Διανύουμε ήδη μια δύσκολη προεκλογική περίοδο. Διαγωνισμοί παροχολογίας, μεσσιανισμός, κοινωνική πόλωση, δυναμική επαναφορά ακροδεξιών και φασιστικών μορφωμάτων, πολλαπλές καθημερινές προκλήσεις επιβίωσης, εξάπλωση των χαμηλών προσδοκιών. Για την Αριστερά οι εγγενείς δυσκολίες συμβαδίζουν με την αδήριτη ανάγκη να απαντήσει στο ερώτημα: Με ποια εναλλακτική πρόταση, ποια στρατηγική, με ποιο δομημένο και συνεκτικό τρόπο θα μπορέσει να απευθυνθεί στους ανθρώπους που εκπροσωπεί; Υπάρχουν δυνατότητες συγκλίσεων στο δικό της φάσμα που θα μπορούσαν να μετατρέψουν την κοινωνική απάθεια σε στάση διεκδίκησης και την «αριστερή μελαγχολία» σε αριστερή αυτοπεποίθηση και δυναμική εκλογική παρέμβαση;
Αυτό τον όχι εύκολο, αλλά απολύτως ζωτικό διάλογο ανοίγουμε από αυτό το φύλλο.
Η Εποχή
Ο Μάιος μας έφτασε, μην και μας προσπεράσει
Οι περισσότεροι από όσους διαβάζουν αυτές τις γραμμές θα ήθελαν αυτή την ώρα να είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα στον χώρο της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας. Να είχε δρομολογηθεί από καιρό η διαδικασία του διαλόγου, της κοινής δράσης και της σύγκλισης τουλάχιστον δυνάμεων της Αριστεράς που συμμετείχαν στην εποποιία του ΣΥΡΙΖΑ –μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση εκείνη ήταν και των Οικολόγων–, που συνυπήρξαν, χώρισαν τους δρόμους τους, αντιπαρατέθηκαν, αλλά βρέθηκαν ξανά στην ανάγκη να αναζητήσουν κοινή πορεία. Βήματα που θα άνοιγαν και τον πλατύτερο δρόμο.
Δεν έγινε κατορθωτό, και υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι και συγκεκριμένες ευθύνες. Και τώρα όχι μόνο δεν μπορεί η ανανεωτική και ριζοσπαστική Αριστερά να διεκδικήσει από καλύτερη αφετηρία μια καλύτερη θέση μετά τη διαλυτική κρίση, αλλά αντιμετωπίζει το πολύ πιθανό ενδεχόμενο να απουσιάζει παντελώς από την επόμενη Βουλή οποιαδήποτε τάση ή απόχρωσή της. Αυτό δεν χρειάζεται ιδιαίτερη επιχειρηματολογία για να πειστούμε ότι αποτελεί πρόβλημα. Είτε το συνειδητοποιεί στο σύνολό της είτε όχι. Είτε το αξιολογεί είτε όχι. Και δεν λύνεται στον χρόνο που απομένει. Θα ήταν θαύμα αν συνέβαινε.
Να πιστέψουμε στα θαύματα ή να αναζητήσουμε διεξόδους; Προτείνω να ανοίξουμε την κουρτίνα Νο 2.
Το μέγεθος «εκλογική τακτική»
Ένα από τα ποικίλα προβλήματα της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς μπροστά στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές οφείλεται και στο γεγονός ότι μας διακρίνει μια παράδοξη έως αντιφατική διάθεση απέναντι στις κεντρικές εκλογικές μάχες, που κρίνουν την παρουσία της στη Βουλή.
Η διάθεση αυτή οφείλεται αφενός στη δικαιολογημένη επιφύλαξή της για το κατά πόσο οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται πια στον συγκεκριμένο κρατικό θεσμό, επομένως σε άλλα πεδία της πολιτικής αντιπαράθεσης θα κριθούν τα πράγματα, αφετέρου στην επίσης δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν μπορεί να λείπει από αυτόν τον θεσμό, γιατί η απουσία της τη στερεί από την αξιοποίηση μιας ευρείας σειράς μέσων πολιτικής και όχι μόνο πάλης. Με αυτόν τον τρόπο έχει δομηθεί το πολιτειακό, πολιτικό, κομματικό και μιντιακό σύστημα. Και ένας από τους βασικούς στόχους του είναι να θέτει «στη γωνία» ή σε «παρένθεση» την Αριστερά.
Παράλληλα, λειτουργεί μια τάση υποτίμησης της ανάγκης και της δυνατότητας για μια εκλογική τακτική προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις της συγκυρίας, η οποία συνυπάρχει με μια ταυτόχρονη τάση υπερτίμησης της επίδρασης που θα μπορούσε να έχει η επιλογή όποιας εκλογικής τακτικής στη συνολική πολιτική παρουσία ενός κόμματος, μιας πολιτικής οργάνωσης, που την αναβιβάζει καθ’ υπερβολή στο επίπεδο της στρατηγικής επιλογής, από την οποία θα κριθούν τα πάντα στο παρόν και στο μέλλον της.
Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε
Πρόκειται για στοιχεία που συχνά μας εμποδίζουν να κάνουμε μια συζήτηση λογική για το συγκεκριμένο ζήτημα με αρχή, μέση και τέλος. Υπερβαίνοντας αναμενόμενες και ερμηνεύσιμες αναστολές και επιφυλάξεις, θα ήταν προτιμότερο, νομίζω, να αναζητήσουμε με επίγνωση και ρεαλισμό το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε αυτή την ώρα: μια κοινή ad hoc εκλογική τακτική που να περιλάβει και όσους έχουν κάνει κάποια ελάχιστα βήματα στον δρόμο της σύγκλισης και της συνεργασίας, όπως η ΝεΑρ και οι Πράσινοι – Οικολογία, και όσους θα είχαν την πρόθεση, ίσως, αλλά δεν είναι σε θέση ακόμα να το κάνουν.
Μπορεί το αγώι να ξυπνήσει τον αγωγιάτη. Πράγμα που έγινε άτυπα, σε άλλη εποχή και διαφορετικές συνθήκες, όταν κρινόταν η επιστροφή του Συνασπισμού στη Βουλή, με απρόσμενα θετικά αποτελέσματα ανοίγοντας ευοίωνη προοπτική για τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Κανείς τότε δεν βγήκε από εκείνη τη διαδικασία απαράλλαχτος όπως είχε μπει. Και οι αλλαγές ήταν προς το καλύτερο.
Να δούμε, δηλαδή, την αναζήτηση κοινής εκλογικής παρουσίας όχι σαν κορύφωση και κατάληξη μιας διαδικασίας διαλόγου, κοινής δράσης και σύγκλισης, όπως προσδοκούσαμε, αλλά σαν έναρξή της, σαν πρώτο βήμα. Ένδειξη κατανόησης της ανάγκης και έκφραση της διάθεσης για αλληλεγγύη μεταξύ συλλογικοτήτων που διαπιστώνουν την ύπαρξη καλώς νοούμενου κοινού συμφέροντος βασισμένη στην επιδίωξη ενός κοινού στόχου, που για άλλους μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμος ή μεσοπρόθεσμος, αλλά για ένα συγκεκριμένο ρεύμα της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς μπορεί να έχει και στρατηγική σημασία.
Η ύπαρξη αυτού του ρεύματος και η ενίσχυσή του προσωπικά με ενδιαφέρει ειδικότερα. Αλλά σημασία δεν έχει η προσωπική μου κλίση, σημασία έχει ότι συστατικό στοιχείο του είναι η καλλιέργεια της συνεργασίας, της συμπόρευσης, της σύγκλισης, της επιδίωξης κοινών στρατηγικής σημασίας στόχων με ευρύτερες όμορες δυνάμεις, καθώς και η ενίσχυσή τους στο πλαίσιο αυτό. Χωρίς αυτά, χωρίς αυτές δεν έχει ουσιαστικό νόημα ένα τέτοιο ρεύμα. Αυτή είναι και η πραγματική βάση που δίνει λόγο ύπαρξης σε μια τέτοια πρόταση και νομιμότητα σε μια τέτοια προσδοκία.
Αν στην πορεία φανεί ότι μπορεί να γίνουν μεγαλύτερες οι προσδοκίες μας, ακόμα καλύτερα. Άλλωστε, σοβαρότερο έργο θα περιμένει όλους μετά τις εκλογές. Από καλύτερες θέσεις, με προϋπόθεση ένα θετικό εκλογικό αποτέλεσμα.
Τα λόγια πολλά, τα έργα λίγα
Τέτοια λόγια έχουν ειπωθεί πολλές φορές. Τώρα χρειάζονται πράξεις. Τα περιθώρια έχουν στενέψει. Ως τη λήξη του 2026 θα πρέπει να έχουν τεθεί τα ερωτήματα που συνεπάγεται μια τέτοια ή παρόμοια πρόταση σε όλους τους παραλήπτες. Για να δοθούν έγκαιρα και μέσα σε σύντομη προθεσμία οι θετικές, αρνητικές ή τροποποιητικές απαντήσεις. Δημόσια και εις επήκοον όλων.
Το ζήτημα δεν είναι πώς θα διατυπωθεί η πρόταση. Εκεί που χωλαίνουν συνήθως τέτοιες πρωτοβουλίες είναι η διά ζώσης και επί της ουσίας συζήτηση για τη διαπίστωση των προθέσεων όλων και την πιθανή αλλαγή των αρχικών διαθέσεων στη διάρκεια της εξέτασης προτάσεων και αντιπροτάσεων. Το ερώτημα είναι αν θα βρεθεί κάποιος ή κάποιοι να πάρουν την πρωτοβουλία και να διατυπώσουν το αρχικό προσκλητήριο. Αν δεν μπορεί να βρεθεί αυτός ο κάποιος, θα έχει δοθεί νωρίς νωρίς η απογοητευτική απάντηση.
Αν βρεθούν ένας ή περισσότεροι, μπορούν κατά τη γνώμη μου να συντάξουν ένα στοιχειώδες αλλά επαρκές πολιτικό πλαίσιο ως βάση της κοινής στάσης στις εκλογές, που θα αναδεικνύει τη διακριτή θέση αυτής της εκλογικής σύμπραξης και θα στηρίζεται στην ειλικρινή εξήγηση των προθέσεων και των στόχων όσων θα συνεργαστούν σε ένα ad hoc εκλογικό μέτωπο, διατηρώντας ως συλλογικότητες την αυτοτέλειά τους, τηρώντας την αρχή της ισοτιμίας και αποκλείοντας τους εκ των προτέρων αποκλεισμούς. (Θα ήταν αποκύημα νοσηρής φαντασίας η αμφιβολία μήπως μια τόσο γενική οριοθέτηση αφήσει ανοιχτές θύρες για συζητήσεις ακόμα και με την ΕΛΑΣ. Έχει αποδώσει τόσο πολύ η στροφή της προς το κέντρο, που οι εκπρόσωποι του ΠΑΣΟΚ στα μίντια ακούγονται εσχάτως πιο τολμηροί και λιγότερο συναινετικοί από τους εκπροσώπους της.)
Αν επικρατήσει και τώρα το πνεύμα της αδράνειας και της απραξίας και δεν υπάρξει αποτέλεσμα, ο καθείς και τα όπλα του, ο καθείς και η μοίρα του. Που, όπως έχουμε μάθει πια, δεν είναι γραμμένη σε πέτρα, οι πράξεις και οι παραλείψεις μας τη γράφουν και την ξαναγράφουν. Σ’ αυτό, νομίζω, θα συμφωνήσουμε όλοι.
Φωτό: Jan van der Wolf / pexels





