φωτογραφία: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ / EUROKINISSI

Ένας τραγικός θάνατος. Τηλεπαράθυρα, συνεντεύξεις, γιατροί, πρόεδροι συλλόγων και κάθε λογής ειδικοί, σε όλες τις δημοσιογραφικές εκπομπές.  Κλινικές «ευεξίας» και «αναζωογόνησης» στο καρακέντρο της Αθήνας, από τις οποίες, όπως φαίνεται τελικά, είχε περάσει η μισή κοσμική Αθήνα. Μαρτυρίες που φτάνουν είκοσι και πλέον χρόνια πίσω. Γιατροί, ας πούμε, που σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με βαρύτατες κατηγορίες. Υπουργοί που ζητούν συγγνώμη. Άλλοι υπουργοί να μας ενημερώνουν ότι «ναι, είχαν πάει κι αυτοί στον άνθρωπο», αλλά – ευτυχώς – σε εκείνους δεν προτάθηκε κάποια από τις επίμαχες θεραπείες.

Και πάνω στον απόηχο του θανάτου ενός πραγματικά αγαπημένου καλλιτέχνη στήνεται σε χρόνο ρεκόρ ένα πρόχειρο, βιαστικό και εξαιρετικά βολικό επικοινωνιακό θέαμα.  

Ένα σχόλιο μόνο: κάποιος μας κοροϊδεύει.

Εδώ και μέρες η δημόσια συζήτηση έχει βυθιστεί στις τεχνικές λεπτομέρειες. Ιατρικά δεδομένα φόρα παρτίδα στα τηλεοπτικά πάνελ. Στοιχεία μιας δικογραφίας που ακόμη σχηματίζεται αναλύονται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. «Αστυνομικές πηγές» φαίνεται να γνωρίζουν και να διοχετεύουν με κάθε λεπτομέρεια κάθε νέο στοιχείο. Δημοσιογράφοι που αναγκάζονται να κάνουν τους ντετέκτιβ, παρουσιαστές τους γιατρούς και όλοι μαζί μαθαίνουμε ξαφνικά για ουσίες, μηχανήματα, δοσολογίες και πρωτόκολλα. 

Η συζήτηση γίνεται βολικά τεχνική. Τόσο τεχνική ώστε στο τέλος να μην μπορεί να την παρακολουθήσει κανείς. Μόνο που όσο η συζήτηση γίνεται πιο λεπτομερής, τόσο πιο εύκολο είναι να χαθεί μέσα στον θόρυβο η απλούστερη και σημαντικότερη ερώτηση:

Πού ήταν αυτοί που είχαν την ευθύνη να ελέγχουν;

Όσα σήμερα αποκαλύπτονται, δεν εμφανίστηκαν χθες.

Αποτελούν ζητήματα κρατικής εποπτείας, επιστημονικής δεοντολογίας και ελεγκτικών αρμοδιοτήτων πολλών ετών.

Και ξαφνικά ακούμε από παντού την ίδια περίπου απάντηση: «Δεν γνωρίζαμε», «εμείς κάναμε τους ελέγχους μας», «τι να κάνουμε αν έκρυβαν τα μηχανήματα;», «τι να κάνουμε αν παρουσίαζαν ψεύτικα βιογραφικά;», «τι να κάνουμε αν ήταν τόσο καλοί απατεώνες ωστε να εξαπατούν τους ελεγκτικούς μηχανισμούς;»

Δηλαδή τι ακριβώς μας λένε; Ότι υπήρχαν ιστοσελίδες, δημόσια διαφήμιση, υψηλή πελατεία, επαγγελματική παρουσία, συνέδρια, γνωριμίες και καταγγελίες, αλλά οι αρμόδιοι δεν είχαν αντιληφθεί τίποτα;

Ότι άνθρωποι που σήμερα ερευνώνται από τη Δικαιοσύνη μπορούσαν επί χρόνια να εμφανίζονται δημόσια, να παρουσιάζουν τις μεθόδους τους, να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις και συνέδρια – ακόμη και υπό θεσμικές αιγίδες – και παρ’ όλα αυτά κανείς από όσους είχαν την αρμοδιότητα δεν αναρωτήθηκε τι ακριβώς συμβαίνει;

«Δεν είδαμε, δεν ακούσαμε, αλλά κάναμε ό,τι μπορούσαμε».

Κάποιος μας κοροϊδεύει.

Γιατί, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη έρθει στη δημόσια συζήτηση, υπήρχαν καταγγελίες. Υπήρχαν γιατροί που είχαν εκφράσει ενστάσεις. Είχαν γίνει έλεγχοι. Υπήρχαν δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες. Πώς γίνεται να έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος έπειτα από καταγγελίες και τελικά κανείς να μην έχει αντιληφθεί τι ακριβώς πήγε να ελέγξει; 

Πώς γίνεται ένας απλός πολίτης, με μία αναζήτηση στο διαδίκτυο, να μπορεί να εντοπίσει ιατρεία που διαφημίζουν αμφιλεγόμενες ή παράνομες πρακτικές, αλλά να εμφανίζονται ανήμποροι να το κάνουν ένα ολόκληρο υπουργείο, ένας ολόκληρος Ιατρικός Σύλλογος και οι κρατικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί – όσοι δεν κατακρεουργηθηκαν φυσικα; 

Και κάπου εδώ αρχίζει η ατέρμονη προσπάθεια να μας πείσουν ότι το πρόβλημα είναι απλώς η ανικανότητα. Ότι υπήρχαν θεσμικά κενά, μπλεγμένες αρμοδιότητες, ελλείψεις προσωπικού, ένας φορέας που περίμενε τον άλλον και ένας ελεγκτικός μηχανισμός που τελικά δεν είχε τα εργαλεία για να κάνει τη δουλειά του.

Μόνο που τα κενά δεν πέφτουν από τον ουρανό. Κάποιος τα θεσμοθετεί. Κάποιος τα αφήνει. Κάποιος τα διευρύνει. Κάποιος αποφασίζει πώς θα λειτουργούν – ή δεν θα λειτουργούν – οι μηχανισμοί εποπτείας. Κάποιος καταργεί ελεγκτικούς μηχανισμούς, μεταφέρει αρμοδιότητες, συγχωνεύει υπηρεσίες και μετά ανακαλύπτει έκπληκτος ότι ο έλεγχος δεν λειτουργεί. 

Μας παρουσιάζουν ένα σύστημα περίπου ανίκανο: που δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν προλαβαίνει, δεν μπορεί να ελέγξει. Δεν είναι ανίκανοι.

Γιατί την ίδια στιγμή αυτή η κυβέρνηση και η πολιτική της αποδεικνύεται εξαιρετικά αποτελεσματική όταν πρόκειται να μετατρέψει κάθε πλευρά της ζωής μας σε εμπόρευμα. Να αποδυναμώνει ελεγκτικούς μηχανισμούς. Να διαμορφώνει πλαίσια μέσα στα οποία η αγορά της υγείας, της «ευεξίας» και το ιδιωτικό κέρδος μπορεί να ανθίζει ανεξέλεγκτα. Ένα κράτος εξαιρετικά ικανό όταν πρόκειται να ιδιωτικοποιήσει, να εμπορευματοποιήσει και να μετατρέπει κάθε ανθρώπινη ανάγκη σε πεδίο κερδοφορίας.

Γιατί όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σε αυτή τη χώρα, συναντάς ξανά και ξανά τον ίδιο μηχανισμό: σχέσεις, ανταλλάγματα, δημόσιες γνωριμίες, ιδιωτικά συμφέροντα, εμπορευματοποίηση των πάντων και, στο τέλος, μια τεράστια συλλογική αμνησία. 

Και, φυσικά, δεν είναι καθόλου ανίκανοι ούτε στην επικοινωνιακή διαχείριση. Όποιος δημοσιογράφος, επιστήμονας ή άλλος δημόσιος συνομιλητής επιχειρήσει να απομακρύνει τη συζήτηση από τις τηλεοπτικές λεπτομέρειες και να θέσει το απλό ερώτημα της θεσμικής και πολιτικής ευθύνης, πολύ γρήγορα αντιμετωπίζεται περίπου ως παράλογος. 

Όμως το ερώτημα παραμένει εκεί. 

Ίσως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να συζητάμε μόνο για το αν ένα μηχάνημα βρισκόταν σε ένα δωμάτιο ή σε ένα άλλο και να συζητήσουμε για το σύστημα που επέτρεψε σε όλα αυτά να συμβαίνουν μπροστά στα μάτια όλων. 

Γιατί, διαφορετικά, η μόνη λογική εξήγηση που απομένει είναι πολύ απλή:

κάποιος μας κοροϊδεύει.