Photo by Aaron Burden on Unsplash

Στην καπιταλιστική κοινωνία, ο χρόνος αποτελεί κυρίαρχα ένα μέτρο παραγωγής το οποίο μεταφράζεται σε ώρες εργασίας, προθεσμίες, καθήκοντα και υποχρεώσεις. Ο σύγχρονος άνθρωπος εκπαιδεύτηκε να αντιμετωπίζει τον χρόνο σχεδόν αποκλειστικά ως οικονομικό πόρο για αυτό κινείται γύρω απ’ το ότι ο χρόνος πρέπει να «αξιοποιείται», να «μην πηγαίνει χαμένος» εξού και η γνωστή παροιμία ο «χρονος είναι χρημα». Το τελευταίο μάλιστα είναι τόσο εντυπωμένο μέσα μας που το λιγοστό ελεύθερο χρόνο που μας “διατίθεται”, νιώθουμε ένοχοι αν δεν τον “αξιοποιούμε δημιουργικά” σε κάποια δραστηριότητα με άμεσο οικονομικό όφελος (γνωστή η σύνδεση ρεπό – μάζεμα ελιών του υπουργού κ. Χατζηδάκη, καθώς και η δυνατότητα να εργαζόμαστε πλέον για 2 εργοδότες μέσα στην ίδια μέρα, κατα τον έτερο υπουργό κ. Γεωργιάδη) ή προς ενίσχυση του βιογραφικού μας (πτυχία ξένων γλωσσών, πιστοποιήσεις επαγγελματικής κατάρτισης, μεταπτυχιακές σπουδές).

Αγνοώντας την φυσική θεωρία περί χρόνου, η καπιταλιστική λογική στερεί την βασική έννοια του από την ανθρωπότητα. Χρόνος είναι ο χώρος μέσα στον οποίο υπάρχουμε, σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και δημιουργούμε. Είναι όμως και ο χώρος της ανάπαυσης και της σχόλης, έννοιες που πλέον θεωρούνται ταμπού σε μια κοινωνία τρελών ρυθμών και άκρατου ανταγωνισμού.

Απέναντι σε αυτή την νεοφιλελεύθερη αντίληψη υπάρχει ένα παλαιό και βαθύτερο δικαίωμα με το οποίο πρέπει να έρθουμε ξανά σε επαφη, το δικαίωμα στην τεμπελιά. Όχι με την έννοια της αδιαφορίας ή της παραίτησης, αλλά ως δικαίωμα του ανθρώπου να μην είναι διαρκώς διαθέσιμος στην εργασία και την αγορά. Η τεμπελιά όταν παίρνει την έννοια της ανάπαυσης και της αργίας, οδηγεί στην περισυλλογή, τη μείωση των ρυθμών ζωής και μετατρέπεται σε αντίσταση απέναντι σε έναν νεοφιλελευθερισμο που ζητά συνεχώς περισσότερα από το σώμα και το πνεύμα του ανθρώπου για χάρη της ανάπτυξης και της παραγωγής του κέρδους.

Παλαιότερα, η ζωή δεν ήταν κατ’ ανάγκη πιο εύκολη. Συχνά ήταν σκληρή, ταυτισμένη με τη χειρωνακτική εργασία και τις φυσικές δυσκολίες, πολλές απ’ τις οποίες δεν αποτελούν κομμάτι της σύγχρονης καθημερινότητας. Όμως ο ρυθμός της ζωής ήταν διαφορετικός. Υπήρχαν περίοδοι έντονης εργασίας ακολουθούμενες από περιόδους ξεκούρασης, σχόλης, γιορτής, αναμονής και πάλι απ’ την αρχή. Η εργασία συχνά συμβάδιζε με τους κύκλους της φύσης δηλαδη τη σπορά, τη συγκομιδή, τις εποχές, το φως της ημέρας και η ανθρώπινη ζωή δεν ήταν οργανωμένη γύρω από τη μανία του καπιταλισμού για διαρκή μεγέθυνση της παραγωγής και αύξηση των κερδών. Αυτή η μορφή εργασίας ερχόταν σε ταύτιση με τους βιολογικούς ρυθμούς του ανθρώπινου σώματος. Ο κιρκαδιος ρυθμός, ο φυσικός κύκλος ημέρας και νύχτας, εγρήγορσης και ύπνου, δράσης και ανάπαυσης, δείχνει ότι η ζωή χρειάζεται εναλλαγή. Δεν μπορει ο ανθρώπινος οργανισμός να είναι συνεχώς παραγωγικος ενάντια στη φύση του χωρίς κόστος. Το να μη γίνονται σεβαστοί αυτοί οι φυσικοί ρυθμοί μπορεί να διαταράξει τον ύπνο, την ψυχική και συναισθηματική ισορροπία, ακόμη και το τρόπο και την καθαρότητα της ανθρώπινης σκέψης (ή για να μιλήσουμε με όρους καπιταλισμού την αποδοτικότητα) Ετσι η ανάπαυση και η αργία δεν είναι εμπόδιο στην ανθρώπινη ολοκλήρωση, αλλά είναι προϋπόθεσή της.

Το να ρίξουμε τους ρυθμούς της ζωής δεν είναι μόνο ανθρώπινη ανάγκη αλλα και ουσιώδη λύση απέναντι στην κλιματική κρίση. Μια λύση που δεν μπαίνει ποτέ στις συζητήσεις μεταξύ κρατών και διεθνών οργανισμών γύρω από το περιβάλλον. Οι ταχύτατοι ρυθμοί παραγωγής και ζωής του καπιταλισμού σήμερα απαιτούν τέτοια κατανάλωση ενέργειας και πόρων που τελικά φτάνουμε να θυσιάζουμε το χρόνο, τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, τα ίδια τα σώματα μας. Όσο περισσότερο τρέχουμε, τόσο περισσότερο παράγουμε, αγοράζουμε, μετακινούμαστε και εξαντλούμε τον κόσμο γύρω μας. Ένας πιο αργός τρόπος ζωής σημαίνει λιγότερη παραγωγή, περισσότερη προσοχή, μικρότερη εξάρτηση από την υπερκατανάλωση. Σημαίνει να ξαναβρούμε την αξία στο λίγο και στο ντόπιο.

Μια κοινωνία, που θα σεβόταν πραγματικά τον άνθρωπο, θα εργαζόταν λιγότερο και θα ζούσε περισσότερο. Θα έδινε χώρο στη σχόλη, όχι ως κενό, αλλά ως δημιουργική παύση. Θα αναγνώριζε ότι η ευτυχία δεν βρίσκεται στην αδιάκοπη απασχόληση, αλλά στην ισορροπία ανάμεσα στην εργασία, την ανάπαυση, τη σχέση με τους άλλους και τη σχέση με τη φύση.

Μια κοινωνία που σέβεται πραγματικά τους πολίτες της, τους επιτρέπει να εργάζονται λιγότερο και να ζουν περισσότερο. Δίνει χρόνο στη σχόλη, όχι ως κενό, αλλά ως παύση που είναι δικαίωμά τους να τη χρησιμοποιούν όπως αυτοί θέλουν. Δημιουργικά, παραγωγικά ή και ΟΧΙ.

Ίσως, λοιπόν, το μεγάλο ερώτημα της αριστεράς είναι πως θα ξανακάνουμε τον χρόνο ανθρώπινο. Ίσως εμείς να είμαστε η γενιά που έχει υποχρέωση να ονειρευτεί το σοσιαλισμό ως το σύστημα που ο άνθρωπος θα ζει χαρούμενος. Και χαρούμενος άνθρωπος σημαίνει λιγότερη εργασία.