Στην Ταινιοθήκη είδαμε μια υβριδική περφόρμανς, σε γουντιαλενικό ύφος, από τον σκηνοθέτη και καλλιτέχνη του θεάτρου Ούντι Αλόνι, ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως αυτοεξόριστος και, από αυτή τη θέση, διαπραγματεύεται το ζήτημα της ταυτότητάς του ως Ισραηλινού και ως Εβραίου μέσω της τέχνης. Ο ίδιος είναι γιος μιας εμβληματικής μορφής του αριστερού σιωνισμού των προηγούμενων δεκαετιών, της βουλεύτριας και υπουργού Σουλαμίτ Αλόνι, η οποία αγωνίστηκε τόσο για τη συμβίωση με τους Παλαιστινίους όσο και υπέρ ενός ανεκτικού και περιχωρητικού σιωνισμού, συμφιλιωμένου με τις εβραϊκές διασπορικές ταυτότητες ανά τον κόσμο. Αν θέλετε, ενός αντιεθνικιστικού και αντιαποικιακού σιωνισμού – εάν, βέβαια, βγάζει νόημα μετά την 7η Οκτώβρη κάτι τέτοιο.
Ανάμεσα στην αγάπη του για τον Τζουλιάνο Μερ-Χαμίς, τον Παλαιστίνιο σύντροφο και φίλο του που δολοφονήθηκε το 2011, και τη μητέρα του· ανάμεσα στην τέχνη (ως δυνάμει «επαναστατικό» γεγονός) και τη βία της εξουσίας, που βρίσκει την πιο ωμή έκφρασή της στην Παλαιστίνη· ανάμεσα στο εβραϊκό τραύμα και το παλαιστινιακό σώμα, όπως λέει ο ίδιος σε συνέντευξή του στο TVXS, αναζητά τη δική του ταυτότητα. Για να ξεφύγει από αυτές τις συμπληγάδες, ανατρέχει στην ψυχανάλυση και τη θεολογία. Κρίσιμο σημείο αποτελεί η αναφορά του στην ομιλία του Αποστόλου Παύλου στον Άρειο Πάγο, στη συνάντηση του εβραϊκού πνεύματος της εποχής με τους Έλληνες Στωικούς και στη γέννηση, όπως μας λέει στην παράσταση, της έννοιας της Δύσης, εδώ στην Αθήνα. Αλλά αυτό ας το κρατήσουμε για το τέλος.
Ο Αλόνι αισθάνεται ένοχος απέναντι στους Παλαιστινίους. Αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρξει συγχώρεση και ψάχνει την απάντηση τόσο πολιτικά, όταν ρωτά τον Γιάσερ Αραφάτ, όσο και θεωρητικά, όταν απευθύνει το ερώτημα στον Αλαίν Μπαντιού, ή αργότερα, ως ερώτημα της επανάστασης, όταν το απευθύνει στον Σλάβοϊ Ζίζεκ. Οι απαντήσεις που παίρνει δεν τον βοηθούν να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του και έτσι, όπως ατσούμπαλα κινείται στη σκηνή, διακόπτοντας τον (εξαίρετο) ηθοποιό του για να μας μιλήσει, γυρίζει συχνά στις προσωπικές του αναμνήσεις, στην αγάπη για τη μητέρα του. Ένας άνθρωπος που αισθάνεται την ανάγκη να συγχωρεθεί καταλήγει να αναφέρεται στην αγάπη.
Αυτό που αποκαλούμε πολιτική, για τους περισσότερους από εμάς (ίσως όχι για τους επαγγελματίες της πολιτικής), είναι ταυτισμένο με τον ηθικό βίο. Αφορά ολόκληρο τον άνθρωπο και όχι απλώς την καλύτερη διευθέτηση των δημόσιων σχέσεων στο παρόν. Και αυτό συστηματικά μας διαφεύγει. Καταγγέλλουμε (ή μήπως ξορκίζουμε;) την κλοπή δημόσιου χρήματος ή την παραβίαση των βασικών κανόνων του κράτους δικαίου και καταλήγουμε να βρισκόμαστε σε χειρότερη μοίρα από πριν. Ζητάμε, για παράδειγμα, τη συμπερίληψη στο υπάρχον οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο, μια ιδέα που κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο, και μοιάζουμε να τονίζουμε απλώς την ανεπάρκειά μας να σταματήσουμε τους αποκλεισμούς, την αδικία που παράγει ο νεοφιλελεύθερος και ο –εντελώς αμερικανικός, με την πιο συντηρητική ελευθεριακή έννοια– καπιταλισμός. Επικαλούμαστε ρητορικά τον όρο και ματαιωνόμαστε.
Η ηθική δεν αντανακλά στα συστήματα οργάνωσης και λειτουργίας της οικονομίας και της διοίκησης, όπως πιστεύουν οι νεοφιλελεύθεροι. Δεν είναι το software που απλώς «τρέχει» με τον κατάλληλο τρόπο πάνω στο ίδιο hardware, αλλά η λογική που διέπει και χαρακτηρίζει συνολικά αυτά τα συστήματα. Η αντίφαση ανάμεσα στο κυρίαρχο οικονομικό και πολιτικό μοντέλο και στην ανάγκη μας να χωρέσουμε μέσα σε αυτό δεν είναι η φυλακή όλων μας; Δεν είναι αυτό που κάνει το τραύμα της προδοσίας μέσα στην Αριστερά τόσο βαθύ, τόσο υπαρξιακό; Αφού έχουμε αυτή την απαίτηση από τους εαυτούς μας και τις συλλογικές μας εκφράσεις, πώς μπορεί οι ίδιοι μας οι σύντροφοι και οι συντρόφισσές μας να μας προδίδουν; Και πού βρίσκεται τελικά το σημείο της προδοσίας μέσα στο πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι, στο οποίο είμαστε όλοι φυλακισμένοι;
Ο ριζοσπάστης αριστερός Αλόνι κάνει μια ενδιαφέρουσα αναφορά στη γλώσσα ως μήτρα του πολιτικού προβλήματος. Πρώτα επικαλείται την επιστολή του Σόλεμ (έμαθα κι εγώ χάρη στην παράσταση ότι πρόκειται για μια διάσημη σύγχρονη προφητεία), στην οποία ο ραββίνος λέει κάτι συγκλονιστικό: «Η αρχαία γλώσσα θα ξυπνήσει τα αρχαία πνεύματα». Τα αρχαία εβραϊκά πνεύματα είναι τα πνεύματα του νόμου. Ο νόμος είναι βία. Ο Σόλεμ προφητεύει την αυτοκαταστροφή του σιωνισμού και η σκέψη του αποκτά μια αλλόκοτη επικαιρότητα σήμερα, καθώς ο σιωνισμός βρίσκεται στην πιο ακραία, εγκληματική και, όπως πολλοί πιστεύουμε, αυτοκαταστροφική φάση του. Από την άλλη πλευρά, ο Αλόνι θυμάται και αντιπαραβάλλει την επίσκεψη της μητέρας του με τον Γιτζάκ Ράμπιν στη Βαρσοβία και τη συνάντησή τους με τον Εβραίο επαναστάτη Μάρεκ Έντελμαν, εκπρόσωπο του εβραϊκού διεθνιστικού εργατικού κόμματος Μπουντ, που αγωνιζόταν για την ισότητα των Εβραίων στην Πολωνία και την Ευρώπη και αρνούνταν την επιστροφή στη «Σιών».
Θυμάται πως, όταν η μητέρα του επισκέφθηκε την Πολωνία για να τιμήσουν την Εξέγερση του Γκέτο της Βαρσοβίας μαζί με τον Ράμπιν, εκείνος αρχικά αρνιόταν να μιλήσει γίντις. Μπροστά όμως στην εικόνα του Μάρεκ Έντελμαν άρχισε να μιλά στη γλώσσα που είχε εγκαταλείψει αντί για εβραϊκά. Έκλαψαν και οι τρεις σαν αδέλφια και εκεί, σύμφωνα με τον Ούντι, γεννήθηκε η επιθυμία για τη συμφωνία με τον Αραφάτ, την οποία πλήρωσαν πολύ ακριβά αργότερα τόσο ο Ράμπιν (με τη ζωή του) όσο και ο Αραφάτ. Με άλλα λόγια, η συγχώρεση που αναζητούσε ο Αλόνι βρισκόταν ήδη εντός των τειχών. Δεν ήταν μια εξωτερική κίνηση, από τον Αραφάτ ή τους Παλαιστινίους προς τους Εβραίους, αλλά μια κίνηση του ίδιου του εαυτού τους προς τον εαυτό του. Έτσι, στην αφήγηση του Αλόνι, η συγχώρεση είναι ο μόνος τρόπος να υπερβούμε το τραύμα· αυτό ακριβώς που η σύγχρονη Αριστερά τού λέει πως δεν γίνεται.
Ο κόσμος μας δεν μπορεί να σταθεί αποδεχόμενος ούτε τον αμερικανικό προτεσταντισμό και την ελευθεριακή του αντίληψη ούτε τον αποικιοκρατικό σιωνισμό. Και τα δύο οδηγούν την ανθρωπότητα στην καταστροφή. Είναι μια μάχη που αφορά τόσο τα πολιτικά και πολιτισμικά σώματα των Αμερικανών, των Ισραηλινών και των Εβραίων ανά τον κόσμο όσο και όλους μας. Ο Αλόνι βγάζει στη σκηνή τον Σάββα Μιχαήλ και επικαλείται τον Άγγελο της Ιστορίας του Μπένγιαμιν, το φρένο στην καπιταλιστική πρόοδο υπέρ των ηττημένων, όπως γράφει, τη δικαίωση των θυμάτων του παρελθόντος (Έντελμαν) διά της συγχώρεσης. Αν η επανάσταση είναι αναγκαστικά μεσσιανική, αν ενώνει το παρελθόν με το μέλλον και ενυπάρχει πάντοτε στο παρόν ως δυνατότητα ανατροπής του, τότε, όπως γράφει η Τζόντι Ντιν, πολιτικό μας χρέος είναι πρώτα απ’ όλα να κρατάμε αυτή τη δυνατότητα ανοιχτή. Και ποιος το κάνει αυτό; Ο Αλόνι βγάζει στη σκηνή τον Ιάσωνα Αποστολόπουλο και τη Φωτεινή Λαμπρίδη, φίλους και συντρόφους με μεγάλη ακτιβιστική δράση. Όπως έλεγε κάποτε ένας παπαδάκος σε μια άγνωστη ενορία της δυτικής Αθήνας, «οι αριστεροί και οι αναρχικοί ακτιβιστές, παιδί μου, είναι οι επόμενοι άγιοι της Εκκλησίας μας».
Ο πολιτισμός (μιας και όλα αυτά λέγονται στην Ταινιοθήκη και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών), αυτό το αυτόνομο πεδίο της ανθρώπινης έκφρασης, δεν είναι αποκομμένος από την πολιτική συζήτηση. Αντίθετα, είναι οργανικά δεμένος μαζί της και, σε ιστορικές στιγμές σαν αυτή που διανύουμε, μπορεί να αποτελεί το βάθος της. Στα ευρωπαϊκά κείμενα, για παράδειγμα, αναφέρεται ως προϋπόθεση της δημοκρατίας — και ορθά. Είναι ήδη πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στους ίδιους τους καλλιτέχνες και τους θεσμούς της τέχνης, ανάμεσα στους συντηρητικούς της εθνικής αναδίπλωσης και των κλειστών συνόρων, από τη μία, και στους φιλελεύθερους ευρωπαϊστές, τους οικολόγους και τους σοσιαλιστές, από την άλλη. Ο Βιμ Βέντερς βαφτίζει τον πολιτισμό αντίθετο της πολιτικής, ενώ ο Κεν Λόουτς τον αντιμετωπίζει ως κατεξοχήν πολιτικό πεδίο. Δείτε τα τελευταία δύο χρόνια για ποιο ζήτημα συγκρούονται οι καλλιτέχνες με τις διοικήσεις στη Μπιενάλε, την Ντοκουμέντα, την Μπερλινάλε, τις Κάννες, αλλά και στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Το Παλαιστινιακό είναι το βαθύτερο οικουμενικό πρόβλημα της εποχής μας. Ανάμεσα στους φορμαλιστές του status quo (Lifo στα καθ’ ημάς;) και σε όσους αναζητούν μια ζωντανή σχέση των τεχνών με τον δημόσιο διάλογο, μέχρι το σημείο της λαϊκότητας. Βλέπω τον Αποστολόπουλο πάνω στη σκηνή και τον φαντάζομαι σε μια αγιογραφία του μακαρίτη Στέλιου Φαϊτάκη.
Οι Εβραίοι αντισιωνιστές είναι ήρωες της εποχής μας. Η δε γερμανική ενοχή για το Ολοκαύτωμα αποτελεί μια ηθική στάση που μας εμποδίζει να αναγνωρίσουμε τις αιτίες που το γέννησαν. Το καθιστά ένα γερμανικό πρόβλημα, ενώ ο φασισμός προελαύνει σε διαφορετικά πολιτισμικά συγκείμενα. Όπως λέει ο Αλόνι, όμως, οι Ισραηλινοί που αντιστέκονται είναι προνομιούχοι απέναντι στην κτηνώδη βία που δέχονται οι Παλαιστίνιοι, το παλαιστινιακό σώμα. Είναι όμως και εκείνοι που δημιουργούν τη ρωγμή που χρειάζεται για να πέσει το σιωνιστικό καθεστώς, ακόμη κι αν αυτό φαντάζει σήμερα ένα ιδιαίτερα μακρινό σενάριο. Κανένα πολιτικό καθεστώς δεν υποχωρεί αποκλειστικά από εξωτερική πίεση. Όλα πέφτουν από μέσα. Και καμία ιστορική εξέλιξη δεν εκφράζεται συγχρονικά με τον πολιτικό αγώνα που την παράγει.
Η ριζοσπαστική Αριστερά, η αντικαπιταλιστική και αντιδογματική δύναμη της εποχής μας, ο χώρος που έρχεται από την παράδοση της κομμουνιστικής ανανέωσης έως τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, τι πρέπει να κάνει σήμερα; Τα ρεύματα που αναζητούν την επαναθεμελίωση της επανάστασης και τα ρεύματα του κοινωνικού φιλελευθερισμού αναζητούν διαφορετικές στρατηγικές και διαφορετικές συμμαχίες. «Η βία των καταπιεσμένων», λέει ο Ζίζεκ στον Αλόνι, «είναι πάντοτε δικαιολογημένη, αλλά όχι πάντοτε αναγκαία». Και ο Μπαντιού του απαντά πως το επαναστατικό γεγονός είναι πάντοτε μια έκπληξη – εκείνο που θα αποκαταστήσει την κοινωνική δικαιοσύνη και την ηθική τάξη. Δεν σχεδιάζεται ούτε δρομολογείται. Να κρατήσουμε, λοιπόν, τη ρωγμή που δημιουργεί αυτή τη δυνατότητα ανοιχτή. Να δώσουμε τις μάχες που θα χάσουμε.
Ο σύντροφος του Αλόνι, Τζουλιάνο, δολοφονείται μέσα στο θέατρο στην Τζενίν. Η αφήγηση της εισβολής των δύο στρατιωτών που τον ψάχνουν ενώ εκείνος φτιάχνει καφέ, υπό τις οδηγίες του ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς για τον τέλειο καφέ, και η δολοφονία τελικά του συνεργάτη του, ενώ ετοιμάζονται να ανεβάσουν την Αντιγόνη, δεν έχουν τίποτα συμβολικό. Δεν αναπαριστούν τίποτα πέρα από το ίδιο το πραγματικό γεγονός. Είναι δύσκολο να εξηγήσεις σε όποιον δεν έχει βρεθεί σε πολεμικό πεδίο πως η ζωή μπορεί να συνεχίζεται κανονικά με τον πόλεμο δίπλα σου. Αυτό ακριβώς συμβαίνει όμως σε εκείνα τα μέρη. Εδώ, αντίθετα, στο σύμπαν των νατουραλιστικών μας απεικονίσεων στο διαδίκτυο, όπου όλοι παρουσιαζόμαστε πιο λαμπεροί απ’ ό,τι στον φυσικό κόσμο, μέσα στον νεορομαντισμό που χαρακτηρίζει τις εθνικές – αλλά και τις πολιτικές – αφηγήσεις μας, οι οποίες βρίσκουν νέο πεδίο δόξης με την τεχνητή νοημοσύνη, η διάκριση ανάμεσα στο συμβολικό και το πραγματικό καταρρέει. Η κλιματική αλλαγή και ο πόλεμος σε απευθείας μετάδοση αυτό ακριβώς σηματοδοτούν.
Κλείνοντας, ο Απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο, τον οποίο επικαλείται ο Αλόνι, μιλά ακριβώς για τη μετάνοια και τη συγχώρεση, την ανάσταση και την πίστη στον άγνωστο θεό. Θεμελιώνει τη χριστιανική θρησκεία, η οποία γίνεται η θρησκεία των εργατών και των εμπόρων απέναντι στην ελίτ της εποχής. Εδώ βρίσκεται και το νήμα της σύνδεσης με μια άλλη παράσταση που είδαμε τις προηγούμενες ημέρες, τον Απογοητευμένο Πλάτωνα του Αλεξάνδρου Μιστριώτη, ο οποίος κατεβάζει τον φιλόσοφο από τα ξασπρισμένα αγάλματα των κλασικών σπουδών της Δύσης, της αποικιοκρατίας και της αποαποικιοποίησης του δικού μας πολιτισμικού χώρου. Περνώντας από το στενό μονοπάτι της τελευταίας και μοναδικής προσωπικής του επιστολής, μας τον φέρνει κοντά. Είναι ο Πλάτωνας ένας από εμάς; Η μυστικιστική σχέση που επικαλείται με τη γνώση προαναγγέλλει την πάγια αναφορά των Στωικών αργότερα, όπως φάνηκε και στον πρώτο πάπυρο του στωικού φιλοσόφου Φιλόδημου, που αποκρυπτογραφήθηκε μόλις πρόσφατα στη Νάπολη, από τη βιβλιοθήκη του Ερκολάνεου, η οποία θάφτηκε κάτω από τη λάβα του Βεζούβιου — ένα παράδοξο δώρο της φύσης στον πολιτισμό μας.
«…θα διερευνήσουμε κάτι, αλλά δεν θα το κατανοήσουμε, αν με κάποιον τρόπο απομακρυνθούμε από τον εαυτό μας και από τη δική μας φύση…» και «…αφού αυτά είναι τα αγαθά για εμάς, ούτε από τα αντίθετα κακά θα προκύψει κάτι καλό — πόσο μάλλον όμορφο — ούτε κάτι κακό — πόσο μάλλον άσχημο — ούτε ευτυχία…», λέει ο Φιλόδημος στην εισαγωγή που έχει διαβαστεί έως εδώ. Και μέχρι εδώ μπορούμε κι εμείς να αναρωτηθούμε αν μας νικά η σαγήνη της οθόνης και μας απομακρύνει από την πολιτική ουσία, που είναι να αλλάξουμε τον κόσμο· να αρνηθούμε τη φετιχιστική σχέση με το ηρωικό μας παρελθόν στο όνομα ενός καλύτερου μέλλοντος· και να κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου στους συντρόφους μας που επικαλούνται σήμερα ξανά την ηθική. Καθώς η Αριστερά δείχνει να ανασυντίθεται, το έδαφος αυτό είναι ολισθηρό και ιστορικά αποδεδειγμένο ότι την οδηγεί σε ματαίωση, όσο κι αν αποτελεί το μεγάλο επίδικο της εποχής μας.





