Η Αγγελίνα Γιαννοπούλου συζητά για το νέο βιβλίο των εκδόσεων Εκτός Γραμμής, «Εξεγερμένες Πόρνες. Ο αγώνας για τα δικαιώματα των σεξεργαζομένων», με την Αθηνά Μιχαλακέα, μεταφράστρια του βιβλίου.

Το βιβλίο των Μόλλυ Σµιθ και Τζούνο Μακ αποτελεί μια συνολική τοποθέτηση από την πλευρά της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των σεξεργαζόμενων ατόμων, η οποία καταφέρνει να συνομιλήσει –ή, έστω, έχει την πρόθεση να συνομιλήσει– με συντηρητικούς σεξεργατοφοβικούς φεμινιστικούς κύκλους, περνώντας μέσα από καθένα από τα κλασικά αντεπιχειρήματα. Πιστεύεις ότι αυτό το βιβλίο προσφέρει μια μεθοδολογία για το πώς μπορούν να επιλυθούν οι αντιπαραθέσεις εντός του φεμινιστικού κινήματος ή θα έλεγες ότι ένα βιβλίο απέχει πολύ από μια αντιπαράθεση στην πραγματική ζωή και τους πολιτικούς της αγώνες;
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο οι Σμιθ και Μακ αντιμετωπίζουν τα επιχειρήματα που έχουν διατυπωθεί εναντίον της σεξεργασίας και των αιτημάτων του κινήματος των σεξεργαζόμενων. Εξετάζουν τις παραδοχές στις οποίες στηρίζονται και αντιπαραβάλλουν τις διακηρυγμένες προθέσεις των προτεινόμενων πολιτικών με τις πραγματικές τους συνέπειες. Για παράδειγμα, όταν συζητούν το επιχείρημα ότι η ποινικοποίηση της αγοράς σεξουαλικών υπηρεσιών προστατεύει τις σεξεργαζόμενες από την εκμετάλλευση, εξετάζουν πώς επηρεάζει στην πράξη την ασφάλεια, τις συνθήκες εργασίας και τις δυνατότητες διαπραγμάτευσης των ίδιων των εργαζομένων. Πρόκειται για μια προσέγγιση που θεωρώ ιδιαίτερα χρήσιμη, καθώς υποχρεώνει την αντίθετη πλευρά να αναμετρηθεί με τις συνέπειες των πολιτικών που υποστηρίζει και με τις εμπειρίες των ανθρώπων που τις υφίστανται.
Η προσέγγιση αυτή μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο παράδειγμα για το πώς διεξάγεται μια τεκμηριωμένη πολιτική αντιπαράθεση. Δεν είμαι, ωστόσο, βέβαιη ότι η επίλυση των ενδοφεμινιστικών διαφορών είναι πρωτίστως ζήτημα εξεύρεσης του κατάλληλου τρόπου επιχειρηματολογίας. Στις σελίδες ενός βιβλίου, οι συγγραφείς μπορούν να παρουσιάσουν διαδοχικά τις αντίθετες θέσεις, να ελέγξουν την τεκμηρίωσή τους και να αναδείξουν τις αντιφάσεις τους. Στην πραγματική πολιτική αντιπαράθεση, όμως, οι διαφορετικές πλευρές δεν συμμετέχουν επί ίσοις όροις ούτε έχουν την ίδια δυνατότητα να επηρεάσουν τον δημόσιο διάλογο και τη χάραξη πολιτικής. Μια θέση μπορεί να διατηρεί την πολιτική και θεσμική της επιρροή ακόμη και όταν τα επιχειρήματα που την υποστηρίζουν έχουν αμφισβητηθεί πειστικά. Η μεταβολή αυτών των συσχετισμών απαιτεί συλλογική οργάνωση και πολιτικούς αγώνες, πέρα από την επιχειρηματολογική αντιπαράθεση. Οι ίδιες οι Σμιθ και Μακ συμμετέχουν στο κίνημα για τα δικαιώματα των σεξεργαζόμενων και το βιβλίο τους αντλεί από αυτή την εμπειρία. Θεωρώ, επομένως, ότι η συμβολή του βρίσκεται ακριβώς στο ότι αποτελεί μια πολιτική παρέμβαση που προκύπτει από τους ίδιους τους αγώνες και μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυσή τους.
Ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα του βιβλίου είναι πως η υπεράσπιση της σεξεργασίας δεν ταυτίζεται με τον εξωραϊσμό της –με την παραδοχή πως η σεξεργασία είναι χειραφετητική. Γιατί μόνο στην περίπτωση της σεξεργασίας, αλλά σε καμιά άλλη περίπτωση μισθωτής εργασίας, πρέπει να μπαίνουμε σε αυτή τη κουβέντα; Από πότε η μισθωτή εργασία πρέπει να θεωρείται «απελευθερωτική» για να έχει εξασφαλισμένα δικαιώματα;
Αυτή είναι, νομίζω, μία από τις σημαντικότερες αντιφάσεις που αναδεικνύει το βιβλίο. Στην περίπτωση της σεξεργασίας, η αναγνώριση εργασιακών δικαιωμάτων συνδέεται συχνά με την απαίτηση να αποδειχθεί ότι πρόκειται για μια ελεύθερη, συνειδητή ή ακόμη και χειραφετητική επιλογή. Πρόκειται για μια απαίτηση που σπανίως συναντάμε στην αντιμετώπιση άλλων μορφών εργασίας. Δεν ζητάμε, για παράδειγμα, από τους εργαζόμενους στην καθαριότητα ή τους βιομηχανικούς εργάτες να αποδείξουν ότι απολαμβάνουν την εργασία τους ή ότι αυτή συμβάλλει στην προσωπική τους απελευθέρωση, προκειμένου να αναγνωρίσουμε το δικαίωμά τους σε ασφαλείς συνθήκες εργασίας, κοινωνική προστασία και συλλογική οργάνωση. Αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση συνδέεται ασφαλώς με την ιδιαίτερη ηθική και συμβολική σημασία που αποδίδεται στη σεξουαλικότητα και, ειδικότερα, στη γυναικεία σεξουαλικότητα. Η παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών έναντι αμοιβής εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως κάτι εγγενώς προβληματικό, ενώ οι οικονομικοί καταναγκασμοί που διαμορφώνουν τις επιλογές των σεξεργαζόμενων συχνά παρουσιάζονται ως αποκλειστικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης εργασίας.
Παράλληλα, θεωρώ ότι αυτή η συζήτηση αντανακλά και μια ευρύτερη εξιδανίκευση της εργασίας, μια παραγωγιστική αντίληψη που συνδέει την εργασία με την προσωπική ολοκλήρωση, την αξιοπρέπεια και τη χειραφέτηση. Η αντίληψη αυτή διαπερνά συχνά ακόμη και αριστερές και φεμινιστικές προσεγγίσεις, παρά την κριτική τους στις εκμεταλλευτικές σχέσεις εργασίας. Ωστόσο, η ανάγκη εξασφάλισης των μέσων διαβίωσης, η οικονομική εξάρτηση και οι άνισες σχέσεις εξουσίας διαπερνούν την οργάνωση της μισθωτής εργασίας συνολικά. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι όλες οι μορφές εργασίας είναι ίδιες ή ότι η σεξεργασία δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και κινδύνους, που σε μεγάλο βαθμό απορρέουν από το στίγμα και την ποινικοποίηση. Σημαίνει, όμως, ότι οφείλουμε να εξετάζουμε αυτούς τους κινδύνους στο συγκεκριμένο κοινωνικό, οικονομικό και θεσμικό τους πλαίσιο.
Ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα των συγγραφέων είναι ακριβώς ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των σεξεργαζόμενων δεν προϋποθέτει μια θετική αξιολόγηση της ίδιας της εργασίας. Μπορούμε να αναγνωρίζουμε την εκμετάλλευση, τη βία και τους καταναγκασμούς που χαρακτηρίζουν τη βιομηχανία του σεξ και ταυτόχρονα να υποστηρίζουμε τα αιτήματα των ανθρώπων που εργάζονται σε αυτή. Άλλωστε, η ιστορία των εργατικών αγώνων είναι σε μεγάλο βαθμό ιστορία αντίστασης σε εκμεταλλευτικές και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας. Θα ήταν παράδοξο να θεωρούμε ότι ακριβώς αυτές οι συνθήκες αποτελούν λόγο για να στερήσουμε από μια συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων τα μέσα συλλογικής διεκδίκησης και προστασίας τους. Υπό αυτή την έννοια, η διεκδίκηση εργασιακών δικαιωμάτων για τις σεξεργαζόμενες αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης κριτικής της μισθωτής εργασίας και των σχέσεων εκμετάλλευσης που τη διαπερνούν.
Οι συγγραφείς, ούσες και ίδιες σεξεργαζόμενες, δίνουν έμφαση στις φωνές των εργαζομένων στο σεξ και στις διεκδικήσεις τους. Παρουσιάζουν πλείστα παραδείγματα οργάνωσης των σεξεργαζομένων, κινητοποιήσεων, σωματείων, δικτυώσεων κτλ. Γιατί τμήματα της Αριστεράς αρνούνται να αναγνωρίσουν αυτήν την πραγματικότητα σε αντίθεση με κάθε άλλη ομάδα εργαζομένων; Γιατί τα σεξεργαζόμενα άτομα δεν μπορούν να έχουν εργατική συνείδηση και να αυτοοργανώνονται;
Αυτή η στάση συνδέεται με βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις για τη σεξουαλικότητα, το φύλο και την εργασία, από τις οποίες δεν είναι απαλλαγμένη ούτε η Αριστερά. Η σεξεργασία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από ορισμένα τμήματά της ως μια δραστηριότητα τόσο στενά συνδεδεμένη με την εκμετάλλευση και την έμφυλη καταπίεση, ώστε να αμφισβητείται ακόμη και η δυνατότητα των ίδιων των σεξεργαζόμενων να συγκροτηθούν ως πολιτικά υποκείμενα με δικά τους αιτήματα και συλλογικές μορφές οργάνωσης. Έτσι, ενώ η εργατική αυτοοργάνωση αναγνωρίζεται καταρχήν ως θεμελιώδης προϋπόθεση της κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης, στην περίπτωση της σεξεργασίας συχνά αντιμετωπίζεται με καχυποψία.
Εκτιμώ ότι έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο επιστρατεύεται, ρητά ή υπόρρητα, η έννοια της «ψευδούς συνείδησης». Όταν οι ίδιες οι σεξεργαζόμενες διεκδικούν την αποποινικοποίηση της εργασίας τους, την αναγνώριση εργασιακών δικαιωμάτων ή τη δυνατότητα συλλογικής οργάνωσης, οι διεκδικήσεις αυτές ενίοτε απορρίπτονται ως προϊόν εσωτερίκευσης της καταπίεσής τους ή αδυναμίας κατανόησης των πραγματικών τους συμφερόντων. Με αυτόν τον τρόπο, η θεωρητική κριτική συχνά μετατρέπεται σε έναν ιδιότυπο πολιτικό πατερναλισμό (ή και ματερναλισμό), όπου η φωνή των ενδιαφερόμενων υποκειμένων αναγνωρίζεται ως έγκυρη μόνο στον βαθμό που επιβεβαιώνει μια ήδη διαμορφωμένη αντίληψη για την καταπίεσή τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επιλεκτική προβολή συγκεκριμένων εμπειριών στον δημόσιο διάλογο: συχνά δίνεται χώρος στις μαρτυρίες επιζωσών εμπορίας ανθρώπων ή γυναικών που έχουν αποχωρήσει από τη σεξεργασία, ενώ οι φωνές όσων εξακολουθούν να εργάζονται στον κλάδο και συμμετέχουν ενεργά στο κίνημα για τα δικαιώματα των σεξεργαζόμενων παραμένουν στο περιθώριο ή αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Το πρόβλημα, ασφαλώς, δεν είναι η ανάδειξη των πρώτων εμπειριών, αλλά η επιλεκτική αναγνώριση ορισμένων μαρτυριών ως αυθεντικών και η απονομιμοποίηση άλλων.
Ασφαλώς, τα σεξεργαζόμενα άτομα δεν αποτελούν μια ομοιογενή κοινωνική ομάδα, ούτε οι οργανώσεις τους εκφράζουν πάντοτε κοινές θέσεις και συμφέροντα. Όπως συμβαίνει με κάθε εργατικό κίνημα, υπάρχουν διαφορετικές εμπειρίες, πολιτικές τοποθετήσεις και εσωτερικές αντιπαραθέσεις, ενώ οι συλλογικές τους διεκδικήσεις μπορούν και πρέπει να αποτελούν αντικείμενο πολιτικής κριτικής. Για παράδειγμα, οργανώσεις στις οποίες κυριαρχούν μη μετανάστριες εργαζόμενες ενδέχεται να μην αναγνωρίζουν επαρκώς τις ιδιαίτερες συνθήκες και ανάγκες των μεταναστριών σεξεργαζόμενων, για τις οποίες το καθεστώς διαμονής, η μεταναστευτική νομοθεσία και ο κίνδυνος απέλασης αποτελούν καθοριστικές παραμέτρους της εργασιακής τους εμπειρίας. Τα όρια της συλλογικής εκπροσώπησης και οι ανισότητες που ενδέχεται να αναπαράγονται στο εσωτερικό των οργανώσεων αποτελούν ζητήματα που διατρέχουν κάθε κίνημα και υπόκεινται σε διαρκή πολιτική διαπραγμάτευση και κριτική. Η αναγνώρισή τους, ωστόσο, δεν αναιρεί την πολιτική υποκειμενικότητα των σεξεργαζόμενων ούτε τη νομιμοποίηση των συλλογικών τους αγώνων. Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του βιβλίου είναι ακριβώς ότι αναδεικνύει τη μακρά ιστορία συλλογικής οργάνωσης και αντίστασης των σεξεργαζόμενων, η οποία συχνά απουσιάζει από τις κυρίαρχες αφηγήσεις για την πορνεία. Οι αγώνες αυτοί αμφισβητούν έμπρακτα την αντίληψη ότι οι σεξεργαζόμενες αποτελούν αποκλειστικά παθητικά θύματα που χρειάζονται σωτήρες.
Από τα πιο ενδιαφέροντα τμήματα είναι αυτό που αναλύει το σύμπλεγμα σύνορα-μετανάστευση-αστυνόμευση ως το πεδίο στο οποίο εντάσσονται λόγοι αλλά και πραγματικότητες της σεξεργασίας. Ο λόγος που έχει κατισχύσει είναι αυτός γύρω από το τράφικινγκ ως την «ρίζα του κακού», ενώ στη πραγματικότητά είναι οι πολιτικές συνόρων και διαχείρισης του μεταναστευτικού πληθυσμού που αποτελούν την αρχή της εκμετάλλευσης των υποκειμένων που κάνουν σεξεργασία. Είναι, πιστεύεις, κι αυτό άλλη μιαν ένδειξη για το πώς η Αριστερά αρνείται να δει τους μετανάστες και τις μετανάστριες ως εργαζόμενους/ες και τους/τις βλέπει απλώς ως θύματα που χρήζουν ανθρωπιστικής προστασίας; Ποιες οι ευθύνες του «φυλακιστικού φεμινισμού» –όπως τον αποδίδεις μεταφραστικά– σε αυτή τη πραγματικότητα;
Νομίζω ότι εδώ χρειάζεται να εξετάσουμε συνολικότερα τις αντιλήψεις που κυριαρχούν για τους μετανάστες και τις μετανάστριες: άλλοτε παρουσιάζονται ως απειλή ή ως «εισβολείς» που πρέπει να αποκλειστούν, άλλοτε ως ευάλωτα υποκείμενα που χρειάζονται ανθρωπιστική προστασία και άλλοτε ως «εργατικά χέρια», των οποίων η παρουσία δικαιολογείται από τις ανάγκες της οικονομίας. Οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι απαραίτητα αλληλοαποκλειόμενες, ενώ οι δύο τελευταίες αναπαράγονται ενίοτε και από τμήματα της Αριστεράς. Κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι τα δικαιώματα, οι ανάγκες και οι διεκδικήσεις των ίδιων των μεταναστών υποτάσσονται σε εξωτερικά κριτήρια, είτε αυτά αφορούν την ασφάλεια, την ανθρωπιστική προστασία είτε την οικονομική χρησιμότητα.
Η ελληνική περίπτωση είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Η οικονομική ανάπτυξη των δεκαετιών του 1990 και του 2000 στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη φθηνή και επισφαλή μεταναστευτική εργασία, συχνά υπό εξαιρετικά εκμεταλλευτικές ή και κακοποιητικές συνθήκες, σε κλάδους όπως η οικοδομή, η γεωργία και η οικιακή εργασία. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, συγκροτήθηκε ένας δημόσιος λόγος που σταδιακά ταύτισε κάθε μορφή σεξεργασίας με την εμπορία ανθρώπων, ενώ αντίστοιχες μορφές καταναγκασμού και εκμετάλλευσης σε άλλους κλάδους παρέμεναν στο περιθώριο της συζήτησης περί trafficking. Έτσι, η εκμετάλλευση στη σεξεργασία αντιμετωπίστηκε ως ένα ιδιαίτερο πρόβλημα που απαιτούσε πρωτίστως κατασταλτική παρέμβαση, ενώ η εκμετάλλευση σε άλλους τομείς της μεταναστευτικής εργασίας συνέχισε σε μεγάλο βαθμό να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα της αγοράς εργασίας. Αυτή η διάκριση αποσυνδέει τη σεξεργασία από τις οικονομικές και θεσμικές συνθήκες που παράγουν την εργασιακή εκμετάλλευση συνολικά.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η σημασία των πολιτικών συνόρων και της μεταναστευτικής νομοθεσίας. Η έλλειψη ασφαλών μεταναστευτικών οδών, η εξάρτηση της άδειας διαμονής από την απασχόληση και ο κίνδυνος κράτησης ή απέλασης διαμορφώνουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι μετανάστες εργαζόμενοι γίνονται περισσότερο εκμεταλλεύσιμοι. Στην περίπτωση της σεξεργασίας, οι συνθήκες αυτές επιβαρύνονται από την παρανομιμοποίηση, την ποινικοποίηση και το στίγμα. Η δυνατότητα μιας μετανάστριας σεξεργαζόμενης να καταγγείλει έναν εκμεταλλευτή ή να αποχωρήσει από μια κακοποιητική εργασιακή σχέση περιορίζεται δραστικά όταν η επαφή της με την αστυνομία μπορεί να οδηγήσει σε δική της κράτηση ή απέλαση, ακόμη και στην επιβολή υπέρογκων προστίμων. Οι μηχανισμοί που εμφανίζονται ως μέσα καταπολέμησης της εκμετάλλευσης συμβάλλουν έτσι στην αναπαραγωγή των συνθηκών που την καθιστούν δυνατή.
Ο φυλακιστικός φεμινισμός, όπως τον ονομάζει η Ελίζαμπεθ Μπέρνστιν, αποτελεί χαρακτηριστική έκφραση της ευρύτερης επέκτασης της σφαίρας του ποινικού δικαίου στην αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων, σε μια περίοδο υποχώρησης των πολιτικών κοινωνικής προστασίας και αναδιανομής. Αντιμετωπίζοντας την αστυνόμευση, την ποινική τιμωρία και τον εγκλεισμό ως βασικά μέσα καταπολέμησης της έμφυλης βίας και εκμετάλλευσης, τμήματα του φεμινιστικού κινήματος συνέβαλαν στη νομιμοποίηση αυτής της κατασταλτικής στροφής. Στην περίπτωση της σεξεργασίας, η συλλήβδην αντιμετώπισή της ως μορφής έμφυλης βίας και η συστηματική σύγχυσή της με την εμπορία ανθρώπων επέτρεψαν τη σύμπλευση φεμινιστικών αιτημάτων με την επέκταση της αστυνομικής εξουσίας και του μεταναστευτικού ελέγχου. Έτσι, η προστασία από τη βία ανατίθεται στους ίδιους θεσμούς που ασκούν βία και καταναγκασμό, ιδιαίτερα σε βάρος των πιο επισφαλών γυναικών. Η αντίφαση αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής στον τρόπο με τον οποίο διαχωρίζονται οι μετανάστριες σε «θύματα» που αξίζουν διάσωση και σε «παράτυπες» εργαζόμενες που υπόκεινται σε καταστολή. Ακόμη και η αναγνώριση της ιδιότητας του θύματος μπορεί να εξαρτάται από τη συνεργασία με τις διωκτικές αρχές, καθιστώντας την προστασία επιλεκτική και υπό όρους. Ένας φεμινισμός που αποδέχεται αυτή τη διάκριση και επενδύει στην ενίσχυση του ποινικού κράτους καταλήγει να διευρύνει την εξουσία του πάνω στις γυναίκες εξ ονόματος των οποίων ισχυρίζεται ότι δρα.
Ο λόγος γύρω από την σεξεργασία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες διαιρέσεις στο εσωτερικό του φεμινιστικού κινήματος διεθνώς. Το είδαμε και πρόσφατα στα δικά μας, με αφορμή την προβολή του ντοκιμαντέρ «SexWork: It’sjustaJob» που οργανώθηκε από την Εποχή και το δίκτυο Transform! europe. Είναι δυνατόν να αρθεί αυτός ο διαχωρισμός ή αποτελεί ένα ταυτοτικό χαρακτηριστικό για κάποιους φεμινισμούς;
Ο φεμινισμός δεν υπήρξε ποτέ ενιαίο πολιτικό κίνημα. Αρκεί να σκεφτούμε τις ιστορικές συγκρούσεις γύρω από την τάξη, τη φυλή, την αποικιοκρατία και τη σεξουαλικότητα, από τον αποκλεισμό των μαύρων γυναικών μέχρι τους «φεμινιστικούς πολέμους για το σεξ» της δεκαετίας του 1980. Αντίστοιχες αντιθέσεις διαπερνούν και τους σύγχρονους φεμινισμούς: από τη νεοφιλελεύθερη λογική της girlboss, στον αντίποδα αντικαπιταλιστικών προσεγγίσεων, μέχρι τον φυλακιστικό φεμινισμό, που συγκρούεται με τα κινήματα μετασχηματιστικής δικαιοσύνης, και τις φεμινιστικές τάσεις που αμφισβητούν τα δικαιώματα των τρανς ατόμων και επιδιώκουν τον αποκλεισμό τους. Εδώ θεωρώ χρήσιμη την έννοια των «εχθρικών φεμινισμών» της Σόφι Λιούις, η οποία αναδεικνύει πώς ορισμένοι φεμινισμοί μπορούν να υπηρετούν καταπιεστικές ή και αντιδραστικές πολιτικές. Για ορισμένους φεμινισμούς, η κατάργηση της πορνείας αποτελεί πράγματι θεμελιώδη στόχο και συγκροτητικό στοιχείο της πολιτικής τους ταυτότητας.
Η ένταση που προηγήθηκε της προβολής του ντοκιμαντέρ, την οποία ζήσαμε και οι δύο από κοντά, είναι ενδεικτική του βάθους αυτών των αντιθέσεων. Ο τίτλος του, It‘sJustaJob, συνοψίζει μια θέση που, όπως συζητήσαμε προηγουμένως, δεν προϋποθέτει εξιδανίκευση της (σεξ)εργασίας. Στην καρδιά της αντιπαράθεσης βρίσκονται δύο διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις: η αποποινικοποίηση της σεξεργασίας και η κατοχύρωση εργασιακών δικαιωμάτων, από τη μία, και η επιδίωξη της κατάργησης της πορνείας, μεταξύ άλλων μέσω της ποινικοποίησης της αγοράς σεξουαλικών υπηρεσιών κατά το λεγόμενο σκανδιναβικό μοντέλο, από την άλλη. Χαρακτηριστική είναι και η συχνά σκόπιμη σύγχυση της αποποινικοποίησης με τη νομιμοποίηση. Όπως εξηγούν οι Σμιθ και Μακ, η νομιμοποίηση συνεπάγεται ένα ειδικό, συχνά περιοριστικό καθεστώς κρατικής ρύθμισης, ενώ η αποποινικοποίηση αποσκοπεί στην άρση των ποινικών κυρώσεων και την εφαρμογή της γενικής εργατικής νομοθεσίας. Η σύγχυση αυτή επιτρέπει στους πολέμιους της σεξεργασίας να παρουσιάζουν την αποποινικοποίηση ως άκριτη αποδοχή της βιομηχανίας του σεξ, παραγνωρίζοντας τα αιτήματα των σεξεργαζόμενων για ασφάλεια, δικαιώματα και συλλογική οργάνωση. Στην ίδια λογική εντάσσεται και ο χαρακτηρισμός των σεξεργαζόμενων ακτιβιστριών και των συμμάχων τους ως δήθεν «νταβατζήδων», με τον οποίο επιχειρείται η απονομιμοποίηση των διεκδικήσεών τους και της πολιτικής τους υπόστασης. Θα ήμουν, συνεπώς, επιφυλακτική απέναντι στην ιδέα ότι οι αντιθέσεις αυτές μπορούν να ξεπεραστούν απλώς μέσα από περισσότερο διάλογο ή την αναζήτηση κοινού εδάφους, σαν να αποτελεί η φεμινιστική ενότητα αυταξία. Το κρίσιμο, τελικά, είναι ποιον κοινωνικό και πολιτικό μετασχηματισμό επιδιώκουμε στο όνομα του φεμινισμού και με ποιους όρους.
*Την Δευτέρα 9 Νοεμβρίου, στις 7μ.μ., στο Matchpoint (Αινιάνος 1, Πεδίον Άρεως) θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου «Εξεγερμένες Πόρνες. Ο αγώνας για τα δικαιώματα των σεξεργαζομένων» των Μόλλυ Σµιθ και Τζούνο Μακ. Θα μιλήσουν η Ήβη Καίσερλη, η Άννα Κουρουπού, η Αθηνά Μιχαλακέα, και η Δέσποινα Παρασκευά-Βελουδογιάννη. Θα συντονίσει η Δανάη Μαραγκουδάκη.





