Σάκης Σερέφας: Πέτα το στη θάλασσα (εκδ. Μεταίχμιο, 2025)

Παλιά καραβάνα της συγγραφής ο εκ Θεσσαλονίκης Σάκης Σερέφας (γ. 1960) [1], λογοτέχνης αμείωτα ευρηματικός, συναισθηματικός,  παθιασμένος καλλιτέχνης της αφήγησης, διαπερνά άλλη μια φορά με προσεκτική στόχευση  το μυαλό και την καρδιά του αναγνώστη τέρποντάς τον αισθητικά και γλωσσικά με το Πέτα το στη θάλασσα αλλά και διευρύνοντάς του τον ορίζοντα προσδοκιών, και πώς; Ορμητικά και μαζί όμορφα καταργώντας με τη μη συμβατική αφήγησή του -και ως προς το θέμα μα και τη δομή-, τον αυτοματισμό, τον από προσληπτική αντίληψη συχνά εξωγενώς ή και απλά εν αγνοία του διαμορφωμένο, δωρίζοντάς του, κι ας πωλείται, ένα εξαιρετικό κείμενο, ειλικρινά τίποτα λιγότερο από εξαιρετικό, που στο εξώφυλλο ειδολογείται ως αληθινή μυθιστορία.

Όμως είναι τω όντι αληθινή η ιστορία στην οποία πατά τόσο επιδέξια ο Σερέφας για να οικοδομήσει έναν πύργο σημαινόντων και σημαινομένων αλλά και φωτογραφιών και επιστολών που έχουν άμεση και οργανική σύνδεση με τα πολλά, μάλλον τεχνηέντως ετερογενή, εξιστορούμενα; Ναι, είναι. Συντελέστηκε πράγματι μια βρεφοκτονία στη Θεσσαλονίκη το 1963,τραγική πράξη σε συνθήκες φτώχιας και βαθιάς απελπισίας, και αυτή γίνεται η αφετηρία, το όχημα/πρόσχημα για να ανοίξει με εκκωφαντικό ήχο το ερμητικά επί χρόνια κλεισμένο μπαούλο με τις βρομιές ουκ ολίγων στη δεκαετία του ’60. 

Ο Σερέφας μπαίνει και ο ίδιος στη χειμαρρώδη αφήγηση ως ο συγγραφέας που κάποιες δεκαετίες μετά (2022) σκαλίζει αρχεία εφημερίδων και βγαίνει στον δρόμο προς αναζήτηση μαρτύρων που βρίσκονται ακόμα εν ζωή και είναι σε θέση, θέλουν, τολμούν να του πουν τις πικρές αλήθειες που θάφτηκαν πίσω από τις στερεοτυπικές κραυγές καταδίκης και αποτροπιασμού των ρεπορτάζ της εποχής για τη μάνα που πήρε το τρένο από τη Γερμανία και έφτασε πεινασμένη και άφραγκη στη Θεσσαλονίκη, χτύπησε την πόρτα του βρεφοκομείου για να ζητήσει βοήθεια, δεν την πήρε, και τον Απρίλιο του ’63 πέταξε το μωρό της στην προκυμαία της Θεσσαλονίκης, σ’ αυτή την ίδια προκυμαία που απεικονίζεται ροδοστρωμένη σε φωτογραφίες ανασυρμένες από τα χρονοντούλαπα (ή μήπως ποτέ δεν μπήκαν σ’ αυτά;) και στην οποία ο Εθνάρχης υποδέχεται έναν μόλις χρόνο πριν τη βασίλισσα Φρειδερίκη γνωστή και ως Φρίκη και τον πώς-τον-λέγανε σύζυγό της (σελ. 87,88).

Στα φοβερά λεπτά που μάνα και βρέφος κάθονται στο παγκάκι του σταθμού, στα λεπτά που κινούνται μετά στην προκυμαία, κατεβαίνουν τα σκαλάκια της και ειδικά στα λεπτά εκείνα που το παιδάκι αφήνεται και βυθίζεται στη θάλασσα, ο αφηγηματικός χωροχρόνος γίνεται στα χέρια του Σερέφα ένα καλειδοσκόπιο που τα κάτοπτρά του αντανακλούν τη ροή της ζωής άλλων ανθρώπων σε διαφορετικές στιγμές και σημεία ακριβώς εκείνη τη σύντομη και ταυτοχρόνως μακρόσυρτη σκηνή της τρομερής πράξης. Καρέ,καρέ. Γυαλάκι γυαλάκι. Λέξη λέξη.

Αυτά φέρνει στο μυαλό της τα χαράματα της 12ης Απριλίου του 1963 η κυρία Νίτσα, κάτοικος συνοικισμού Αγίας Φωτεινής, έγγαμος μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, καθώς προσπερνά αφηρημένη μια μητέρα που κοιμάται γερμένη σ’ έναν πάγκο του σταθμού, αγκαλιά με το παιδί της, που έχει πάψει πια να κλαίει (σελ.19).

 •───────────•❈•───────────•

     Μετά πήγα σπίτι, έκανα ένα μπάνιο, πήγα στον Επιτάφιο και το βράδυ με τηγάνισε η κυρά τα ψάρια και τα έφαγα.

Δηλαδή, κύριε συγγραφέα, μου λες ότι όσην ώρα έβλεπα εγώ τη φάλαινα, η γυναίκα εκείνη πετούσε το παιδί της στη θάλασσα;

    Ε, και τι; Τα νύχια μου να μύριζα ότι θα γινότανε το κακό που έγινε;   (σελ.57)

 •───────────•❈•───────────•

«Οι γενναίοι άντρες του πληρώματος αντάμωσαν στον βυθό τους 1500 συντρόφους τους στα υποβρύχια, οι οποίοι θυσίασαν τη ζωή τους εις τον υπέρ της ελευθερίας αγώνα κατά τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο», δηλώνει ο πρόεδρος Τζον Κένεντι, την ώρα που ο Γιαννάκης, άσημος και αφανής, βυθίζεται στα νερά του Θερμαϊκού, για να αναδυθεί την επόμενη μέρα στην τρίτη σελίδα μιας εφημερίδας (σελ.45).

Ο συγγραφέας δεν μένει στον χρόνο που προηγήθηκε του πνιγμού μα ακολουθεί τη βρεφοκτόνο και στην ανάκριση, στην αναπαράσταση και στη φυλακή˙ ακολουθεί και τα χνάρια ανθρώπων που ήρθαν σε επαφή μαζί της και χτίζει μη γραμμικά ένα σύστημα αποκαλύψεων/υπενθυμίσεων για τον σημερινό αναγνώστη για το ζοφερό κοινωνικοπολιτικό φόντο της Θεσσαλονίκης και της χώρας ολόκληρης την δεκαετία του ΄60, που οι εφημερίδες και οι εμπλεκόμενοι, θεσμικοί και μη, αποσιωπούσαν ή αλλοίωναν και το κάνει κρατώντας τον σε συναισθηματική εγρήγορση για τα συντελεσμένα, όπως βγαίνουν από τις αναδρομές των μαρτυριών που συλλέγει από τη Νίτσα, τον Διοικητή, τη Μάρθα, την Ελένη, τον ιατροδικαστή, τις εφημερίδες…. Θα αναφέρω μονάχα μερικά που είχε ήδη ο κόσμος τούμπανο και η πολιτεία των εκάστοτε ταγών καμάρι:

· τα βρέφη που αγοράζονταν για υιοθεσίες στις Ηνωμένες Πολιτείες[2]

· τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη [3]

· τον αντίκτυπο του ψυχρού πολέμου στην Ελλάδα [4]

· τα οικόπεδα του Εθνάρχη και τις μπίζνες του κουμπάρου του στην Αττική, τη συζήτηση στη Βουλή του 1955 [5]

Εμένα που με έλκουν οι θωρητικούρες και καταβροχθίζω, ακόμα, και άρθρα και μελέτες και βιβλία πολυσέλιδα περί θεωρίας της Λογοτεχνίας, μού αρκεί πλέον -μέσα και σε όλη αυτή την πρεμούρα προϊοντοποίησης της ανάγνωσης, κάθε λίγο και λιγάκι με νέα σοδειά στις βιτρίνες λες και είναι εποχιακά εδώδιμα-, το αποτέλεσμα της αφήγησης να είναι μια καθαρή και δυναμική λογοτεχνία που βάζει βαθιά σφραγίδα στις ψυχές για/με αυτά που λέει και μαζί μπορεί να γοητεύει και με το πώς το κάνει αυτό, ακόμα δε καλύτερα αν βγαίνει με θαρροθράσος από την πεπατημένη. Ο Σερέφας μονίμως έβγαινε απ’ αυτήν και ακόμα κι αν τα κείμενά του έμοιαζαν προσ(δια)βάσιμα, εκείνος θρυμμάτιζε αυτό που μπορούσαμε όλοι να δούμε και συνέθετε ένα αλλού που μπορούσαμε κι αυτό να το δούμε αλλά κυρίως να το νιώσουμε να μας καθηλώνει με την τρέλα του ενίοτε, με την ομορφιά και τη γλωσσική αρτιότητά του πάντα, -τουλάχιστον σε όσα έχω διαβάσει-, γράφοντας μια πρώτη ιστορία που χτίζει πάνω της και μαζί της και μια δεύτερη, μια τρίτη κοκ χωρίς να γίνεται χαοτικός και δυσνόητος, μεγάλη αρετή. Αυτό κάνει και πάλι, πειστικά και όμορφα και εδώ και  έχει σημασία και αξία να το πούμε, γιατί λογοτεχνικό έργο δεν είναι μόνο η ιδέα/θέμα αλλά και η μορφή που της δίνει ο δημιουργός της, είναι ο ρυθμός, η οργάνωση, η οικονομία, ο σκοπός. Και βέβαια είναι η τρέλα και το όραμα. Είναι το πάθος.

Το Πέτα το στη θάλασσα  γεννήθηκε σε καιρούς απόνερα σκοτεινών εποχών, βουτηγμένους σε απροκάλυπτη πλέον αυταρχικότητα, και ο Σερέφας τολμά να μιλήσει για το χτες της ίδιας και απαράλλαχτης πολιτικής και επομένως και κοινωνικής αλητείας που συνεχίζεται και σήμερα, δίχως να δοκιμιογραφεί  άποψη, δίχως να κουνάει το δάχτυλο αλλά και δίχως να εξωραΐζει κανέναν και τίποτα χάριν πολιτικής ορθότητας -το δηλώνει άλλωστε στην εμπασιά του βιβλίου- [6], και ακριβώς επειδή πρόκειται για τη δεκαετία του 1960, καλά κάνει και βγάζει ξανά στην επιφάνεια όλη τη σαπίλα αστόλιστη, γιατί τότε σχεδιάστηκε επιμελέστερα η δυστοπία που εντός της ζούμε εδώ και τώρα, συναινώντας και ανταλλάσσοντας εξυπηρετήσεις, μπουκωμένοι με φτυσμένα ψίχουλα, ζητωκραυγαστές και εκκρεμείς, [7] και δειλοί. Δειλοί όσο ποτέ άλλοτε. 

Σκέψεις

Πολλές αναγνώσεις των τελευταίων χρόνων με πήγαιναν σ’ αυτές τις σκέψεις περί σύνθεσης και ανάμιξης ειδών και μορφών αλλά διαβάζοντας τη Νικήτρια Σκόνη του Κώστα Καλτσά (Ψυχογιός, 2024) και το βιβλίο του Παναγιώτη Κουσαθανά  ΜΠΟΪΛέΣ ο ΜΠΟΪΚΛήΣ (Ίνδικτος, 2025) που ο δημιουργός του το ειδολογεί ομοίως με τον Σερέφα –μυθιστορία το ονομάζει μα είναι διαφορετικής αντίληψης -, σχημάτισα τη βεβαιότητα ότι μπήκαμε κι εμείς για τα καλά σε έναν θεματικό ρεαλισμό εκφρασμένο με μοντερνιστικούς θα τολμήσω να πω τρόπους, σχεδόν κορτασαρικούς,  με πυρήνα αληθινά γεγονότα που είτε έχουν γίνει είδηση στα ΜΜΕ και εμπνέουν τον συγγραφέα, είτε (του) έχουν συμβεί του ίδιου ή τέλος πάντων εμπλέκεται σ’ αυτά και τα οποία παίρνει ως μαγιά και γράφει -προσθαφαιρώντας και δικές του βέβαια κατασκευές- ό,τι μας λέει ότι γράφει: μυθιστορία, σύνθεση, νουβέλα ρεαλιστική ή δυστοπική, αστυνομικό ή ιστορικό, πολιτικό και τα λοιπά  μυθιστόρημα, διήγημα φαντασίας επιστημονικής ή όχι, αφήγημα, σπάραγμα, δοκίμιο ανακατεμένο με μυθοπλασία -σαν αυτά τα εντυπωσιακά που κάνει π.χ. ο Νικήτας Σινιόσογλου-, θεατρικό έργο, jenga λέξεων για ταινίες που δεν θα γίνουν ίσως ποτέ, θεατρικό, συνταγή για δεν ξέρω κι εγώ τι κ.τ.λ., όλα με έναν κάπως αλλιώτικο για τα μέχρι τώρα καθ’ ημάς, με ρυθμό και τρόπο και ύφος, ύφη πολλά εδώ που τα λέμε και όχι ένα, αλλιώτικα και καινοφανή σε κάθε περίπτωση. Με αυτά τα τολμηρά γραψίματα επιτέλους, τις συνδυασμένες αφηγηματικές τεχνικές και τη μίξη των ειδών μοιάζει σαν να ξεκολλάμε από τα ίδια και τα ίδια που διαβάζουμε εδώ και δεκαετίες, παραλλαγές το ένα του άλλου άνευ ουσίας τα πιο πολλά.

Κλείνοντας το βιβλίο του Σάκη Σερέφα ένιωθα κι ένα είδος ανακούφισης και εναρμονισμού με τον αιώνα, σαν να ήρθε η ώρα, είπα με ικανοποίηση, να χαρούμε κι εμείς στην Ελλάδα λογοτεχνία συνδυαστική και συνθετική και υβριδική   και συστημάτων και ό,τι άλλο ταξινομεί και περιγράφει και υμνεί ή καταποντίζει η θεωρία της Λογοτεχνίας.

[1] Αχ, αυτή η Θεσσαλονίκη! Παρούσα στα πράγματα και απλόχερη στα καλλιτεχνικά της δώρα, συνεχίζει να γεννοβολά και έτσι μόνο μπαρούφα δεν είναι να λέμε, όσοι το λέμε και βέβαια δεν το εκστομίζουμε χαρτογραφώντας εκ του ασφαλούς, ότι η Σχολή της Θεσσαλονίκης είναι ακόμα εδώ.

[2]προειδοποίηση:

     η μυθιστορία που ακολουθεί περιέχει τοποθέτηση

     λέξεων και σκηνών που δεν υπακούουν

     στην πολιτική ορθότητα (σελ.9)

[3]Λιμός, Αντρέας Φραγκιάς, Κέδρος, 1972.

[4] Στη βιβλιογραφία του ο Σ.Σ. συμπεριλαμβάνει το βιβλίο της Γκόντα Φαν Στην, Ζητούνται παιδιά από την Ελλάδα: Υιοθεσίες στην Αμερική του Ψυχρού Πολέμου , σε μετάφραση της Αριάδνης Λουκάκου για τις εκδ. Ποταμός.

[5] Να είμεθα και λίγο σοβαροί, ναι; Γιατί αν έχουμε φτάσει στο σημείο να χρειάζεται βιβλιογραφική παραπομπή για τη δολοφονία του Λαμπράκη…

[6] Ζηνοβία/Τζένη Λιαλιούτη, Ο «άλλος» Ψυχρός Πόλεμος. Η αμερικανική πολιτιστική διπλωματία στην Ελλάδα, 1953-1973, ΠΕΚ, 2019.

[7] Είπαμε να είμεθα σοβαροί… μην ενοχλείτε τον Εθνάρχη!