Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπαίνει ορμητικά, επηρεάζει όλο και περισσότερο τις ζωές μας και αναμένεται να παίξει καθοριστικό ρόλο ως κυρίαρχη τεχνολογία του μέλλοντος, φέρνοντας επαναστατικές αλλαγές. Για την τεράστια αυτή πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες, τα μέλη της Νέας Αριστεράς Κυψέλης, πλατείας Βικτωρίας και πλατείας Αμερικής διοργάνωσαν μια ειδική συζήτηση, την οποία συντόνισε ο Γιώργος Κακούρος, μηχανολόγος μηχανικός ΕΜΠ, αναφέροντας εισαγωγικά: «Ο τρόπος που παρουσιάζεται η τεχνητή νοημοσύνη (artificial intelligence) στα έντυπα και στα ηλεκτρονικά μέσα και στην τηλεόραση, είναι ασαφής και αόριστος, και περισσότερα ερωτήματα δημιουργεί παρά απορίες λύνει. Παρουσιάζεται δε με αντιφατικά προσωπεία ανάλογα με την ιδεολογική, επιστημονική ή κοινωνική τοποθέτηση όποιου μιλάει γι’ αυτήν. Άλλοτε ως ένα δυσοίωνο σύστημα που θα οδηγήσει εκατομμύρια εργαζόμενους σε ανεργία ή σαν ένα υποχθόνιο σύστημα που θα δημιουργήσει ένα δυστοπικό οργουελιανό σύμπαν καταστολής της προσωπικής ελευθερίας και ελέγχου των ατόμων, ενώ επιπλέον θα καταστρέφει και το περιβάλλον. Άλλοτε πάλι προβάλλεται σαν ένα θαυματουργό σύστημα που θα λύσει όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας και θα κάνει τους ανθρώπους πιο ελεύθερους από τον φόρτο της εργασίας και πιο δημιουργικούς. Αυτή η αντίφαση είναι ένα εγγενές χαρακτηριστικό της ΤΝ που αποτυπώνεται και στην ιστορία της εξέλιξής της. Έχει διανύσει περιόδους υπεραισιόδοξων εκτιμήσεων των δυνατοτήτων της από το 1956 που πρωτοεμφανίστηκε ο όρος σε ένα διεπιστημονικό συνέδριο ερευνητών στους τομείς των Μαθηματικών, της Ηλεκτρονικής και της Ψυχολογίας για τη μελέτη των δυνατοτήτων των υπολογιστών να προσομοιώσουν την ανθρώπινη νοημοσύνη, αλλά και περιόδους απαξίωσης στις οποίες ελάχιστοι πίστευαν στις δυνατότητές της. Σήμερα διανύει μια περίοδο έντονης αισιοδοξίας που οφείλεται κυρίως στη συνιστώσα της, τη μάθηση. Από τις πιο εντυπωσιακές δε εξελίξεις της είναι τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα – Large Language Models (ΜΓΜ-LLM) όπως το ChatGPT. Όμως ανοιχτό παραμένει το ερώτημα μέσα από τις ευκαιρίες και απειλές: Η ανθρωπότητα θα κατορθώσει να ορίσει το μέλλον της ΑΙ ή δεν θα έχει μέλλον;».

Η «Εποχή» φιλοξενεί κείμενα-αποσπάσματα από τις ομιλίες των ομιλητριών-ών της πολύ ενδιαφέρουσας εκδήλωσης.

Χρειάζεται το Σύνταγμα στην εποχή της ΤΝ;

Η ανάπτυξη των ψηφιακών τεχνολογιών είναι μία από τις παραμέτρους που κλονίζουν το Σύνταγμα. Με τη χρήση τους, σημαντικές εγγυήσεις που αφορούν το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία δοκιμάζονται, και τα μέλη του κοινωνικού συνόλου μοιάζουν απροστάτευτα απέναντι στις ισχυρές εξουσίες που ελέγχουν τα εργαλεία της ΤΝ.

Οι απειλές γεννιούνται σε 3 τομείς συνταγματικού ενδιαφέροντος. Καταρχάς διευκολύνεται η διείσδυση στην προσωπική ζωή των ανθρώπων και η παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους. Ενδεικτικά: η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας στενεύει, καθώς η καταγραφή του προφίλ επιτρέπει στις ισχυρές οικονομικές οντότητες, αλλά και στην πολιτική εξουσία να παρακολουθούν τις επιλογές μας, άρα να ελέγχουν τις προτιμήσεις μας.

Ο έλεγχος της πληροφορίας περιορίζει την ελευθερία της πληροφόρησης και της έκφρασης, ενώ ο έλεγχος των δημόσιων χώρων επιφέρει συρρίκνωση των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης. Τέλος, η αδιαφάνεια στη συλλογή και επεξεργασία δεδομένων πλήττει τη συνδικαλιστική ελευθερία και όχι μόνον.

Η ΤΝ, πιο σωστά η χρήση της, συμβάλλει και στην αλλοίωση της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος. Η δημοκρατία δεν εξαντλείται στη χορήγηση της ψήφου, γι’ αυτό το Σύνταγμα επιτάσσει να εξασφαλίζεται η ελεύθερη και ανόθευτη έκφραση της βούλησης του εκλογικού σώματος. Μιας βούλησης που συγκροτείται πριν κανείς φτάσει στην κάλπη και που θολώνει στον κόσμο των fake news. Η δυνατότητα που παρέχεται για την κατασκευή ακόμα και ψεύτικης πραγματικότητας μπορεί να επηρεάσει τη θέληση του εκλογικού σώματος και να καθορίσει το εκλογικό αποτέλεσμα.

Εξάλλου, η προσφυγή στην ΤΝ ενισχύει δραστικά τα ισχυρά κόμματα. Οι κυρίαρχοι κομματικοί παίκτες διαθέτουν πρόσβαση στα προφίλ των εκλογέων, γεγονός που επιτρέπει την ανάπτυξη στοχευμένης προεκλογικής εκστρατείας και επηρεασμού της έκβασης της ψηφοφορίας. Όταν, δε, τεθεί το ζήτημα της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, θα φανεί η αδυναμία ελέγχου της διαδικασίας και του αποτελέσματος, αλλά κυρίως η κατάργηση μιας από τις θεμελιώδεις εγγυήσεις της ψήφου, της μυστικότητάς της. 

Σε ό,τι αφορά την απονομή της δικαιοσύνης, οι εφαρμογές της ΤΝ μπορούν να βοηθήσουν τη γρήγορη και ακριβή επεξεργασία του φακέλου, να εισφέρουν δηλαδή εξοικονόμηση χρόνου και ποιότητα στην απόφαση. Μόνο που η ευεργετική επίδρασή τους ισχύει στις περιπτώσεις που χαρακτηρίζονται από σαφείς ομοιότητες, π.χ. η χορήγηση ενός επιδόματος και σε πρόσωπα που δεν προβλέπει ο νόμος. Παράλληλα, ανακύπτουν μη αμελητέα προβλήματα: η αναπαραγωγή των στερεοτύπων, με άλλα λόγια των ανισοτήτων, ο παραμερισμός της θεμελιώδους αρχής της επιείκειας και η αδυναμία του διαδίκου να ελέγξει τον αλγόριθμο, πλήττουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Τέλος, η πρακτική αδυναμία της ΤΝ να αιτιολογεί, συρρικνώνει αφόρητα την αρχή της δίκαιης δίκης, ευνοώντας ταυτόχρονα την αυθαιρεσία της διοίκησης.

Σε αυτό το περιβάλλον, το Σύνταγμα καλείται ναι εκπληρώσει μια δύσκολη αποστολή και να διαφυλάξει τη δημοκρατική οργάνωση της εξουσίας από τις αδηφάγες εταιρείες, που με τα εργαλεία της ΤΝ επιδιώκουν να ελέγξουν την κοινωνική συμβίωση και το κράτος. Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και αναρωτιέται κανείς αν ο καταστατικός χάρτης ως θεσμικό εργαλείο της νεωτερικότητας μπορεί να αντιμετωπίσει τους σύνθετους μετανεωτερικούς κινδύνους. Η απάντηση είναι σύνθετη. Πρώτα από όλα, κάποιοι από τους κινδύνους έχουν εμφανιστεί σε προγενέστερα στάδια της κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης και υπάρχουν συνταγματικές πρόνοιες για την αντιμετώπισή τους. Για παράδειγμα, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και το απόρρητο των επικοινωνιών μπορούσαν να αποτρέψουν το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Εξάλλου, έχει ανοίξει η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, στην οποία μπορούν να διατυπωθούν προτάσεις για την μετάβαση σε έναν ψηφιακό συνταγματισμό. Ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν τον δημόσιο χαρακτήρα των συστημάτων ΤΝ στη λειτουργία της διοίκησης, της εκπαίδευσης και της δικαιοσύνης, ή που εγγυώνται τον δημόσιο έλεγχο των ψηφιακών τεχνολογιών μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο του αναθεωρητικού διαλόγου, ώστε αυτός να αποκτήσει πολιτικό νόημα και να εξασφαλίσει το ενδιαφέρον των πολιτών.

Ιφιγένεια Καμτσίδου,

ομ. καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

Οι προκλήσεις στην εργασία

Η σύγχρονη τεχνολογική εξέλιξη προβάλλεται συχνά από τον κυρίαρχο λόγο ως μια αντικειμενικά προοδευτική και «ουδέτερη» διαδικασία που στοχεύει στην κοινωνική ευημερία. Ωστόσο, η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) δεν αναπτύσσεται σε κοινωνικό ή πολιτικό κενό, αλλά εντός των δοσμένων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Στην πραγματικότητα, δεν έχουμε να κάνουμε με έναν αυτόνομα σκεπτόμενο «ηλεκτρονικό εγκέφαλο», αλλά με πολύπλοκους στατιστικούς αλγορίθμους Μηχανικής Μάθησης, οι οποίοι λειτουργούν ως υπερ-εξελιγμένοι μηχανισμοί αυτόματης συμπλήρωσης. Τα μοντέλα αυτά εκπαιδεύονται μέσω της μαζικής, απλήρωτης οικειοποίησης της συλλογικής ανθρώπινης γνώσης. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί «περιφράσσουν» αυτά τα δεδομένα σε ιδιωτικούς διακομιστές, μετατρέποντας τον συλλογικό ψηφιακό πλούτο σε εμπορευματοποιημένο ατομικό κέρδος.

Ο πρωταρχικός στόχος του κεφαλαίου, μέσω της εισαγωγής της AI, δεν είναι απαραίτητα η ακαριαία εξάλειψη της εργασίας, αλλά η ριζική υποτίμηση, η αποειδίκευση (deskilling) και η εντατικοποίησή της. Επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης –τα λεγόμενα «λευκά κολάρα», όπως προγραμματιστές, νομικοί και ιατροί– μετατρέπονται σε χειριστές μηχανής. Ο εξειδικευμένος επιστήμονας υποβιβάζεται σε έναν χαμηλά αμειβόμενο «ελεγκτή» των αποτελεσμάτων της μηχανής, χάνοντας την επαγγελματική του αυτονομία.

Η ψηφιακή αναδιάρθρωση οξύνει τις υφιστάμενες ανισότητες. Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ILO, 2026), το 29% των επαγγελμάτων που κυριαρχούνται από γυναίκες αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο αυτοματοποίησης, έναντι μόλις 16% των ανδροκρατούμενων επαγγελμάτων, εξαιτίας της ιστορικής συγκέντρωσης των γυναικών σε υποστηρικτικούς και διοικητικούς ρόλους. Ταυτόχρονα, η νέα γενιά βιώνει ήδη μια «σιωπηλή εκτόπιση»: σε κλάδους υψηλής έκθεσης στην AI καταγράφεται πτώση 14% στις προσλήψεις νέων 22-25 ετών συγκριτικά με το 2022, κλείνοντας την πόρτα εισόδου στην αγορά εργασίας.

Πέραν της εργασιακής εκμετάλλευσης, το αφήγημα της τεχνολογικής προόδου αποκρύπτει ένα δυσβάσταχτο περιβαλλοντικό κόστος. Τα τεράστια Κέντρα Δεδομένων (Data Centers) λειτουργούν ως «ενεργειακά vampire», καταναλώνοντας υπέρογκες ποσότητες ηλεκτρικού ρεύματος και νερού για την ψύξη τους. Μια απλή αλληλεπίδραση με ένα μοντέλο AI απαιτεί πολλαπλάσια ενέργεια σε σχέση με τις παραδοσιακές διαδικτυακές αναζητήσεις, καταδεικνύοντας ότι ο «πράσινος» ψηφιακός καπιταλισμός αποτελεί μια οικολογική αυταπάτη. 

Σε αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι αναδεικνύεται επιτακτική η αναγκαιότητα για μια «στρατευμένη επιστήμη». Η τεχνολογική εξέλιξη δεν είναι ουδέτερη, σήμερα εμπορευματοποιείται πλήρως στην αποκλειστική υπηρεσία των πολυεθνικών μονοπωλίων. Απέναντι στον τεχνολογικό ντετερμινισμό, η επιστημονική κοινότητα οφείλει να στρατευτεί οργανωμένα με τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας και του κόσμου της εργασίας. Ο ρόλος της είναι να επαναπροσδιορίσει την παραγωγή της γνώσης, διεκδικώντας τεχνολογίες που μειώνουν δραστικά τον εργάσιμο χρόνο, σέβονται απόλυτα το περιβάλλον και υπόκεινται σε αυστηρό εργατικό έλεγχο. Όπως η ενέργεια μετασχηματίζεται, έτσι και η συλλογική γνώση πρέπει να πάψει να υφαρπάζεται για ιδιωτικό κέρδος και να μετατραπεί επιτέλους σε ελεύθερο κοινωνικό χρόνο και αξιοπρέπεια.

Απέναντι σε αυτή τη συντονισμένη επίθεση, απαιτείται η ιστορική και πολιτική αποκατάσταση του Λουδισμού. Όχι ως μιας παρωχημένης τεχνοφοβίας, αλλά ως μιας ορθολογικής πρακτικής «συλλογικής διαπραγμάτευσης μέσω της εξέγερσης» απέναντι σε εργαλεία που σχεδιάστηκαν για να φτωχοποιούν τον παραγωγό. Ενάντια στην ιδεολογία του καπιταλιστικού «επιταχυντισμού», προκρίνεται η πολιτική του «επιβραδυντισμού»: η αναγκαιότητα το εργατικό κίνημα να τραβήξει το φρένο έκτακτης ανάγκης στην ανεξέλεγκτη τεχνολογική ανάπτυξη.

Η πολιτική απάντηση οφείλει να περνά μέσα από ριζοσπαστικές διεκδικήσεις: τη δημιουργία δημόσιων υποδομών δεδομένων (ψηφιακή κυριαρχία), τη θεσμοθέτηση του 28ωρου (4ήμερου, 7ωρου) χωρίς καμία μείωση αποδοχών, την επιβολή ειδικού εργοδοτικού φόρου αυτοματοποίησης και την κατοχύρωση συνδικαλιστικού βέτο στην εισαγωγή αλγορίθμων επιτήρησης. Η τεχνολογία αποτελεί ένα κομβικό πεδίο ταξικής πάλης, υπερβολικά σοβαρό για να αφεθεί στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολυεθνικών μονοπωλίων.

Γιάννης Τσιλίκας,

ερευνητής στις Φυσικές Επιστήμες Μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Νέας Αριστεράς ΕΜΠ

Απαιτήσεις χωροθέτησης των Κέντρων Δεδομένων

Τα Data Centers (Κέντρα δεδομένων) αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) που μπορεί να είναι για καλό ή, όταν είναι χωρίς κανόνες και αρχές, έχει ήδη σήμερα καταστροφικές εφαρμογές.

Παράδειγμα η δράση με drones και ΑΙ «Where’s Daddy?» (Πού είναι ο μπαμπάς;) που χρησιμοποιεί ο ισραηλινός στρατός παρακολουθώντας που πηγαίνουν τα παιδιά υπόπτων που είναι στη μαύρη λίστα για τον εντοπισμό και τη στόχευση-εξόντωση υπόπτων της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας.

Ένα Κέντρο Δεδομένων είναι εγκατάσταση μεγάλης κλίμακας, που συνήθως απαιτεί πολύ και σταθερό και όχι μεταβαλλόμενο ηλεκτρικό χώρο (100 MW ή περισσότερο), δίκτυα επικοινωνίας και αποθήκευσης πληροφορίας (από καλώδια, οπτικές ίνες μέχρι δορυφόρους), κατάλληλη γη και πολύ νερό για ψύξη.

Τα Κέντρα Δεδομένων θέτουν σημαντικά ζητήματα ρύθμισης (και δυστυχώς ακούγονται όλο και συχνότερες προτάσεις για πυρηνική ενέργεια). Αφορούν την πολιτική της εργασίας, την ιδιωτικοποίηση κρίσιμων τομέων όπως η εθνική ασφάλεια, η υγεία, η παιδεία, τη διαχείριση μεγάλων δεδομένων και ρύθμιση των πνευματικών δικαιωμάτων και της κοινόχρηστης πληροφορίας και δεδομένων. Την ανάγκη ρύθμισης, κανόνων και ελέγχου έθεσε και ο γραμματέας του ΟΗΕ Α. Γκουτέρες: «χρειαζόμαστε μηχανισμούς που να διασφαλίζουν ανθρώπινη εποπτεία και λογοδοσία», τονίζοντας πως το μέλλον της AI «δεν μπορεί να αποφασιστεί από μια χούφτα χωρών ή δισεκατομμυριούχων».

Επιπλέον, όλο και περισσότερο η AI εισβάλλει στον πυρήνα κρίσιμων εταιρικών υποδομών και εξελίσσεται από εργαλείο υποστήριξης σε «εγκέφαλο» επιχειρησιακής λειτουργίας εταιρειών.

(Παρουσίαση Χάρτη των μέχρι τώρα 25 Κέντρων Δεδομένων της Ελλάδας βρίσκεται στο https://www.datacentermap.com/greece/ με πληροφορίες για το κάθε Κέντρο).

Μετά από μια πενταετία οι εκτιμήσεις προβλέπουν από τριπλασιασμό μέχρι εξαπλασιασμό των σημερινών Κέντρων Δεδομένων στην Ελλάδα. Στο χειρότερο σενάριο, αν το 2030 θα γίνει εξαπλασιασμός των MW των Κέντρων, θα υπάρχει ανάγκη για εγκατεστημένη ισχύ 300 MW, που καλύπτει την ανάγκη 240.000 νοικοκυριών, όσο είναι το 5,5 % της Ελλάδας ή το 14,6 % της Αττικής. Επίσης, θα απαιτείται έκταση όσο 77 γήπεδα ποδοσφαίρου και ετήσιες ανάγκες σε νερό περίπου 150.000 ανθρώπων.

Για να αντιμετωπιστούν τέτοια προβλήματα πρέπει να αλλάξουμε το καταναλωτικό πρότυπο προς την κυκλική οικονομία. Στην περίπτωση του νερού, αυτό το πρότυπο χύνει το νερό της Ψυττάλειας στο Σαρωνικό επί 40 χρόνια γιατί απορρίπτονται 266.450.000 κυβικά μέτρα ετησίως, ποσότητα που αν πότιζε θα εξοικονομούσε 38 φορές το νερό που απαιτείται για όλα τα Κέντρα Δεδομένων της χώρας το 2030. Επίσης, απαιτείται επανάχρηση του νερού (γκρίζο νερό). Στην ηλεκτρική ενέργεια παράγουμε και πετάμε περίπου 2 TWh ετησίως, που είναι περίπου όση ποσότητα θα χρειάζονται όλα τα Κέντρα Δεδομένων της χώρας μας το 2030.

Ηλίας Γιαννίρης,

επίτιμος πρόεδρος του κόμματος «ΠΡΑΣΙΝΟΙ Οικολογία», πρώην επ. καθηγητής του Πολυτεχνείου Κρήτης

Μια ματιά από τη Νεολαία

Η συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη παρουσιάζεται συχνά είτε ως μια θριαμβευτική τεχνολογική επανάσταση είτε ως μια δυστοπική απειλή για το μέλλον της ανθρωπότητας. Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις, όμως, παραμένουν επιφανειακές. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι απλώς μια τεχνολογική εξέλιξη, αποτελεί πρωτίστως μια νέα μορφή αναδιάταξης της κοινωνικής και οικονομικής ισχύος. Και κάθε αναδιάταξη ισχύος είναι βαθιά πολιτικό ζήτημα.

Στον πυρήνα της σύγχρονης ψηφιακής οικονομίας βρίσκονται τα δεδομένα. Τα δεδομένα παράγονται καθημερινά από εκατομμύρια ανθρώπους μέσα από την εργασία τους, την επικοινωνία τους και την παρουσία τους στον ψηφιακό δημόσιο χώρο. Παρ’ όλα αυτά, η αξία που παράγεται από αυτά δεν κατανέμεται συλλογικά. Αντίθετα, συγκεντρώνεται σε έναν μικρό αριθμό μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών που ελέγχουν τις πλατφόρμες, την υπολογιστική ισχύ και τις υποδομές της ψηφιακής οικονομίας. Η Τεχνητή Νοημοσύνη λειτουργεί έτσι ως ένας επιταχυντής μιας ήδη υπάρχουσας τάσης: της συγκέντρωσης πλούτου και ισχύος.

Από αυτή την άποψη, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί μια ουδέτερη τεχνολογία. Όπως κάθε τεχνολογική καινοτομία στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εντάσσεται σε συγκεκριμένες σχέσεις ιδιοκτησίας και εξουσίας. Η αυτοματοποίηση, η αλγοριθμική ανάλυση και η μαζική επεξεργασία δεδομένων αυξάνουν δραστικά την παραγωγικότητα. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν θα αυξηθεί ο παραγόμενος πλούτος, αλλά ποιος θα τον καρπωθεί.

Παράλληλα, η Τεχνητή Νοημοσύνη επηρεάζει όλο και περισσότερο τον ίδιο τον δημόσιο χώρο. Αλγοριθμικά συστήματα καθορίζουν τι βλέπουμε, ποια πληροφορία προβάλλεται και ποια παραμένει αόρατη. Η μαζική παραγωγή περιεχομένου, η δυνατότητα δημιουργίας παραπλανητικών εικόνων και βίντεο, αλλά και η μικροστοχευμένη πολιτική διαφήμιση δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον όπου η διαμόρφωση της κοινής γνώμης μπορεί να γίνει με βιομηχανική κλίμακα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η δημοκρατία κινδυνεύει να υποκατασταθεί από έναν δημόσιο διάλογο που διαμορφώνεται από αλγοριθμικές προτεραιότητες και οικονομικά συμφέροντα.

Για τη νεότερη γενιά, που μεγάλωσε σε έναν κόσμο όπου οι αλγόριθμοι αποτελούν καθημερινή πραγματικότητα, το ζήτημα δεν είναι αν η τεχνολογία θα προχωρήσει. Η τεχνολογική εξέλιξη είναι δεδομένη. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα καθορίσει τους όρους αυτής της εξέλιξης. Αν η Τεχνητή Νοημοσύνη αναπτυχθεί χωρίς κοινωνικούς και δημοκρατικούς κανόνες, υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε μια νέα μορφή τεχνολογικής ολιγαρχίας, όπου η γνώση, η πληροφορία και η παραγωγική δύναμη θα συγκεντρώνονται σε ολοένα και λιγότερα χέρια.

Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι να ανακοπεί η τεχνολογική πρόοδος. Η πρόκληση είναι να τεθούν οι πολιτικοί και θεσμικοί όροι ώστε αυτή η πρόοδος να υπηρετήσει το συλλογικό συμφέρον. Διαφάνεια στους αλγορίθμους, δημοκρατικός έλεγχος των ψηφιακών υποδομών, δημόσιες επενδύσεις στην έρευνα και προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για μια τέτοια πορεία.

Η τεχνολογία εξελίσσεται με εκθετικούς ρυθμούς. Η δημοκρατία, όμως, δεν μπορεί να παραμένει παθητικός παρατηρητής. Αν η Αριστερά δεν προηγηθεί της τεχνολογικής αλλαγής, θα αναγκαστεί απλώς να προσαρμοστεί στις συνέπειές της. Και τότε η υπόσχεση της Τεχνητής Νοημοσύνης για κοινωνική πρόοδο κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν ακόμη μηχανισμό διεύρυνσης των ανισοτήτων.

Άγγελος Κολλάρας,

φοιτητής Παντείου, μέλος ΕΡΑ -Ενωτικό Ρεύμα Αριστερών

Φωτογραφία1 : Pixabay / Pexels

Φωτογραφία 2: Cottonbro Studio / Pexels