Μετά την προπαρασκευαστική συνάντηση της Θεσσαλονίκης και ενόψει της πανελλαδικής συνδιάσκεψης του Μαΐου, η Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δημοσιοποίησε το πολιτικό της στίγμα, με τίτλο: «Για ποια Αριστερά; Φυσιογνωμία, στρατηγική, μέτωπα». Μέσα σ’ αυτό το κείμενο εμπεριέχεται και η ενδιαφέρουσα πρόταση του Νίκου Νικήσιανη: «Για μία κοινή συνδιάσκεψη για το μεταβατικό πρόγραμμα και τις εναλλακτικές». Φιλοξενώντας μερικά αποσπάσματα της εν λόγω πρότασης, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι, μετά την ψυχρολουσία της μνημονιακής προσαρμογής του ΣΥΡΙΖΑ, ανοίγει η συζήτηση για τη συνάντηση κινηματικών και πολιτικών φορέων στην προοπτική ενός νέου αποτελεσματικού ανατρεπτικού εγχειρήματος. Κάτι τέτοιο, βέβαια, προϋποθέτει το ξεπέρασμα της μεγάλης πολιτικής και ηθικής ήττας που έχει υποστεί η αριστερά, όπως επίσης την παραδοχή και την αντιμετώπιση των χρόνιων παθογενειών που έχουν περάσει πλέον στο DNA της αριστεράς και των κινημάτων. Όσον αφορά τις οριοθετήσεις στη συμμετοχή συλλογικοτήτων που θέτει η παρακάτω πρόταση, θα πρέπει να μην περιορίζουν το πλατύ ενωτικό υπόβαθρο που είναι απαραίτητο να έχει ένα τέτοιο εγχείρημα.
«Το καθήκον της επεξεργασίας ενός συνεκτικού προγράμματος, ως πολιτικού εργαλείου για την εμβάθυνση της ταξικής πάλης, δεν μπορεί να αναληφθεί από καμία πολιτική δύναμη καθεαυτή, ούτε φυσικά από κάποιο επιμέρους κίνημα. Άλλωστε, για να είναι αποτελεσματική και να έχει τη μεγαλύτερη δυνατή επίδραση στους αγώνες, η επεξεργασία αυτή θα πρέπει να γίνει μέσα από μία ανοιχτή διαδικασία, η οποία να περιλαμβάνει τις ευρύτερες δυνατές κοινωνικές δυνάμεις, κάτι που σίγουρα δεν μπορεί να εξασφαλίσει μόνος του κανένας χώρος σήμερα. Με μία φράση, σήμερα χρειαζόμαστε επιτακτικά ένα σχέδιο για να πείσουμε -και να πειστούμε- ότι μπορούμε να προχωρήσουμε αλλιώς, ότι δεν γίνεται να προχωρήσουμε παρά μόνο αλλιώς, ότι υπάρχει διέξοδος, για όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς, έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη, έξω από τον κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό και τελικά έξω από την κυριαρχία του κεφαλαίου. Και αυτό δεν είναι μόνο θέμα διακήρυξης, είναι θέμα δουλειάς, επεξεργασίας, πολιτικής αντιπαράθεσης και συζήτησης. Η συζήτηση αυτή αφορά κατ’ αρχή όλα τα αγωνιζόμενα κομμάτια της κοινωνίας, όλα τα οργανωμένα κοινωνικά κινήματα, τα πρωτοβάθμια σωματεία, τα συνδικαλιστικά σχήματα, τις συνελεύσεις και τις επιτροπές γειτονιάς, τις αυτόνομες δομές έμπρακτης αλληλεγγύης, τις συνεταιριστικές δομές κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, όλες δηλαδή τις μορφές που πήρε αυτά τα χρόνια ο κοινωνικός ανταγωνισμός, και προφανώς όλη τη ριζοσπαστική πολιτική αριστερά (…) Με αυτό το κάλεσμα, δεν προτείνουμε τη συγκρότηση ενός κοινωνικού ή πολιτικού μετώπου, το οποίο απαιτεί και προϋποθέτει ένα ορισμένο πολιτικό πλαίσιο· το αντίστροφο, επιδιώκουμε μία ανοιχτή πολιτική συζήτηση γύρω από το ποιο είναι αυτό το πολιτικό πλαίσιο που θα επέτρεπε (ή δεν θα επέτρεπε) τη δημιουργία ενός τέτοιου μετώπου ή όποιου άλλου αποτελεσματικού ανατρεπτικού εγχειρήματος. Σε αυτή τη φάση, το πλαίσιο δεν είναι το προαπαιτούμενο, αλλά το ζητούμενο (…) Για να πραγματοποιηθεί ωστόσο μία τέτοια συζήτηση γύρω από το μεταβατικό πρόγραμμα, χρειάζεται τουλάχιστον μία αναγκαία οριοθέτηση, που θα ξεκαθαρίζει με σαφήνεια ποιοι χώροι και συλλογικότητες μπορούν και έχει νόημα να εμπλακούν σε αυτή. Οριοθέτηση, λοιπόν, πρώτον απέναντι στην κυβέρνηση και όσες δυνάμεις στηρίζουν μαζί της πολιτικά ή έμπρακτα την εφαρμογή του 3ου μνημονίου. Δεύτερον, απέναντι ταυτόχρονα σε κάθε δεξιά «εναλλακτική» και αντιπολιτευτική φωνή, που ανταγωνίζεται την κυβέρνηση μόνο για επαναφέρει στην κυβέρνηση άλλες αστικές εφεδρείες. Τρίτον, απέναντι σε όσες δυνάμεις πιστεύουν και παλεύουν για την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη, εντός της οποίας, όπως αποδείχθηκε τελεσίδικα το καλοκαίρι, κάθε αντίσταση και κάθε συζήτηση για εναλλακτική πνίγεται. Τέταρτον, απέναντι ταυτόχρονα σε όσες δυνάμεις παλεύουν για την αντικατάσταση της ευρωπαϊκής δυναστείας από μία αυτόκεντρη, εθνική ανάπτυξη αστικού τύπου, αλλά και απέναντι γενικά σε κάθε ρατσιστική, εθνικιστική και αντιδραστική φωνή που διασπά και απομονώνει την εργατική τάξη της Ελλάδας από τους διεθνείς φυσικούς της συμμάχους».
Ο δικηγόρος του διαβόλου




