυρηνικού του προγράμματος, παραπέμποντας το ζήτημα σε διαπραγματεύσεις διάρκειας 60 ημερών.
Ο Βανς δήλωσε βέβαιος ότι το Ιράν θα μπορούσε να μεταβάλει τις πάγιες θέσεις του στο πυρηνικό ζήτημα και ενδεχομένως να αποδεχθεί καθεστώς επιθεωρήσεων, εφόσον η Ουάσιγκτον αξιοποιήσει τις κυρώσεις και τα δεσμευμένα κεφάλαια ως διαπραγματευτικά εργαλεία.
Το μνημόνιο δεν αντιμετωπίζει επίσης το ιρανικό βαλλιστικό πρόγραμμα ούτε τη στήριξη της Τεχεράνης προς συμμάχους και ένοπλες οργανώσεις στην περιοχή, ζητήματα που αποτελούν βασικές ανησυχίες τόσο για το Ισραήλ όσο και για τους πιο επιθετικούς κύκλους της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στο Ιράν.
Ο Βανς άφησε να εννοηθεί ότι ελπίζει οι διαπραγματεύσεις να οδηγήσουν σε συμφωνία που θα αποτρέπει το Ιράν από την ανάπτυξη «πυραύλων που μπορούν να απειλήσουν ευρέως ολόκληρο τον κόσμο». Ωστόσο, όπως είχε κάνει και ο Τραμπ μία ημέρα νωρίτερα, απομακρύνθηκε από προηγούμενες δεσμεύσεις της κυβέρνησης για πλήρη εξάλειψη των ιρανικών βαλλιστικών δυνατοτήτων.
«Δεν μπορείς να πεις σε μια χώρα, είτε είναι το Ισραήλ είτε το Ιράν, ότι δεν επιτρέπεται να έχει καμία δυνατότητα αυτοάμυνας», δήλωσε.
Η συμφωνία δεν περιλαμβάνει επίσης δεσμεύσεις για το μελλοντικό καθεστώς διοίκησης των Στενών του Ορμούζ ούτε απαγορεύει στο Ιράν να επιβάλει τέλη διέλευσης.
Ο Βανς δήλωσε ότι οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία θα έχει ως στόχο «να διασφαλίσει ότι τα Στενά δεν θα χρησιμοποιηθούν ποτέ ξανά ως σημείο στραγγαλισμού της παγκόσμιας οικονομίας».





