Στιγμιότυπο από προεκλογική επίσκεψη του Κ. Μητσοτάκη στην Αγορά της Κυψέλης, τον Νοέμβριο του 2018 (Νέα Δημοκρατία / Flickr)
Δεν πήρε ιδιαίτερη δημοσιότητα αλλά αυτό δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Η εμφάνιση αυτοδιορισμένων ομάδων περιπολίας σε γειτονιές της Αθήνας, είναι πλέον γεγονός. Καθόλου αποκομμένο από τις ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες αφού εντάσσεται σε ένα περιβάλλον στο οποίο η αντιμεταναστευτική ρητορική αποκτά ολοένα μεγαλύτερη θεσμική νομιμοποίηση, η έννοια της ασφάλειας αποσυνδέεται από τις κοινωνικές της προϋποθέσεις, και η παρουσία του «ξένου» αναγορεύεται σε ερμηνευτικό σχήμα για προβλήματα με βαθιές οικονομικές και πολιτικές ρίζες.
Ο λόγος για ομάδα της 6ης Κοινότητας της Αθήνας –αυτή τουλάχιστον υπέπεσε στην αντίληψή μας– η οποία, με μότο «Ασφάλεια σε όλες μας τις γειτονιές», προκαλεί εύλογη ανησυχία. Οι, σαφώς ρατσιστικές, εκκλήσεις για πολύωρες περιπολίες σε πλατείες και δρόμους, ελέγχους, συλλήψεις και απελάσεις προσφύγων/μεταναστών, καθώς και η παρότρυνση προς τους κατοίκους να καταγγέλλουν –με διασφάλιση της ανωνυμίας τους, και κριτήριο την εθνική καταγωγή και τη μεταναστευτική ιδιότητα– διαμερίσματα στα οποία διαμένει «ικανό πλήθος» αλλοδαπών, συνιστούν επικίνδυνη διεκδίκηση μιας εξουσίας ελέγχου και επιτήρησης που δεν της αναλογεί.
Μετατόπιση των ορίων και ευθύνες με ονοματεπώνυμο
Η εμφάνιση τέτοιων πρωτοβουλιών συνδέεται άμεσα με τον δημόσιο λόγο της κυβέρνησης. Οι τοποθετήσεις του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, με πιο πρόσφατη αυτή για τη διαμονή μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας, καθώς και η μισάνθρωπη, αποτρεπτική πολιτική του Θάνου Πλεύρη, εντάσσονται σε ένα σαφές κυβερνητικό αφήγημα κατά το οποίο η μετανάστευση προσεγγίζεται πρωτίστως ως ζήτημα ασφάλειας και όχι ως σύνθετο κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο που διέπεται, μεταξύ άλλων, από θεμελιώδη δικαιώματα.
Η πολιτική ευθύνη, επομένως, καθίσταται ιδιαίτερα σοβαρή όταν ο δημόσιος λόγος καλλιεργεί την αντίληψη ότι ολόκληρες πληθυσμιακές ομάδες συνιστούν εκ προοιμίου απειλή. Η απουσία σαφούς θεσμικής αποδοκιμασίας απέναντι σε πρακτικές αυτοδικίας και εκφοβισμού, συνιστά ανοχή και διευρύνει τον χώρο στον οποίο τέτοιες πρακτικές διεκδικούν κοινωνική νομιμοποίηση.
Άλλωστε, το κυβερνητικό κλείσιμο του ματιού στην ακροδεξιά δεν προϋποθέτει την απόδειξη κάποιας οργανωτικής σχέσης με τις συγκεκριμένες ομάδες. Μπορεί να εκδηλώνεται και μέσω της υιοθέτησης μιας ατζέντας που μετατρέπει τον αποκλεισμό σε πολιτική κανονικότητα, και την περιστολή δικαιωμάτων σε «αυτονόητη» απάντηση στην ανασφάλεια. Να δημιουργείται, με άλλα λόγια, ένα περιβάλλον στο οποίο οι αυτοδιορισμένοι διώκτες εκλαμβάνουν την κυβερνητική ρητορική, ως άδεια δράσης.
Πολιτική «νομιμοποίηση» του φόβου
Η προνομιακή ανάδειξη της «τάξης και ασφάλειας» αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια συγκυρία κατά την οποία η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η επισφάλεια, η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, επιβαρύνουν την καθημερινότητα της πλειονότητας των πολιτών. Ενόψει εκλογών μάλιστα, και με την πίεση εκ δεξιών της να είναι έντονη, η μετατροπή αυτών των πιέσεων σε αφήγημα ασφάλειας, προσφέρει μια πολιτικά πρόσφορη διέξοδο στην κυβέρνηση: αντί η δημόσια συζήτηση να επικεντρώνεται στις κοινωνικές ανισότητες και στις ευθύνες των ασκούμενων πολιτικών, μετατοπίζεται στην αναζήτηση ενός εσωτερικού εχθρού.
Η ξενοφοβία επιτελεί εδώ μια σαφή ιδεολογική λειτουργία: ανασυνθέτει τις κοινωνικές αντιθέσεις ως αντιθέσεις ανάμεσα σε εθνικές και πολιτισμικές ταυτότητες, αποσυνδέοντας την ανασφάλεια από τις υλικές συνθήκες που τη γεννούν. Οι άνθρωποι που πλήττονται από την ίδια στεγαστική και οικονομική κρίση, καλούνται να αντιληφθούν ο ένας τον άλλο ως ανταγωνιστές, ενώ οι δομικές αιτίες της κρίσης υποχωρούν από το πολιτικό προσκήνιο.
Η «μηδενική ανοχή» δεν είναι, λοιπόν, απλώς μια αυστηρότερη εκδοχή της δημόσιας τάξης. Όταν εφαρμόζεται επιλεκτικά και συνοδεύεται από συλλογική ενοχοποίηση, γίνεται τεχνική διακυβέρνησης μέσω του φόβου. Δεν καταργεί την ανασφάλεια, επιλέγει ποιοι θα την υφίστανται περισσότερο.
Η Ιστορία διδάσκει (;)
Υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη λειτουργία στην ιστορία των παρακρατικών και ακροδεξιών σχηματισμών: η διεκδίκηση του δικαιώματος να προσδιορίζουν τον «εσωτερικό εχθρό» και να επιβάλλουν μια αυθαίρετη αντίληψη περί τάξης, παρακάμπτοντας τις θεσμικές εγγυήσεις.
Η ελληνική εμπειρία, από τους μεταπολεμικούς παρακρατικούς μηχανισμούς έως τη φασιστική Χρυσή Αυγή, καταδεικνύει ότι η πολιτική βία δεν περιορίζεται στην άμεση φυσική επίθεση. Περιλαμβάνει επιτήρηση, εκφοβισμό, αυθαίρετη επιβολή ιεραρχιών, συστηματική αμφισβήτηση της ισότιμης συμμετοχής ορισμένων ανθρώπων στη δημόσια ζωή. Η παρουσία στον δρόμο, η επίκληση της προστασίας της κοινότητας, και η υποκατάσταση της θεσμικής εξουσίας, μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσα εμπέδωσης αυτής της αντίληψης.
Οι αυτοδιορισμένες πολιτοφυλακές είναι, συνεπώς, επικίνδυνες όχι μόνο εξαιτίας των πράξεων που ενδέχεται να διαπράξουν, αλλά και επειδή επιχειρούν να μεταβάλουν τα όρια του πολιτικά αποδεκτού. Κανονικοποιούν την ιδέα ότι η δικαιοσύνη μπορεί να υποκατασταθεί από την αυτοδικία, και ότι η ιδιότητα του μέλους μιας κοινότητας παρέχει δικαίωμα επιβολής στους υπόλοιπους. Η γειτονιά μετατρέπεται από χώρο κοινής ζωής σε πεδίο επιτήρησης, ενώ η κοινωνική συνύπαρξη υποχωρεί μπροστά στην καχυποψία και στον φόβο.
Το όριο της δημοκρατικής νομιμότητας
Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν καταλύονται οι θεσμοί της, αποδυναμώνεται και όταν η προστασία τους παύει να θεωρείται αυτονόητη για όλους. Όταν η πολιτεία ανέχεται ιδιωτικούς μηχανισμούς εκφοβισμού, διακινδυνεύει να παραχωρήσει σε αυτούς ένα μέρος της συμβολικής εξουσίας της: το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος ανήκει και ποια περισσεύει.
Η απάντηση δεν είναι η άρνηση των πραγματικών προβλημάτων ασφάλειας αλλά η αντιμετώπισή τους. Με αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες, κοινωνική πολιτική, θεσμική λογοδοσία και ίση προστασία των δικαιωμάτων. Είναι η άρνηση να μετατραπεί η κοινωνική απόγνωση σε καύσιμο για τον ρατσισμό.
Οι γειτονιές δεν χρειάζονται πολιτοφυλακές. Χρειάζονται δικαιοσύνη, αξιοπρεπή στέγαση, δημόσιους χώρους, και θεσμούς που προστατεύουν όλους τους κατοίκους. Γιατί όταν η ασφάλεια ορίζεται ως απαλλαγή από την παρουσία του «άλλου», παύει να είναι κοινό αγαθό και γίνεται προνόμιο των ισχυρότερων.
Και τότε, το ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος προστατεύει τη γειτονιά. Αλλά ποιος θα προστατεύσει τη δημοκρατία από εκείνους που, στο όνομά της, διεκδικούν το δικαίωμα να την ακυρώνουν.





