Από το «βέτο» στη Νομική Πάτρας στο πράσινο φως στα ιδιωτικά πανεπιστήμια

Όταν πριν από μερικά χρόνια είχε τεθεί επί τάπητος η ίδρυση της  τέταρτης Νομικής Σχολής της χώρας στο Πανεπιστήμιο Πατρών –ένα πάγιο αίτημα της ακαδημαϊκής κοινότητας της Δυτικής Ελλάδας, τεκμηριωμένο επιστημονικά και ακαδημαϊκά– η κυβέρνηση φρόντισε να το ακυρώσει εν τη γενέσει του. Το βασικό αφήγημα που επιστρατεύτηκε τότε για να δικαιολογήσει αυτό το μπλόκο ήταν ο δήθεν «κορεσμός» του επαγγέλματος.

Ακούσαμε διατεταγμένες φωνές να υποστηρίζουν ότι «η χώρα δεν χρειάζεται άλλους δικηγόρους», ότι «ο κλάδος μαστίζεται από ανεργία και υποαπασχόληση» και ότι ένα νέο δημόσιο τμήμα θα λειτουργούσε απλώς ως εργοστάσιο παραγωγής ανέργων. Με αυτό το περιτύλιγμα υπευθυνότητας, η δημόσια ανώτατη εκπαίδευση συρρικνώθηκε και η περιφερειακή ανάπτυξη μπήκε στον πάγο.

Fast forward στο σήμερα, στο τοπίο που διαμορφώθηκε μετά τη νομοθετική εξίσωση των ιδιωτικών κολεγίων/πανεπιστημίων. Ξαφνικά, ο «κορεσμός» του νομικού επαγγέλματος εξαφανίστηκε ως δια μαγείας από τον δημόσιο διάλογο. Τα ιδιωτικά ιδρύματα ανοίγουν το ένα μετά το άλλο τις δικές τους νομικές σχολές, διαφημίζοντας προγράμματα σπουδών, διεθνείς συνεργασίες και λαμπρές καριέρες, με την πλήρη ευλογία της Πολιτείας.

Η αντίφαση είναι εκκωφαντική και οι πολιτικές της προεκτάσεις αμείλικτες. Τι ακριβώς μεσολάβησε; Λύθηκε το πρόβλημα της ανεργίας των νέων δικηγόρων; Προφανώς όχι. Αυτό που άλλαξε είναι η πηγή χρηματοδότησης και το ποιος εισπράττει το αντίτιμο.

Η κυβερνητική λογική αποκαλύπτεται πλέον χωρίς προσχήματα. Έτσι, αν η σπουδή είναι δημόσια (Πάτρα), τότε η πολιτεία επικαλείται τους δείκτες της αγοράς εργασίας για να κλείσει την πόρτα στην κοινωνική κινητικότητα. Αν πάλι η σπουδή είναι ιδιωτική, η αγορά αυτορυθμίζεται και όποιος διαθέτει τα δίδακτρα μπορεί να αγοράσει το δικαίωμα να γίνει νομικός, ανεξάρτητα από τον κορεσμό του κλάδου.

Ακριβώς το ίδιο έργο, με ακόμα πιο προκλητικούς όρους, παίζεται αυτή τη στιγμή και στο πεδίο των Ιατρικών Σχολών. Για δεκαετίες, η εισαγωγή σε δημόσια Ιατρική αποτελούσε τη δυσκολότερη ακαδημαϊκή δοκιμασία της χώρας. Οι υποψήφιοι διαγωνίζονται σε μια αρένα όπου χάνουν τη θέση για ελάχιστα μόρια, με το υπουργείο να επικαλείται σταθερά την αδυναμία των δημόσιων νοσοκομείων και εργαστηρίων να εκπαιδεύσουν μεγαλύτερο αριθμό φοιτητών. Η «αριστεία», μας έλεγαν, προϋποθέτει αυστηρό φιλτράρισμα.

Σήμερα, η «αριστεία» αυτή απέκτησε τιμοκατάλογο. Η ανακοίνωση ίδρυσης ιδιωτικών ιατρικών σχολών ,και μάλιστα με την εμπλοκή επενδυτικών funds και τη σύμπραξη ξένων ιδρυμάτων,ακυρώνει κάθε επιχείρημα περί ακαδημαϊκής επάρκειας. Αν ένας μαθητής γράψει 18,5 στις Πανελλαδικές, θεωρείται «ανεπαρκής» για τη δημόσια Ιατρική. Αν όμως η οικογένειά του διαθέτει δεκάδες χιλιάδες ευρώ ετησίως για δίδακτρα, ξαφνικά κρίνεται ικανότατος να φορέσει τη λευκή μπλούζα στην ιδιωτική κλινική της διπλανής πόρτας. Η σφιχτή στρόφιγγα της δημόσιας υγείας γίνεται ορθάνοιχτη πύλη για όσους έχουν το κεφάλαιο.

Η διπλή αυτή όψη –στη Νομική και στην Ιατρική– δεν είναι μια μεμονωμένη αστοχία. Είναι το απόλυτο case study μιας νεοφιλελεύθερης στρατηγικής που υλοποιείται σε δύο φάσεις: πρώτα απαξιώνεις ή εμποδίζεις τη διεύρυνση της δημόσιας σφαίρας (με το πρόσχημα του εξορθολογισμού), και στη συνέχεια δημιουργείς χώρο για να καλύψει το κενό ο ιδιωτικός τομέας (με το αφήγημα της ελεύθερης επιλογής).

Αυτό που εγκαθιδρύεται σήμερα είναι ένας ωμός ταξικός διαχωρισμός. Από τη μία, ο δρόμος της Πανελλαδικών: Ο μαθητής που στοχεύει στο δημόσιο πανεπιστήμιο πρέπει να περάσει μέσα από τον ασφυκτικό ανταγωνισμό των εξετάσεων και της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ), η οποία φροντίζει να κρατά «εκτός νυμφώνος» χιλιάδες υποψηφίους. Από την άλλη, ο δρόμος του πορτοφολιού: Ο υποψήφιος που διαθέτει την οικονομική επιφάνεια, παρακάμπτει τους ακαδημαϊκούς κόφτες και εγγράφεται στην ιδιωτική σχολή της γειτονιάς του, αγοράζοντας επαγγελματικά δικαιώματα ισότιμα με εκείνα του δημόσιου πανεπιστημίου.

Το γεγονός ότι η Πάτρα στερήθηκε ένα δημόσιο, ερευνητικά τεκμηριωμένο τμήμα για να βλέπουμε σήμερα την ανεξέλεγκτη λειτουργία ιδιωτικών νομικών σχολών, είναι η πιο κραυγαλέα απόδειξη πολιτικής υποκρισίας.

Δεν επρόκειτο ποτέ για τον εξορθολογισμό των επαγγελμάτων. Επρόκειτο για την προσεκτική, προσχεδιασμένη δημιουργία πελατείας για τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Η Νομική Πάτρας δεν «κόπηκε» επειδή δεν είχαμε ανάγκη από νέους επιστήμονες, αλλά ακριβώς επειδή ο χώρος έπρεπε να μείνει άδειος, έτοιμος να νοικιαστεί σε όποιον προλάβει να στήσει το ταμείο του. Και αυτό, δεν είναι απλώς ένα χτύπημα στη δημόσια παιδεία, είναι η απόλυτη εργαλειοποίησή της.

Φωτο: Κομμουνιστική Απελευθέρωση / Flickr