Χαν Γκανγκ, «Ανθρώπινες πράξεις», μετάφραση Μαρίνα Αγαθαγγελίδου, εκδόσεις: Καστανιώτης, 2026
Τα χρόνια της προεδρίας Παρκ Τζονγκ Χι ήταν χρόνια ανελευθερίας και σκληρής καταστολής στη Νότια Κορέα. Η δολοφονία του Παρκ, τον Οκτώβριο του 1979, οδήγησε τον Δεκέμβριο σε νέο πραξικόπημα και σε νέα δικτατορία, η οποία στις 17 Μαΐου του 1980 επέβαλε στρατιωτικό νόμο σε όλη τη χώρα. Το γεγονός αυτό έδωσε το έναυσμα για τεράστιες κινητοποιήσεις σε ολόκληρη τη Νότια Κορέα, στις οποίες η δικτατορική κυβέρνηση απάντησε με την πιο σκληρή καταστολή – οι νεκροί υπολογίζονται σε πολλές εκατοντάδες, σε χιλιάδες. Επίκεντρο της λαϊκής εξέγερσης, η Γκουάνγκ Τζου, η πόλη στην οποία γεννήθηκε το 1970 η συγγραφέας Χαν Γκανγκ. Όπως διαβάζουμε στην πρώτη σελίδα, «το βιβλίο Ανθρώπινες πράξεις είναι η ιστορία του νεαρού Ντονγκ Χο και όλων εκείνων που έζησαν μαζί του κατά την περίοδο της σφαγής της Γκουάνγκ Τζου. Το ιστορικό αυτό γεγονός διαδραματίστηκε επί δέκα μέρες, από τις 18 Μαΐου έως τις 27 Μαΐου 1980 […], όταν στη χώρα είχε επιβληθεί στρατιωτική δικτατορία».
Ανάμεσα στο πρώτο κεφάλαιο, με αφηγητή τον δεκαπεντάχρονο Ντονγκ Χο, και στο τελευταίο, με αφηγήτρια τη μητέρα του νεκρού πια Ντονγκ Χο, ακούμε πολλές φωνές που περιγράφουν τα γεγονότα και τα βιώματα εκείνων των άγριων ημερών – φωνές όχι μόνο ζωντανών αλλά και νεκρών, όπως εκείνη ενός άλλου δεκαπεντάχρονου νεκρού που, ενώ παρακολουθεί την αποσύνθεση του σώματός του, βγάζει την απελπισμένη κραυγή «χρειαζόμουν επειγόντως κι άλλες αναμνήσεις». Όλες αυτές οι φωνές περιγράφουν μια πόλη που ζει με τον θάνατο, που ζει ψάχνοντας στα νεκροτομεία για συγγενείς και φίλους, αν και «έχουν σκοτωθεί τόσοι άνθρωποι που δεν υπάρχει πλέον χώρος στα νεκροτομεία». Σκιαγραφούν, έτσι, τη λαϊκή οργή που ξέσπασε με την εξέγερση, αλλά και την απάντηση του κράτους: την τρομακτική βία, τις δολοφονίες, τα βασανιστήρια, τις μαζικές φυλακίσεις, τη λογοκρισία, την προσπάθεια των στρατιωτών να ταπεινώσουν τους διαδηλωτές, που απέναντι στην αριθμητική υπεροχή των στρατιωτών είχαν να αντιπαραβάλουν μόνο τη συνείδησή τους («το πιο τρομερό όπλο που υπάρχει στον κόσμο»): «έχουμε την αξιοπρέπειά μας», όπως λέει πάντα η Σέονγκ Χι.
Στον επίλογο είναι η σειρά της συγγραφικής φωνής να πάρει τον λόγο («ήμουν εννέα χρονών όταν άκουσα αυτή την ιστορία») και να μιλήσει για τη διαδικασία της έρευνας και της συγγραφής, για τα ερωτήματα που τη βασάνιζαν («αυτό που δεν καταλάβαινα ήταν γιατί σκότωσαν τόσους πολλούς ανθρώπους») και οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου.
Η αφήγηση, με μια δύναμη που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο λιτό, συγκρατημένο ύφος της, αποτυπώνει την αγριότητα εκείνων των ημερών της δικτατορίας, κυρίως όμως, το σημαντικότερο, ανιχνεύει τα σημάδια που αυτή αφήνει στους ανθρώπους, τις πληγές –όχι μόνο στα σώματα– που θα μείνουν για πάντα ίσως ανοιχτές: «παλεύω ενάντια στην ντροπή που νιώθω επειδή επιβίωσα και είμαι ακόμα ζωντανός», λέει χαρακτηριστικά κάποιος. Ταυτόχρονα, το βιβλίο αγγίζει και μια σειρά άλλα ζητήματα, όπως π.χ. θέματα ταυτότητας μπροστά σε αυτή την τυφλή κρατική βία: «γιατί να τραγουδάνε [οι συγγενείς] τον εθνικό ύμνο για ανθρώπους πουν σκοτώθηκαν από στρατιώτες; Γιατί να τους τυλίγουν με τις εθνικές σημαίες; Αφού τους σκότωσε το κράτος», αναρωτιέται κάποια στιγμή ο Ντονγκ Χο.
Η Χαν Γκανγκ πήρε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2024. Οι Ανθρώπινες πράξεις εκδόθηκαν το 2014.





