🎙️Σέρχιο Γκρες: «H Ακροδεξιά είναι προ των πυλών στη Χιλή»

Ο Σέρχιο Γκρες καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Χιλής στο Σαντιάγκο και μία από τις σημαντικότερες φωνές της αριστερής χιλιανής διανόησης, μιλάει στην «Εποχή»για τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών που γίνονται αύριο στη Χιλή, με τον ακροδεξιό Χοσέ Αντόνιο Καστ να έχει σημαντική δημοσκοπική διαφορά από την αριστερή Ζανέτ Χάρα.

Ποιοι λόγοι έχουν συμβάλει στην μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού προς τα ακροδεξιά;

Η άνοδος της Ακροδεξιάς στη Χιλή οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Ο πιο προφανής είναι η αποκήρυξη της κυβέρνησης Μπόριτς και του συνασπισμού των «προοδευτικών» κομμάτων του από τους πολίτες. Όπως είναι γνωστό, ο Μπόριτς ήρθε στην εξουσία εν μέσω μεγάλων ελπίδων από τα λαϊκά στρώματα, που πίστεψαν στην υπόσχεσή του να κάνει τη Χιλή «τον τάφο του νεοφιλελευθερισμού» ικανοποιώντας τελικά τα πιο βαθιά τους αιτήματα. Όμως η απογοήτευση ήρθε γρήγορα, επειδή στα πιο σημαντικά ζητήματα ο νέος πρόεδρος όχι μόνο δεν τήρησε τις υποσχέσεις του, αλλά σε πολλές περιπτώσεις εφάρμοσε πολιτικές που ενίσχυσαν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Αντί να διαλυθούν τα ιδιωτικά συστήματα στις συντάξεις, στην υγειονομική περίθαλψη και στην παιδεία που καθοδηγούνται από την αγορά, και να ενισχυθεί ο ρόλος του κράτους, οι κερδοσκόποι ιδιώτες που δραστηριοποιούνται σε αυτούς τους τομείς έχουν ενισχυθεί χάρη στις «μεταρρυθμίσεις» της σημερινής κυβέρνησης. Έτσι, η «μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος» με αιχμή του δόρατος την υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Ζανέτ Χάρα, σημερινή υποψήφια για την προεδρία, είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά δισεκατομμυρίων δολαρίων στις πολυεθνικές εταιρείες που μονοπωλούν αυτήν την εξειδικευμένη αγορά. Κάτι παρόμοιο, αλλά με διαφορετικούς τρόπους, έχει συμβεί και με τις ιδιωτικές εταιρείες στην υγεία, οι οποίες, μετά τη σχεδόν κατάρρευσή τους, έχουν επιβιώσει χάρη στα κυβερνητικά μέτρα. Επιπλέον, η ιδιωτική εκπαίδευση καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο της εκπαιδευτικής αγοράς, περιθωριοποιώντας το υποβαθμισμένο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, που αφήνεται απροστάτευτο από το κράτος. Σε άλλα μέτωπα, η αυτοαποκαλούμενη «προοδευτική, φεμινιστική, ισότιμη ως προς τα φύλα και φιλική προς το περιβάλλον» κυβέρνηση έχει επίσης εφαρμόσει συντηρητικές, και μερικές φορές εντελώς οπισθοδρομικές, πολιτικές. Όταν ήταν υποψήφιος, ο Μπόριτς διακήρυξε την αντίθεσή του στην ένταξη της Χιλής στην TPP11 (σ.σ.: Συνθήκη Ελεύθερου Εμπορίου μεταξύ 11 χωρών του Ειρηνικού), αλλά ήταν η κυβέρνησή του, με την υποστήριξη ολόκληρης της Δεξιάς, αυτή που έφερε τη χώρα σε αυτή τη Συνθήκη που τη συνδέει στενότερα με τον παγκόσμιο νεοφιλελευθερισμό. Στην προεδρική του εκστρατεία πρότεινε επίσης την «αναδιάρθρωση» της στρατιωτικοποιημένης αστυνομίας (Καραμπινιέρος), η οποία είχε κλονιστεί από πολυάριθμες υποθέσεις διαφθοράς και σοβαρές κατηγορίες για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη διάρκεια της κοινωνικής εξέγερσης του 2019. Όμως αντί να τηρήσει την υπόσχεσή του, ο Μπόριτς προστάτευσε όσο μπορούσε τον διοικητή αυτού του σώματος, παρόλο που κατηγορήθηκε επίσημα για αδράνεια απέναντι στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διέπραξαν οι υφισταμένοι του στη διάρκεια της εξέγερσης. Επιπλέον, έδωσε στους Καραμπινιέρος αυξανόμενους υλικούς και οικονομικούς πόρους χωρίς να κάνει καμία μεταρρύθμιση στις διαδικασίες τους και στη σχέση τους με τον πληθυσμό. Επίσης, για χρόνια, ο Μπόριτς και τα κυβερνώντα κόμματα υποσχέθηκαν μια «νέα συμφωνία» για τον λαό των Μαπούτσε. Μόλις όμως ανέλαβαν την εξουσία στρατιωτικοποίησαν την Wallmapu (σ.σ: περιοχή των Μαπούτσε) όπως ποτέ άλλοτε από τα τέλη του 19ου αιώνα, εγκαθιδρύοντας, σε συμμαχία με τη Δεξιά, μια μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην περιοχή και εντείνοντας την καταστολή και τις διώξεις των αυτόνομων οργανώσεων και των ηγετών των αυτόχθονων. Γενικά, οι πολιτικές του Μπόριτς χαρακτηρίστηκαν από τη διατήρηση της κοινωνικής τάξης και την ενίσχυση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Για παράδειγμα, παρέδωσε σημαντικό μέρος των νέων παραχωρήσεων λιθίου στην εταιρεία που ανήκει στον πρώην γαμπρό του Πινοσέτ, και συνέχισε, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το περιβάλλον, το ληστρικό μοντέλο της εξόρυξης, της δασοκομίας και της εκτροφής σολομού, προσφέροντας το υπέδαφος, το νερό και άλλους φυσικούς πόρους στις πολυεθνικές σε εξωφρενικά χαμηλές τιμές. Το αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών ήταν η εδραίωση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και η διατήρηση των αποτυχιών του, που τελικά μείωσαν την υποστήριξή του από το 55% που πήρε στις προεδρικές εκλογές του 2021 σε περίπου 30% σήμερα.

Τι ρόλο έχει παίξει στη στροφή προς τα ακροδεξιά η προπαγάνδα;

H επιδέξια προπαγάνδα από τη Δεξιά και την Ακροδεξιά σχεδιάστηκε με στόχο την τροφοδότηση των αισθημάτων της ανασφάλειας, της κόπωσης και της αδυναμίας μεταξύ των φτωχότερων και των μεσαίων τάξεων, απέναντι στην αύξηση της διαφθοράς, σε δημόσιους και ιδιωτικούς θεσμούς, στο εμπόριο ναρκωτικών, στο οργανωμένο έγκλημα, στην ανησυχητική ανάπτυξη νέων και πιο βάναυσων μορφών εγκληματικότητας, και στην αύξηση της παράνομης μετανάστευσης, στην οποία αποδίδεται μεγάλο μέρος αυτών των φαινομένων. Σε αυτή την εικόνα πρέπει να προσθέσουμε την ηγεμονική νεοφιλελεύθερη νοοτροπία στη χώρα, ένα πολιτισμικό κατασκεύασμα που αναπτύχθηκε τον τελευταίο μισό αιώνα το οποίο διευκολύνει την άνοδο της Ακροδεξιάς, ειδικά όταν εκείνοι που υποτίθεται ότι είναι προπύργιο εναντίον της έχουν, στην πράξη, ανοίξει τον δρόμο για αυτήν μέσω των πολιτικών τους.

Μέσα σε ποιο πλαίσιο μπορούμε να ερμηνεύσουμε το «φαινόμενό Καστ»; Αποτυπώνει μόνο την τάση ανόδου της Ακροδεξιάς που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια σε διάφορες χώρες του κόσμου, ή έχει και δικά του χαρακτηριστικά που σχετίζονται με συγκεκριμένες ιστορικές διαδρομές στη Χιλή;

Το «φαινόμενο Καστ», όπως και αυτό άλλων εκπροσώπων της Ακροδεξιάς, όπως ο Γιοχάνες Κάιζερ (σ.σ: ένας ακροδεξιός που στον πρώτο γύρο των εκλογών πήρε 13,94%), εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο ανόδου των ακροδεξιών ρευμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, αντανακλώντας την παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού, όχι μόνο τη νεοφιλελεύθερη μορφή του. Σχετίζεται όμως και με τη συγκεκριμένη κατάσταση στη Χιλή, την οποία περιέγραψα εν μέρει προηγουμένως. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι οι συντηρητικές πολιτικές αποκατάστασης που εφαρμόστηκαν από τις δυνάμεις με επικεφαλής τον Μπόριτς, πριν έρθει στην εξουσία, και πιο συγκεκριμένα μετά τη «Συμφωνία για την Κοινωνική Ειρήνη και το Νέο Σύνταγμα» της 15ης Νοεμβρίου του 2019, που υπογράφηκε από τη Δεξιά, το Κέντρο και τα περισσότερα αριστερά κόμματα για τον τερματισμό της λαϊκής εξέγερσης που συνεχίζονταν από τις 18 Οκτωβρίου, άνοιξαν έναν κύκλο πολιτικής οπισθοδρόμησης που διευκόλυνε την άνοδο της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς. Το πολιτικό και πολιτιστικό κλίμα της χώρας άρχισε να μετατοπίζεται προς τα δεξιά από εκείνη τη στιγμή και μετά, επιτείνοντας αυτήν την τάση μετά τη συντριπτική ήττα του κυβερνώντος κόμματος στο δημοψήφισμα για τη συντακτική διαδικασία που έγινε στις 4 Σεπτεμβρίου του 2022 (σ.σ: στο δημοψήφισμα απορρίφθηκε με 62% το προτεινόμενο νέο Σύνταγμα που θα αντικαθιστούσε εκείνο του Πινοσέτ). Έκτοτε, η δεξιά στροφή της κυβέρνησης συνοδεύτηκε από μια αντίστοιχη γενική μετατόπιση στη χώρα, εν μέσω ενός κλίματος λαϊκής αποστράτευσης, απογοήτευσης, εκτεταμένης δυσπιστίας και έλλειψης προσδοκιών, χωρίς οι ριζοσπαστικές αριστερές δυνάμεις να είναι σε θέση να αντιστρέψουν αυτήν την τάση. Και καθώς η πολιτική απεχθάνεται το κενό, αυτόν τον χώρο εκμεταλλεύτηκε η Ακροδεξιά, χωρίς το «προοδευτικό» κίνημα να έχει την παραμικρή δυνατότητα να το αποτρέψει.

Για ποιους λόγους η Ζανέτ Χάρα δυσκολεύεται να διευρύνει τις συμμαχίες της;

Στα χαρτιά, το δίκτυο των πολιτικών συμμάχων της είναι πολύ μεγάλο, το μεγαλύτερο στην ιστορία της Χιλής: εννέα κόμματα, κάποια σημαντικά και άλλα μικρά, που στην καλύτερη περίπτωση αντιπροσωπεύουν λίγο περισσότερο από το 30% του εκλογικού σώματος, ένα ποσοστό πολύ παρόμοιο με αυτό της κυβέρνησης σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στη Χιλή σήμερα τα πολιτικά κόμματα εκπροσωπούν πολύ λίγους ανθρώπους, και το εκλογικό σώμα δεν ακολουθεί τα συνθήματα και τις κατευθυντήριες γραμμές τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο μεγάλης πολιτικής αστάθειας, που αντικατοπτρίζεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι τα τελευταία 15 χρόνια κανένας κυβερνητικός συνασπισμός δεν μπόρεσε να μεταβιβάσει την προεδρία σε κάποιον από τις τάξεις του. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων προεδρικών εκλογών, όσοι ολοκλήρωσαν τη θητεία τους ως πρόεδροι αναγκάστηκαν να παραδώσουν την εξουσία σε έναν εκπρόσωπο του αντίπαλου συνασπισμού, και στο Κοινοβούλιο έχουμε δει πολλά κόμματα να εξαφανίζονται και να εμφανίζονται νέα των οποίων η διάρκεια είναι αδύνατο να προβλεφθεί. Έτσι, η υποστήριξη ενός οποιουδήποτε πολιτικού συνασπισμού είναι ένα πολύ σχετικό γεγονός με μικρή εκλογική σημασία, και ακόμη λιγότερο σε κοινωνικό επίπεδο. Μιλώντας για τη Χάρα, είναι απαραίτητο επίσης να σημειωθεί ότι οι προσπάθειές της να αναπτυχθεί εκλογικά προς ένα υποτιθέμενο πολιτικό Κέντρο, ακόμη και σε ορισμένα τμήματα του εκλογικού σώματος που συνήθως ψηφίζουν την παραδοσιακή Δεξιά, ή που στον πρώτο γύρο ψήφισαν τον δεξιό λαϊκιστή Φράνκο Παρίσι, έχουν οδηγήσει σε μια αισθητή μετατόπιση του λόγου της προς τα δεξιά σε μια σειρά θεμάτων.

Όπως;

Για παράδειγμα, η προθυμία της να «επιβάλει τον νόμο» προχωρώντας στην έξωση πολλών άστεγων που είχαν καταλάβει μια ακατοίκητη περιοχή για να χτίσουν εκεί τις αυτοσχέδιες κατοικίες τους, ή ο έπαινός της για το Νόμπελ Ειρήνης που απονεμήθηκε στην ακροδεξιά πραξικοπηματία της Βενεζουέλας Μαρία Κορίνα Ματσάδο, ως «σημαντική αναγνώριση για το έργο της», και οι δηλώσεις της κατά της «δικτατορίας του Μαδούρο» εκφράζοντας την επιθυμία της για μια «δημοκρατική μετάβαση» σε αυτή τη χώρα για την εξομάλυνση των σχέσεων με τη Χιλή. Η αλήθεια είναι ότι αυτό που θα μπορούσε να κερδίσει στο Κέντρο, με αυτά που κάνει το χάνει στην Αριστερά. Επιπλέον, η προσπάθεια της να αποστασιοποιηθεί από την κυβέρνηση Μπόριτς, στην οποία συμμετείχε για σχεδόν τρεισήμισι χρόνια χωρίς να εκφράσει την παραμικρή δημόσια κριτική, στερείται της παραμικρής αξιοπιστίας και, όπως ακριβώς υποκύπτει στις συντηρητικές απόψεις, κυνηγά μια χαμένη υπόθεση.

Φωτογραφία 2: David Peterson /Pixabay