Στη μεταμοντέρνα ελαφρότητα που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της εποχής μας, η πολιτική μοιάζει ολοένα και περισσότερο ως άσκηση γνωστικιστικού διανοουμενισμού, ως ένα παιχνίδι εννοιών, συμβόλων και επικοινωνιακών στρατηγικών, αποκομμένο ουσιαστικά από την υλική ζωή των ανθρώπων. Στη χειρότερη εκδοχή της, μετατρέπεται σε κυνικό μηδενισμό. Όλα επιτρέπονται, όλα σχετικοποιούνται και τελικά, τίποτε δεν φαίνεται ικανό να διαταράξει πραγματικά την τάξη των πραγμάτων.

Ζούμε, άλλωστε, σε μια μετακοινωνική συνθήκη, όπου οι μεγάλες συλλογικές αντιθέσεις τείνουν διαρκώς να συμφιλιωθούν, να εξομαλυνθούν και να μετατραπούν σε αντικείμενα διαχείρισης. Ο Αλέν Τουρέν είχε επισημάνει, με διαφορετικούς όμως όρους, αυτή τη μετάβαση από την κοινωνία της σύγκρουσης σε μια κοινωνία όπου η ίδια η έννοια του κοινωνικού ανταγωνισμού δυσκολεύεται να αποκτήσει μια πολιτική μορφή. Όμως σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, σχεδόν τίποτε δεν μπορεί να είναι αρκετά ανατρεπτικό.

Ακριβώς εδώ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σκέψη του Ζιλ Ντωβέ, του Γάλλου θεωρητικού της ριζοσπαστικής αριστεράς, γνωστού και ως Ζαν Μπαρό. Η κριτική του δεν στρέφεται απλώς εναντίον μιας συγκεκριμένης πολιτικής πρακτικής ή ενός συγκεκριμένου κόμματος, αλλά αμφισβητεί βαθύτερα την ίδια την πολιτική ως ξεχωριστή σφαίρα της κοινωνικής ζωής.

Για τον Ντωβέ, η παραδοσιακή πολιτική, δηλαδή, τα κόμματα, οι εκλογές, τα κοινοβούλια, η θεσμική διαχείριση των κοινωνικών αντιθέσεων μπορεί να λειτουργήσει ως ψευδαίσθηση μετασχηματισμού. Που σημαίνει ότι πολιτική, παρουσιάζεται ως ο χώρος όπου οι κοινωνικές διαφορές μπορούν να επιλυθούν. Στην πραγματικότητα όμως περιορίζει τη σύγκρουση αποκλειστικά σ’ ένα πεδίο κανόνων που δεν αγγίζουν τον πυρήνα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.

Η δημοκρατία, υπό αυτή την έννοια, δεν καταργεί την ταξική αντίθεση, αλλά την αναδιατυπώνει. Μετατρέπει την κοινωνική σύγκρουση σε εκλογικό αποτέλεσμα, τη διεκδίκηση σε νομοθετική ρύθμιση και την αμφισβήτηση της οικονομικής εξουσίας σε αντιπαράθεση πολιτικών προγραμμάτων. Έτσι λοιπόν, ο πολίτης καλείται να επιλέξει. Όμως με μια μεγάλη διαφορά ότι σπάνια μπορεί να αμφισβητήσει τους όρους μέσα στους οποίους καλείται να επιλέξει.

Αυτή είναι και η πιο ενοχλητική πλευρά της σκέψης του Ντωβέ, γιατί δεν μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε την πολιτική ως ουδέτερο εργαλείο, το οποίο αρκεί να περάσει στα «σωστά χέρια» για να αλλάξει η κοινωνία. Αν τελικά η πολιτική εμφανίζεται ως αυτοτελής δραστηριότητα, είναι ακριβώς επειδή η κοινωνία έχει ήδη διαχωριστεί από τα μέσα με τα οποία οι άνθρωποι αναπαράγουν τη ζωή τους. Όσο η εργασία, το χρήμα, η παραγωγή και οι κοινωνικές σχέσεις παραμένουν οργανωμένες από τη λογική του κεφαλαίου, η πολιτική διαχείριση μπορεί να αλλάζει πρόσωπα χωρίς όμως να αλλάζει κατ’ ανάγκη και την ουσία.

Εδώ βρίσκεται και το παράδοξο της εποχής μας, γιατί έχουμε μάθει να ζούμε με την αποτυχία μιας πολιτικής και οικονομίας της λεηλασίας, η οποία εξαντλεί ανθρώπους, φυσικούς πόρους και κοινωνικούς δεσμούς, ενώ ταυτόχρονα όλο αυτό παρουσιάζεται ως ρεαλισμός. Η αγορά εμφανίζεται ως φυσικός νόμος και η πολιτική ως η τέχνη της προσαρμογής σε αυτόν. Και βέβαια η δημοκρατία, αντί να αποτελεί πεδίο κοινωνικής χειραφέτησης, κινδυνεύει να μετατραπεί σε απολιθωμένο σκελετό, διατηρώντας τις μορφές, αδυνατώντας όμως να παράξει πραγματική αλλαγή.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν πρέπει να «αρνηθούμε τη δημοκρατία», εξάλλου μια τέτοια διατύπωση θα ήταν εύκολη, ακόμη θα λέγαμε και επικίνδυνα απλουστευτική, αλλά το βαθύτερο ερώτημα είναι αν μπορούμε να ξαναβρούμε την πολιτική εκεί όπου η επίσημη πολιτική την έχει χάσει. Δηλαδή να την βρούμε στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές, στις συλλογικές διεκδικήσεις, στις σχέσεις αλληλεγγύης και στην άρνηση της μετατροπής κάθε ανθρώπινης ανάγκης σε εμπόρευμα.

Η κριτική του Ντωβέ δεν προσφέρει έτοιμο πολιτικό πρόγραμμα, προσφέρει σαφώς κάτι πιο δύσκολο. Προσφέρει εκείνη την αμφιβολία για την ίδια την πολιτική μορφή που έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε αυτονόητη, αλλά που δυστυχώς το ακαταμάχητο αντι-υπόδειγμα της λαϊκοτροπίας της δραματοποίησης και της απλούστευσης, έχει καταστήσει τις αρχές της πολιτικής φετιχιστική λατρεία. Ίσως όμως μέσα από την αμφιβολία να αρχίζει κάθε ανατρεπτική σκέψη. Γιατί εν τέλει, το ζητούμενο δεν είναι να διαχειριστούμε καλύτερα τον κόσμο που υπάρχει, αλλά να αναρωτηθούμε αν οι ίδιοι οι όροι που τον κάνουν να υπάρχει μπορούν να ανατραπούν.

Foto

ΠΑΜΕ / Flickr