Όταν ο φασισμός διεισδύει στη μεγάλη οθόνη
Σε περίοδο όπου στη Δύση παρατηρούμε με τρόμο την άνοδο της ακροδεξιάς και την απότομη σκλήρυνση της αντιμεταναστευτικής κρατικής πολιτικής, δείγματα φασιστικών τάσεων διεισδύουν στη μεγάλη οθόνη. Ένα από τα έργα που ενσαρκώνουν αυτή τη μοντέρνα φασιστική αισθητική, είναι η νέα ταινία “Citizen Vigilante”,που ήρθε στην επιφάνεια τις προηγούμενες βδομάδες ύστερα από το ενδιαφέρον και την προώθηση που έλαβε από τον Ίλον Μασκ στην πλατφόρμα του X.
Η ταινία, κριτική περιγραφή της οποίας έχει ήδη αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Εποχής, έχει ως ήρωα έναν πλούσιο Αμερικανό επιχειρηματία real-estate, ο οποίος κατά την παραμονή του σε κάποια αδιευκρίνιστη πόλη της Ευρώπης αναλαμβάνει τον ρόλο του αυτόκλητου κοινωνικού εκδικητή. Τα εγκλήματα για τα οποία επιζητά «δικαιοσύνη» έχουν συνήθως έμφυλο χαρακτήρα και ακολουθούν το ίδιο μοτίβο, με τους δράστες να παρουσιάζονται ως μετανάστες αφρικανικής ή ασιατικής καταγωγής (συνήθως μουσουλμάνοι) και τα θύματα λευκές ευρωπαίες.
Δυστοπικό αφήγημα
Πρόκειται για έργο του γερμανού σκηνοθέτη Ούβε Μπολ, ο οποίος είναι γνωστός (αν και όχι ιδιαίτερα) για τις κινηματογραφικές μεταφορές βιντεοπαιχνιδιών και ταινιών δράσης β’ διαλογής, με τις περισσότερες από αυτές να έχουν θαφτεί από τους κριτικούς, αναδεικνύοντάς τον για πολλούς ως τον «χειρότερο σύγχρονο σκηνοθέτη του Χόλιγουντ». Το “Citizen Vigilante”, δεν διαφέρει καλλιτεχνικά από το υπόλοιπo έργο του, ενώ οι ισλαμοφοβικές τοποθετήσεις και ο ευρύτερα ξενοφοβικός χαρακτήρας της ταινίας, βρίσκεται σε πλήρη συνάρτηση με τις προσωπικές του απόψεις, όπως έχουν εκφραστεί δημόσια στις διάφορες πλατφόρμες και σε προηγούμενα πρότζεκτ (χαρακτηριστικό παράδειγμα η επίθεση στον σοσιαλιστή Χασάν Πάικερ, με επιχείρημα ότι το όνομα του «θυμίζει τρομοκράτη»).
Σε διάφορες συνεντεύξεις με αφορμή το “Citizen Vigilante”, ο σκηνοθέτης έχει επανειλημμένα παρουσιάσει ως πηγή έμπνευσης για την ταινία, το περιστατικό ομαδικού βιασμού ανήλικης κοπέλας το 2016 στο Αμβούργο, όταν οι ήπιες ποινές που επέβαλε το γερμανικό δικαστήριο στους δράστες (λόγω ηλικίας) προκάλεσαν κύματα αντιδράσεων. Η απογοήτευση αυτή απέναντι στην ελαστικότητα του νομικού συστήματος συνδυαστικά με τα μαζικά περιστατικά σεξουαλικών παρενοχλήσεων που καταγράφηκαν τον Ιανουάριο του ίδιου χρόνου σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας, φαίνεται να αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για το στήσιμο του δυστοπικού αφηγήματος του Μπολ, όπου το κράτος δικαίου καταρρέει και τα επίπεδα εγκληματικότητας ανεβαίνουν δραματικά όσο η Ευρώπη κατακλύζεται από ροές μεταναστών.
Αντιμεταναστευτικός «βιντζιλαντισμός»
Η έννοια του αντιμεταναστευτικού «βιντζιλαντισμού», στην κοινωνιολογία αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου εγκλήματα μεμονωμένων δραστών αποτελούν αφορμή για τη στοχοποίηση μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας, συνήθως μέσω επιθέσεων και βιαιοπραγιών. Και έτσι ακριβώς παρουσιάζεται στην ταινία, όπου ο λευκός Αμερικανός σωτήρας εντοπίζει και τακτοποιεί τα προβλήματα με την ίδια αποτελεσματικότητα που ανιχνεύει τα ελαττώματα των κτιρίων που ανήκουν στην εταιρεία του.
Ωστόσο, η ταινία δε θίγει καμία ουσιαστική κοινωνική παθογένεια. Αντίθετα, διαιωνίζει επικίνδυνες παρανοήσεις γύρω από σοβαρά κοινωνικά θέματα σε μια προσπάθεια ενοχοποίησης των μεταναστών. Στατιστικά, γνωρίζουμε από έρευνες ότι η ευνοϊκή δικαστική μεταχείριση εγκληματιών σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας ή κακοποίησης σχετίζεται άμεσα με την προνομιακή κοινωνικά και ταξικά θέση του δράστη. Μπορεί η έμφυλη διαφορά να είναι εκείνη που επιτρέπει στους άνδρες την πραγματοποίηση των εν λόγω εγκλημάτων, η ταξική υπεροχή είναι όμως το στοιχείο που τους δίνει το περιθώριο να πέσουν στα μαλακά. Κατά μια έννοια, η ταινία υιοθετεί την ειδική αυτή αντιμετώπιση. Κάποια στιγμή ο πρωταγωνιστής γίνεται μάρτυρας απόπειρας παρενόχλησης δύο γυναικών, όταν οι γιάπηδες με τους οποίους βρίσκονται στο μπαρ ρίχνουν κάτι στο ποτό τους. Παρόλο που μια τέτοια κίνηση τούς καθιστά αυτομάτως εν δυνάμει βιαστές, προσχεδιασμένα μάλιστα, ο ήρωας αρκείται στο να αλλάξει τα ποτά και να ενημερώσει τα παραλίγο θύματα για το περιστατικό. Πράξη που δε θα φαινόταν διόλου περίεργη, αν δεν τον είχαμε δει με λίγες σκηνές διαφορά να σπάει τα κόκαλα δύο αντιδραστικών εφήβων που αρνήθηκαν να χτυπήσουν εισιτήριο στο λεωφορείο και έκαναν μπούλινγκ σε συνομήλικό τους.
Εξουσιαστική βία
Αλλά η ταινία έχει ένα συγκεκριμένο target group. Το βλέμμα του σκηνοθέτη είναι προσανατολισμένο προς ένα νεαρό (ανδρικό κυρίως) κοινό που επιζητά την ανάκτηση ενός ανδρισμού συνώνυμου της εξουσιαστικής βίας. Για μια γενιά, για την οποία η αυτοσυντήρηση και η οικονομική ανεξαρτησία μοιάζουν πλέον όλο και πιο άπιαστες, ενώ το όνειρο είναι να γίνει κανείς Ίλον Μασκ, η αυξανόμενη επιθυμία για επικράτηση αυταρχικών μορφών στη δημόσια σφαίρα λειτουργεί καθησυχαστικά. Η βαθύτερη φιλοσοφία της ταινίας άλλωστε γίνεται διακριτή στην σκηνή όπου ο ήρωας, προκειμένου να αποδείξει πως «οι άνθρωποι είναι πρόβατα που ακολουθούν τους κανόνες ανεξαρτήτως συνθηκών», προκαλεί συνειδητά θανατηφόρο ατύχημα σε τυχαία διερχόμενο αυτοκίνητο, του οποίου οι επιβάτες καίγονται ζωντανοί.
Παράλληλα, η ιδέα της άσκησης βίας εναντίον του ευάλωτου ξένου παρουσιάζεται από τον πρωταγωνιστή σαν τελετουργία αποκατάστασης της δύναμης του στραπατσαρισμένου ευρωπαίου, με τον μετανάστη να λειτουργεί ως αποδιοπομπαίος τράγος. Δεν είναι περίεργο που σε μια κοινωνία όπου η αριστερά αποζητά τη συλλογικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ο νεοφιλελεύθερος φασισμός αντιπροτείνει μια ατομικού τύπου αντιμεταναστευτική δράση. Άλλωστε, η μυθολογική αρρενωπότητα του προστάτη που ενσαρκώνεται στο ανδρείκελο του Μπολ αλλά και η κεντρική ιδέα της εγγενούς παρακμής της δημοκρατικής κοινωνίας, θυμίζουν από κοινού κάτι από το ναζιστικό μοντέλο του υπερανθρώπου και τον φόβο της «Μεγάλης Αντικατάστασης». Αυτή είναι μάλλον και η αίγλη που βρήκαν στο φιλμ τόσο ο Μασκ όσο και περισσότερο ή λιγότερο επιφανείς φασιστικοί κύκλοι ανά τον κόσμο.





