Ένα από τα διαχρονικά αιτήματα των κομμάτων της Αριστεράς ως προς τον τρόπο διεξαγωγής των εκλογών ήταν η απλή αναλογική. Τα ληστρικά εκλογικά συστήματα που επέλεγαν κατά καιρούς τα κόμματα εξουσίας ήταν κομμένα και ραμμένα στα μέτρα τους και είχαν ως στόχο το μπόνους των εδρών, που έπαιρναν από τα μικρά κόμματα για τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης. Η απλή αναλογική, το δικαιότερο εκλογικό σύστημα, αποτελούσε τη σημαία της Αριστεράς γιατί έτσι μόνο θα κατάφερνε να παίρνει τις έδρες που αναλογούσαν στις ψήφους της. Στην παρούσα συγκυρία, παρατηρούμε ότι κανείς πλέον στην Αριστερά δεν θέτει ως προτεραιότητα και δεν διεκδικεί την απλή αναλογική. Αντιθέτως, ακούγονται απόψεις που επιζητούν την παγίωση του μπόνους των εδρών όχι μόνο το πρώτο κόμμα αλλά και σε συνασπισμούς κομμάτων που θα καταλαμβάνουν την πρώτη θέση. Τι έχει συμβεί και η Αριστερά έχει εγκαταλείψει το ταυτοτικό, ιστορικό της αίτημα;
Κι όμως, λίγα χρόνια πριν, ένα από τα πιο σημαντικά νομοθετήματα της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η θεσμοθέτηση ενός εκλογικού συστήματος απλής αναλογικής. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, μια ιστορική ευκαιρία ώστε η Αριστερά να αξιοποιήσει αυτό το εκλογικό σύστημα, να το περιφρουρήσει και να το κάνει συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας. Δυστυχώς, εν όψει των εκλογών που θα γινόταν με απλή αναλογική, όλα τα κόμματα της Αριστεράς, μηδενός εξαιρουμένου, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να δυσφημίσουν το δικαιότερο εκλογικό σύστημα και να οδηγηθούμε πάλι στην πεπατημένη της ενισχυμένης αναλογικής. Για να πετύχει η απλή αναλογική και να οδηγήσει σε κυβερνητικές λύσεις απαιτεί προσπάθεια, υποχωρήσεις και καλλιέργεια μιας κουλτούρας συνεργασιών. Αν αναλογιστούμε το κλίμα εκείνης της προεκλογικής περιόδου, θα θυμηθούμε ότι κανένα κόμμα της Αριστεράς δεν προσπάθησε ουσιαστικά, πέραν από ανέξοδες κορώνες επίκλησης της ενότητας, να δημιουργήσει συνθήκες συνεργασιών. Ο ΣΥΡΙΖΑ, μάλιστα, υπονόμευσε το ίδιο το νομοθέτημά του όταν διά του αρχηγού του διατυμπάνιζε ότι δεν θα επιδιώξει «κυβέρνηση ηττημένων». Οπότε, αφού χάθηκε εκείνη η ιστορική ευκαιρία, η απλή αναλογική καταχωνιάστηκε οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.
Το ζήτημα, όμως, των συνεργασιών παραμένει επίκαιρο και επείγον, σε ένα πολιτικό τοπίο όπου η Αριστερά έχει υποχωρήσει δραματικά και δεν είναι ούτε στο ελάχιστο ελκυστική όπως ήταν παλιότερα. Εκτός από το ΚΚΕ, το οποίο ξορκίζει τις συνεργασίες μιας και θεωρεί τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς ανταγωνιστικούς έως εχθρικούς χώρους, στην υπόλοιπη Αριστερά η συζήτηση έχει ανάψει μιας και σε συνθήκες εκλογικής πόλωσης μπαίνει δραματικά το θέμα της πολιτικής επιβίωσης. Αν παρατηρήσουμε τι συμβαίνει το τελευταίο χρονικό διάστημα στη Νέα Αριστερά, μετά την αποχώρηση ενός σημαντικού μέρους του στελεχικού δυναμικού της, θα διαπιστώσουμε μια έντονη κινητικότητα που δεν έχει δώσει ακόμη χειροπιαστά αποτελέσματα. Σε καλό δρόμο φαίνεται να βρίσκονται οι συζητήσεις με το κόμμα «Πράσινοι-Οικολογία», αν και υπάρχει αρκετή δυσπιστία λόγω της σχέσης του κόμματος με τους ευρωπαίους Πράσινους και τον συστημικό τους ρόλο στις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών που συμμετέχουν. Αντίθετα, το κλίμα με το ΜέΡΑ25-Ενωτική Αριστερά φαίνεται να δυναμιτίζεται με τις απερίγραπτες δηλώσεις του Γιάνη Βαρουφάκη, που εννοεί την συνεργασία ως επιλεκτικές μεταγραφές προσώπων στα ψηφοδέλτια του κόμματός του. Απέναντι σε τέτοιες ακραίες δηλώσεις θα πρέπει να τοποθετηθούν και οι εκπρόσωποι των συνιστωσών του ΜέΡΑ25-Ενωτική Αριστερά ώστε να μετριαστούν οι αρνητικές εντυπώσεις και να δημιουργηθεί μια θετική βάση συνομιλιών.
Ενδιαφέρουσα ήταν η εικόνα της περασμένης Δευτέρας, στην επίσκεψη του γραμματέα της Νέας Αριστεράς Γαβριήλ Σακελλαρίδη στη Θεσσαλονίκη. Στον πεζόδρομο μπροστά στο Μπαζάρ, παλιό στέκι του χώρου από την εποχή του ΚΚΕ Eσωτερικού, μαζεύτηκε αρκετός κόσμος μεταξύ των οποίων και εκπρόσωποι από το κόμμα «Πράσινοι-Οικολογία» και το ΜέΡΑ25-Ενωτική Αριστερά. Πέρα, όμως, από σχετικές δημόσιες εμφανίσεις απαιτείται οργανωμένη και ουσιαστική δουλειά προγραμματικής προσέγγισης στην βάση της ισοτιμίας χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς ηγεμονισμούς που δημιουργούν αμυντικά αντανακλαστικά, με γενναία αυτοκριτική και αμοιβαίες υποχωρήσεις.
Πάνος Δημητρούδης





