Τη δεκαετία του 1990, η ισραηλινή κοινωνία βίωσε μια βαθιά και καθοριστική ρήξη. Η υπογραφή των Συμφωνιών του Όσλο από την κυβέρνηση των Εργατικών δημιούργησε σε ένα τμήμα της κοινωνίας την προσδοκία μιας πολιτικής διευθέτησης του Παλαιστινιακού. Η προοπτική αυτή, ωστόσο, πυροδότησε την άμεση και οργανωμένη αντίδραση των συντηρητικών και της Aκροδεξιάς.

Η πολιτική αντιπαράθεση γρήγορα απέκτησε χαρακτηριστικά ανοιχτής σύγκρουσης στους δρόμους. Στις πλατείες, κατά τη διάρκεια μαζικών διαδηλώσεων της αντιπολίτευσης, ο Πρωθυπουργός Γιτζάκ Ράμπιν στοχοποιούνταν ανοιχτά ως εθνοπροδότης. Η συνεχής κλιμάκωση οδήγησε, τον Νοέμβριο του 1995, στη δολοφονία του από Ισραηλινό ακροδεξιό εξτρεμιστή. Το γεγονός αυτό τορπίλισε οριστικά την όποια προοπτική ειρήνευσης και άλλαξε ριζικά τον πολιτικό χάρτη της χώρας.

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, έχοντας ηγηθεί της εκστρατείας εναντίον των συμφωνιών, αναδείχθηκε μέσα από αυτή την πόλωση. Στις εκλογές του 1996, αξιοποιώντας μεθοδικά τον φόβο και την ανασφάλεια που καλλιεργήθηκαν μετά τη δολοφονία Ράμπιν, κέρδισε την πρωθυπουργία. Η πολιτική του, ωστόσο, δεν στηρίχθηκε σε μια συγκυριακή εκμετάλλευση του φόβου, αντιθέτως πάτησε πάνω σε μια στέρεη ιδεολογική βάση την οποία κληρονόμησε από τον πατέρα του, Μπεντζιόν Νετανιάχου, έναν από τους βασικούς διανοητές του ρεβιζιονιστικού σιωνισμού. Πρόκειται για ένα ιδεολογικό ρεύμα που αντιμετωπίζει τον αραβικό περίγυρο ως διαρκή υπαρξιακή απειλή και πρεσβεύει ότι η επιβίωση του Ισραήλ δεν εξασφαλίζεται μέσα από διπλωματικές παραχωρήσεις, αλλά βασίζεται αποκλειστικά στη συνεχή προβολή της στρατιωτικής ισχύος και στην αδιαλλαξία. Αυτή ακριβώς η πεποίθηση διαμόρφωσε τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής του Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Σε αυτό το έντονα πολωμένο κλίμα, η ρήξη στο εσωτερικό της ισραηλινής κοινωνίας βρήκε έκφραση και σε υποκουλτούρες που λειτούργησαν ως ριζοσπαστικά αντίβαρα στην κρατική ιδεολογία. Ένας τέτοιος πυρήνας είχε δημιουργηθεί ήδη από το 1990 μέσα από την εγχώρια punk σκηνή, με την ίδρυση των «Nekhei Naatza». Αν και το όνομά τους μεταφράζεται αυτολεξεί ως «Σακάτηδες της Χλεύης», μια πιο ακριβής νοηματική απόδοση στη γλώσσα μας μάλλον θα ήταν «Ακρωτηριασμένοι από το Μίσος». Η μπάντα ιδρύθηκε από τα αδέλφια Φεντερίκο και Σαντιάγο Γκόμεζ, μετανάστες από την Αργεντινή που μεγάλωσαν στο κιμπούτς Λεχαβότ ΧαΜπασάν, και τον ντράμερ Ιτάι Λεβί.

Η στιχουργική τους αποτελούσε μια μετωπική, ωμή επίθεση στους πυλώνες της εξουσίας, τον στρατό, το κράτος και το θρησκευτικό κατεστημένο. Κομμάτια όπως το «Μια Ολόκληρη Γενοκτονία» ασκούσαν οξεία κριτική στις στρατιωτικές πρακτικές στα Κατεχόμενα, σε βαθμό που σήμερα διαβάζονται ως ρεπορτάζ. Το πραγματικό πολιτικό βάθος της μπάντας, ωστόσο, αναδεικνυόταν όταν αποδομούσε την ίδια την κυρίαρχη αφήγηση. Χαρακτηριστική ήταν η παραφθορά του γνωστού ραβινικού ρητού που προτρέπει τον πιστό να «κάνει έναν ραβίνο δάσκαλό του». Το συγκρότημα το μετέτρεψε σε έναν ειρωνικό ύμνο ενάντια στην οπλοκατοχή, στηλιτεύοντας την εργαλειοποίηση της θρησκείας και τη συγχώνευση του ιουδαϊσμού με τον ακραίο μιλιταρισμό.

Η οργισμένη απάντησή τους στην εκλογική νίκη του Νετανιάχου και την επικράτηση της Ακροδεξιάς αποτυπώθηκε στον δίσκο τους το 1997, με τον εύγλωττο τίτλο «Hail the New Regime» («Χαιρετίστε το Νέο Καθεστώς»). Το εξώφυλλο λειτουργούσε ως ευθύ πολιτικό σχόλιο, αφού απεικόνιζε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του νέου πρωθυπουργού σε ένα στιγμιότυπο που παρέπεμπε ευθέως σε ναζιστικό χαιρετισμό. Η εικόνα, σε συνδυασμό με το λογότυπο της μπάντας, ένα περίστροφο που σημαδεύει έναν στόχο, εξέφραζε την πεποίθηση των δημιουργών πως η χώρα βρισκόταν σε τροχιά θεσμικού αυταρχισμού. Ήταν ένα ευθύ «κατηγορώ» για τον τρόπο με τον οποίο τα θύματα του Ολοκαυτώματος διολίσθαιναν όλο και περισσότερο στο να γίνουν θύτες.

Η πορεία των «Nekhei Naatza» ολοκληρώθηκε εκείνη τη χρονιά με τη διάλυσή τους, ωστόσο ο Φεντερίκο Γκόμεζ προχώρησε στον σχηματισμό των «Deir Yassin». Η επιλογή του νέου ονόματος αποτελούσε μια ριζοσπαστική πράξη διάσωσης της ιστορικής μνήμης. Παρέπεμπε στο ομώνυμο παλαιστινιακό χωριό κοντά στην Ιερουσαλήμ, όπου τον Απρίλιο του 1948 σιωνιστικές παραστρατιωτικές ομάδες διέπραξαν μια άγρια σφαγή αμάχων, γράφοντας με αυτό τον τρόπο μία από τις πιο αποτρόπαιες σελίδες της παλαιστινιακής Νάκμπα. Σε μια περίοδο όπου η επίσημη κρατική πολιτική επιχειρούσε να επιβάλει την ιστορική αμνησία, η μπάντα επέλεξε να υπενθυμίζει διαρκώς τη βία και τους εκτοπισμούς πάνω στους οποίους θεμελιώθηκε το κράτος του Ισραήλ.

Οι προειδοποιήσεις εκείνης της αντικουλτούρας επιβεβαιώθηκαν απόλυτα μέσα από τη μακροχρόνια πολιτική ηγεμονία του Μπενιαμίν Νετανιάχου τις επόμενες δεκαετίες. Το κράτος του Ισραήλ εγκατέλειψε οριστικά κάθε ουσιαστική συζήτηση για τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Στη θέση της διπλωματίας υιοθετήθηκε το δόγμα της «διαχείρισης της σύγκρουσης», μια στρατηγική που βασίστηκε σε δύο άξονες. Από  τη μία, τη διαρκή επέκταση των εποικισμών στη Δυτική Όχθη που κατακερμάτισε τον παλαιστινιακό ζωτικό χώρο και, από την άλλη, την επιβολή ενός ασφυκτικού, μόνιμου αποκλεισμού στη Λωρίδα της Γάζας.

Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, η ισραηλινή ηγεσία επένδυσε στην πολιτική διαίρεση των Παλαιστινίων, συντηρώντας ένα status quo όπου η ανωτερότητα της στρατιωτικής τεχνολογίας και ο ασφυκτικός έλεγχος των συνόρων δημιουργούσαν μια ψευδαίσθηση απόλυτης ασφάλειας. Η ψευδαίσθηση αυτή κορυφώθηκε τα τελευταία χρόνια με τις «Συμφωνίες του Αβραάμ». Η κυβέρνηση Νετανιάχου επιχείρησε να εξομαλύνει τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο παρακάμπτοντας εντελώς το παλαιστινιακό ζήτημα, αντιμετωπίζοντας πλέον τους Παλαιστίνιους ως ένα αόρατο πληθυσμιακό πρόβλημα κρυμμένο πίσω από τα τείχη που έχτισε.

Αυτή η αρχιτεκτονική της θεσμοθετημένης ανισότητας κατέρρευσε βίαια τον Οκτώβριο του 2023. Η επίθεση της Χαμάς διέρρηξε την αίσθηση του άτρωτου κράτους και έφερε την ισραηλινή κοινωνία αντιμέτωπη με τα όρια της δικής της τύφλωσης. Η απάντηση του κρατικού μηχανισμού, ωστόσο, δεν υπήρξε μια ιστορική επαναξιολόγηση της πολιτικής, αλλά η απόλυτη, ακραία κλιμάκωση του ρεβιζιονιστικού δόγματος με τη συντριπτική βία να παρουσιάζεται ως η μοναδική λύση.

Η στρατιωτική επιχείρηση που ακολούθησε στη Γάζα ξεπέρασε κάθε προηγούμενο σε κλίμακα ισοπέδωσης. Η συστηματική καταστροφή των αστικών υποδομών, ο εκτοπισμός σχεδόν του συνόλου του πληθυσμού και ο πρωτοφανής αριθμός νεκρών αμάχων μετέτρεψαν τον πόλεμο σε μια υπαρξιακή απειλή για τον ίδιο τον παλαιστινιακό λαό. Η ρητορική αποανθρωποποίησης από κορυφαίους κυβερνητικούς αξιωματούχους και η μεθοδική εξάλειψη των συνθηκών διαβίωσης στη Λωρίδα, οδήγησαν την κατάσταση ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης υπό το πρίσμα της διερεύνησης του εγκλήματος της γενοκτονίας. Η λογική της αδιαπραγμάτευτης ισχύος δεν σταμάτησε, άλλωστε, στα ερείπια της Γάζας. Η πρόσφατη ευθεία στρατιωτική επίθεση στο Ιράν αποδεικνύει πως η ηγεσία του Ισραήλ είναι πλέον έτοιμη να πυροδοτήσει μια ανεξέλεγκτη περιφερειακή ανάφλεξη, μετατρέποντας τον διαρκή πόλεμο σε αυτοσκοπό και μοναδικό όρο επιβίωσης του καθεστώτος.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο δίσκος «Hail the New Regime» του 1997 αποβάλλει οριστικά τον μανδύα της υποκουλτούρας και της νεανικής υπερβολής. Το εξώφυλλο με τον Νετανιάχου και το περίστροφο δεν ήταν παρά η ψυχρή, ακριβής διάγνωση για μια χώρα που ετοιμαζόταν να ενσωματώσει τον μιλιταρισμό ως τη μόνη θεσμική της πραγματικότητα. Σήμερα, με τη Γάζα ισοπεδωμένη και το Ισραήλ να διοικείται από τους πιο σκληρούς εκφραστές του ρεβιζιονιστικού σιωνισμού, το δόγμα του Μπεντζιόν Νετανιάχου για επιβίωση αποκλειστικά μέσω της αδιαπραγμάτευτης βίας έχει βρει την απόλυτη εφαρμογή του. Η ιδεολογική ρήξη του ’90 ολοκληρώθηκε με την πλήρη επικράτηση της συντήρησης. Το ισραηλινό κράτος έχει μετατρέψει τον αυταρχισμό στην απόλυτη εθνική του ταυτότητα. Εκείνο που οι «Σακάτηδες της Χλεύης» ούρλιαζαν ως δυστοπική προειδοποίηση από το περιθώριο, σήμερα αποτελεί την επίσημη επιλογή μιας ολόκληρης κοινωνίας.