Γιώργος Συμπάρδης «Νύχτες με την Κάλλη»,εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2026.
Η δυσκολία του ανθρώπου να γνωρίσει τον εαυτό, τον κόσμο και τον άλλον
Στην καινούρια νουβέλα του Γιώργου Συμπάρδη ένας αφηγητής-συγγραφέας (ξανά) ονόματι Γιώργος εξιστορεί τις τέσσερις νύχτες που πέρασε πίνοντας και κουβεντιάζοντας με μια γυναίκα που την είχε βαφτίσει Κάλλη. Τέσσερις καλοκαιρινές νύχτες καυτές και όχι λευκές, στην Αθήνα και όχι στην Πετρούπολη, ούτε στο Λιβόρνο και στο Παρίσι, όπου ο Βισκόντι κι ο Μπρεσόν μετέφεραν, παραλλάσσοντάς τη δραστικά, όπως κι ο Συμπάρδης με τη σειρά του, την ιστορία του Ονειροπόλου και της Νάστιενκα. Και στην αρχή, όχι στο τέλος, όπως στο κείμενο του Ντοστογέφσκι, ένα πρωινό, όχι του αποχαιρετισμού, αλλά του πρώτου «συναπαντήματός» τους. Ανάμεσα και κάμποσες άλλες μέρες, όταν η Κάλλη χάνεται, αφήνοντας τον Γιώργο να παραδέρνει ξεκρέμαστος.
Η παλιακής εμφάνισης και γοητείας άγνωστη θα αιχμαλωτίσει το βλέμμα του Γιώργου μια ήσυχη μέρα του Αυγούστου σε ένα μεγάλο συνοικιακό σούπερ μάρκετ. Η ίδια δεν θα αντιληφθεί ούτε την παρουσία ούτε το βλέμμα του, ούτε εκείνη τη μέρα ούτε τα επόμενα βράδια, όταν στον νυχτερινό του περίπατο τη βλέπει από μακριά στο προαύλιο μιας εκκλησίας. Γι’ αυτό και θα της δώσει το όνομα Κάλλη, το όνομα μιας μεγαλύτερης ξαδέρφης του που τη λάτρευε έφηβος κι εκείνη ούτε τον κοίταζε ούτε τον έβλεπε, έχοντας μάτια μόνο για τον αρραβωνιαστικό της. Αόρατος θαυμαστής της ωραίας και παράξενης άγνωστης, διπλοτυπώνει στην εικόνα της εκείνη της ξαδέρφης του, και η κουνημένη, νέα αυτή εικόνα πυροδοτεί ξεχασμένα και νέα αισθήματα που τον αποτραβούν από τη μελαγχολία του.
Πριν ο Γιώργος αποφασίσει να πλησιάσει την Κάλλη, τη βρίσκει μπροστά του. Να χτυπάει το κουδούνι της νεαρής, ασχημούλας φυσικοθεραπεύτριας γειτόνισσάς του κι ύστερα να κάθονται οι δυο τους στο μπαλκονάκι του ακάλυπτου, μια ανάσα μακριά του. Να τον καρφώνει με το βλέμμα μιλώντας στο τηλέφωνο και πηγαίνοντας πάνω κάτω στην πιλοτή της πολυκατοικίας του, και να του δίνει με μισή κουβέντα να της κρατήσει, για λίγο που γίνεται πολύ, μια σακούλα με λαχταριστά μήλα – του πειρασμού. Να χτυπάει τέλος ένα βράδυ το δικό
του κουδούνι για να τον ρωτήσει για τη φίλη της, που την έχει χάσει και η οποία της έχει μιλήσει για τον Γιώργο. Για αρχή, θα ξενυχτήσουν σε ένα καφέ στην πλατεία, τις άλλες βραδιές στο μπαλκόνι του.
Στους αντίποδες της Σοφίας και της Ιουλίας στη νουβέλα Μεγάλες γυναίκες, αλλά στην ηλικία τους, η Κάλλη είναι στα μάτια του Γιώργου μια σαγηνευτική μοιραία γυναίκα βγαλμένη από το ασπρόμαυρο γαλλικό σινεμά, ένα απόκοσμο αερικό εντός και εκτός τόπου και χρόνου. Κατά κόσμον τη λένε Νίνα, είναι μανικιουρίστα και κάνει ευσυνείδητα τη δουλειά της στο νυχάδικο όπου εργάζεται, μένει σε ένα δυάρι κάτω από τις γραμμές, ψωνίζει στο σούπερ μάρκετ και στη λαϊκή, περιφέρεται μόνη τις νύχτες στη γειτονιά.
Τις τέσσερις νύχτες που περνούν μαζί η Κάλλη πίνει και μιλά κι ο Γιώργος πίνει, ακούει, υπακούει και υποχωρεί, αλλά αποφεύγει περισσότερο ή λιγότερο εντέχνως να φανερώσει στο ελάχιστο τη δική του ιστορία – κάποια σκόρπια θραύσματά της προβάλλουν μέσ’ από τις σκέψεις του και μόνο. Ο Γιώργος θέλει να γνωρίσει την Κάλλη, η οποία χάνεται και τον αποσυντονίζει και ύστερα επιστρέφει κι αυτός την ξαναδέχεται, όπως έκανε κάπου, κάποτε με μια άλλη γυναίκα. Η Κάλλη θέλει να ελέγχει το διπλανό διαμέρισμα, αν γύρισε ή δεν γύρισε η Ματούλα, που δεν απαντάει στα τηλεφωνήματά της. Ο Γιώργος είναι προσηλωμένος στη Νίνα, η Νίνα στη Ματούλα, η Ματούλα στη νέα ζωή με τον αρραβωνιαστικό της, και η αποφασιστικότητά της να προχωρήσει στη νέα αυτή ζωή θα δώσει το τελειωτικό χτύπημα στο όνειρο θερινής νυκτός του Γιώργου, που ήδη είχε αρχίσει να ξεφτίζει. Όλοι και όλες θα τραβήξουν τον δρόμο τους. Και η ζωή θα συνεχιστεί, στ’ αλήθεια και στα ψέματα.
Μικρο-ιστορίες με πλαστικότητα
Για άλλη μία φορά ο Συμπάρδης δημιουργεί δεξιοτεχνικά τη ρεαλιστική εντύπωση μιας οικείας, αστικής πραγματικότητας, με τους τόπους και τους μη τόπους της, πλατείες και πολυκατοικίες, σούπερ μάρκετ και λαϊκές, ταχυδρομεία, καθαριστήρια, χαρτοπωλεία και νυχάδικα, πιτσαρίες και μπαράκια· και με τους κατοίκους τους, τα πιτσιρίκια που παίζουν μπάλα νυχτιάτικα στο προαύλιο της εκκλησίας και τις μανάδες τους που δεν τα μαζεύουν, τις γυναίκες που κάνουν φυσικοθεραπεία και φτιάχνουν τα νύχια τους, τις φυσικοθεραπεύτριες και τις μανικιουρίστες, τους ιδιοκτήτες και τους ενοικιαστές και τον διαχειριστή της πολυκατοικίας, τους γνωστούς-άγνωστους καταστηματάρχες και υπαλλήλους της γειτονιάς και τους συγγραφείς που κυκλοφορούν στους δρόμους. Αλλά αυτή η κατ’ επίφαση γνωστή καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από τεράστια πλαστικότητα, καθώς αναδιαμορφώνεται μέσα από το βλέμμα, τη μνήμη, το αίσθημα, την επιθυμία, τις «σκέψεις-αισθήσεις» των προσώπων, τα οποία αναδύονται ακαριαία σε μετέωρες μικρο-ιστορίες αμφίκοπων συναντήσεων κι ύστερα χάνονται. Όπως ο νεαρός καλλιτέχνης που αγάπησε η Νίνα και τον έχασε εξαιτίας ενός μονού κρεβατιού· η άνεργη φίλη της Ματούλας, η Κώστια, και ο λιγομίλητος κι απότομος Χάρης, ο αρραβωνιαστικός της· η πραγματική Κάλλη και η ανώνυμη γυναίκα που είχε βασανίσει στο παρελθόν με τις φυγές της τον Γιώργο, που κάλλιστα θα μπορούσαν και να ταυτίζονται· η ίδια η Ματούλα. Φωτογραφίες διαψεύδουν εξομολογήσεις, λόγια ξεστομίζονται ή σχηματίζονται στον νου και παίρνονται πίσω στο λεπτό. Σε λίγο περισσότερο χρόνο οι εντυπώσεις. Για τον Γιώργο, τη μια στιγμή η Κάλλη μιλάει ήσυχα με τα αγόρια που την είχαν βάλει το προηγούμενο βράδυ στο σημάδι με την μπάλα τους κι αμέσως μετά «κυλιέται μαζί τους στα σκαλιά». Τη μια νύχτα τα δόντια της Κάλλης είναι πανέμορφα και την άλλη ποντικίσια. Ελάχιστα τα αγγίγματα, ενίοτε επί σκοπώ και σκηνοθετημένα. Το πάθος είναι του παρελθόντος και στο παρόν ο διάχυτος, υπαινικτικός ερωτισμός που διαποτίζει τις ιστορίες αρνείται να πραγματωθεί σε πράξεις και λόγια που θα όριζαν επιθυμίες και ταυτότητες.
Η Κάλλη, τη δεύτερη κιόλας νύχτα, ιστορώντας στον Γιώργο στιγμές από τη ζωή της, τον συμβουλεύει να γράψει κάτι για την ξαδέρφη του, πλέκοντας και το νήμα της δημιουργίας στο ήδη πολυποίκιλο και λεπτουργημένο υφαντό ενός κειμένου για την παντός καιρού δυσκολία του ανθρώπου να γνωρίσει τον εαυτό, τον κόσμο και τον άλλον, που ο καιρός την επιτείνει ακόμη περισσότερο. Ίσως αυτή την ιστορία διαβάζουμε, και ο λόγος της, σαγηνευτικός από αρχής
μέχρι τέλους, εδραιώνει έτι περαιτέρω τη θέση του Συμπάρδη στη
μεταπολιτευτική μας λογοτεχνία.





