Δύο εβδομάδες μετά το τέλος του ισπανικού εμφυλίου και τη νίκη των φαλαγγιτών, ο υπολοχαγός Σαντιάγο Μεδίνα αναλαμβάνει να οργανώσει ένα δείπνο, κατ’ εντολή του Φράνκο. Ο «καουδίγιο» (ηγέτης) επιθυμεί το δείπνο να γίνει στο ξενοδοχείο Παλάς, το οποίο όμως έχει μετατραπεί σε νοσοκομείο τραυματιών του πολέμου. Αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα που πρέπει να λύσει ο Μεδίνα. Όπως τον ενημερώνει ο διευθυντής του ξενοδοχείου Χενάρο Παλαθόν, δεν υπάρχουν μάγειροι να αναλάβουν το μενού, αφού οι καλύτεροι σεφ της Μαδρίτης είναι κομμουνιστές και βρίσκονται στη φυλακή! Ο μοναδικός τρόπος για να ικανοποιηθεί η επιθυμία του Φράνκο είναι να αποφυλακιστούν για μία μέρα. Έτσι και γίνεται…
Η ταινία του Μανουέλ Γκόμεθ Περέιρα «Το δείπνο του Φράνκο» (La cena) είναι μια πολιτική σάτιρα για τη δικτατορία του Φράνκο.
Ο Περέιρα δημιουργεί αυθεντικούς χαρακτήρες, αντιπροσωπευτικούς των πολιτικών τάσεων και ρευμάτων της εποχής. Από αναρχικούς και κομμουνιστές, μέχρι βασιλικούς, φανατικούς φασίστες και ανθρώπους που απλώς κάνουν τη δουλειά τους. Μέσα από μια σειρά περιστατικών που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του δείπνου, ο σκηνοθέτης σατιρίζει με δριμύτητα τη δικτατορία του στρατηγού Φράνκο που καταδυνάστευσε επί 36 χρόνια την Ισπανία!
Ο σκηνοθέτης επιχειρεί μία προσέγγιση του παρελθόντος επιχειρώντας να απαλύνει το τραύμα που άφησε στη χώρα το φρανκικό καθεστώς. Από τη μια διακωμωδεί, δημιουργώντας γκροτέσκ καταστάσεις από την άλλη αφηγείται με τακτ και διακριτικότητα. Σκοπός του δεν είναι να «ξύσει» πληγές αλλά να υπενθυμίσει και να προειδοποιήσει, κρατώντας μας σε εγρήγορση.
«Το δείπνο του Φράνκο» είναι μια πολιτική σάτιρα, μια ιστορική μαύρη κωμωδία, μια ταινία διασκεδαστική που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Μια ταινία που αναδεικνύει την αλληλεγγύη και την ενότητα απέναντι στον φασισμό.
Ευαίσθητο αυτί

Ο Νίκι Γουάιτ είναι ένας νεαρός χορδιστής πιάνων ο οποίος εγκατέλειψε τη μουσική επειδή πάσχει από υπερακουσία. Μια πάθηση που πολλαπλασιάζει τους καθημερινούς, απλούς θορύβους δημιουργώντας δυνατούς πόνους, κάτι που τον αναγκάζει να φορά διαρκώς ειδικά ακουστικά. Εργάζεται μαζί με τον Χάρι Χόροβιτς, έναν ηλικιωμένο χορδιστή που τον έχει σαν γιο του. Όταν ο Χάρι ξεχνά το συνδυασμό του χρηματοκιβωτίου του, ο Νίκι χρησιμοποιώντας την υπερευαίσθητη ακοή του καταφέρνει να το ανοίξει. Μια μέρα θα βρεθεί σε μία έπαυλη για να κουρδίσει ένα πιάνο. Εκεί θα πέσει επάνω στον κακοποιό Ούρι που με τη συμμορία του προσπαθούν να ανοίξουν ένα χρηματοκιβώτιο. Ο Νίκι για να απαλλαγεί από το θόρυβο θα τους βοηθήσει να το ανοίξουν. Έτσι χωρίς να το καταλάβει θα γίνει μέλος της σπείρας. Όταν όμως η κοπέλα του η Ρούθι τον υποψιάζεται, θα αναγκαστεί να οργανώσει ένα κόλπο για να ξεγελάσει τον Ούρι.
Το “Tuner” του Ντάνιελ Ρόερ είναι ένα πολύ έξυπνο δραματικό ψυχολογικό θρίλερ που κλιμακώνεται σταδιακά, βάζοντας τον θεατή σε έναν πολύπλοκο λαβύρινθο.
Ο Νίκι είναι ένας ευαίσθητος και ταλαντούχος νέος που μοιάζει να μην καταλαβαίνει τον κόσμο που ζει. Έτσι χωρίς να το πολυκαταλάβει θα βρεθεί μπλεγμένος στα γρανάζια του υποκόσμου. Κι όταν θα χρειαστεί χρήματα για τις ανάγκες του μέντορά του Χάρι Χόροβιτς, θα μπλεχτεί ακόμη περισσότερο. Η αρρώστια του λειτουργεί ως παραπέτασμα, ως όριο που τον κρατά μακριά από τους άλλους. Και μέσα στο δικό του ήσυχο κόσμο, ο νεαρός δημιουργεί ένα περίκλειστο σύμπαν. Όταν όμως αυτό θα «σπάσει» και οι ήχοι θα χυμήξουν επάνω του, θα αφυπνιστεί και θα αναγκαστεί να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η ερμηνεία του 30χρονου άγγλου ηθοποιού Λίο Γούνταλ, που αποδεικνύεται ιδανικός στο ρόλο του Νίκι.
Βέβαια δεν μπορούμε να προσπεράσουμε τις παρουσίες του Ντάστιν Χόφμαν ως Χάρι Χόροβιτς και του Ζαν Ρενό στον μικρό αλλά κομβικό ρόλο του Μάριους Μάισνερ.
Πρόκειται για την πρώτη ταινία μυθοπλασίας του Ντάνιελ Ρόερ, ο οποίος το 2022 είχε κερδίσει με το «Ναβάλνι» το Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ.
Αναπληρώνοντας την απώλεια
Η Λόρα με τον σύντροφό της Γιάκομπ και ένα φιλικό τους ζευγάρι ξεκινούν για μια εκδρομή. Όμως ξαφνικά νιώθει ότι θέλει να επιστρέψει και ενώ ο Γιάκομπ την πηγαίνει στον σταθμό, το αυτοκίνητό τους ανατρέπεται και ο άνδρας σκοτώνεται. Η Λόρα ελαφρά τραυματισμένη ζητά να μείνει στο σπίτι της Μπέτι, της μεσήλικης γυναίκας που ήταν μάρτυρας του δυστυχήματος. Εκείνη δέχεται με χαρά και οι δυο γυναίκες αρχίζουν να ζουν μαζί.
Η «Αντικατοπτρισμοί» (Miroirs No. 3) του Κρίστιαν Πέτζολντ είναι ένα μυστηριώδες ψυχολογικό δράμα που εξετάζει την αντιμετώπιση της απώλειας.
Ξεκινώντας από τη Λόρα, τίθεται το ερώτημα: τι είναι αυτό που την κάνει να θέλει να ζήσει κοντά σε μια άγνωστη γυναίκα αντί να επιστρέψει στο σπίτι της; Από την άλλη, η Μπέτι δεν μπορεί να ξεπεράσει την απώλεια της κόρης της. Όλο αυτό έχει προκαλέσει ρήγμα στη σχέση της με τον Ρίτσαρντ και τον Μαξ. Έτσι η εμφάνιση της Λόρα θα λειτουργήσει καταλυτικά. Η Μπέτι θα της δανείσει τα ρούχα και θα της παραχωρήσει το δωμάτιο της κόρης της δημιουργώντας την ψευδαίσθηση της αντικατάστασής της. Μάλιστα αυτή η υποτιθέμενη αναπλήρωση της απώλειας θα ξαναφέρει την οικογένεια κοντά.
Όμως αυτή δεν είναι λύση, αλλά πρόκειται για αρρωστημένη κατάσταση. Η απώλεια δεν αναπληρώνεται αλλά αντιμετωπίζεται. Με τον χρόνο, με τον βιωμένο πόνο, ακόμη και με ιατρική βοήθεια. Κι όταν η Λόρα θα νιώσει «πνιγμένη» από τον ρόλο που αναγκάστηκε να παίξει και θα επιστρέψει στη ζωή της, όλα θα ξαναβρούν τη θέση τους.
Η ίδια έχει πλέον ισορροπήσει και νιώθει δυνατή να συνεχίσει τη μουσική της καριέρα και τη ζωή της. Η Μπέτι έχει συνειδητοποιήσει τον θάνατο της κόρης της και νιώθει ευγνωμοσύνη για τη Λόρα που εμφανίστηκε στη ζωή της, ενώ ξαναβρήκε την οικογενειακή της γαλήνη.
Η ζωή δεν είναι αντικατοπρισμοί και προβολές στις ζωές των άλλων, σιγοψιθυρίζει ο Κρίστιαν Πέτσολντ. Και το κάνει μέσα από μια ατμοσφαιρική ταινία μυστηρίου.
Ο πρωτότυπος τίτλος προέρχεται από τη σουίτα για πιάνο Miroirs III – Une Barque sur l’Ocean του Μορίς Ραβέλ, την οποία ακούμε στην ταινία.
ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ
«Βαϊάνα» (Moana) του Τόμας Κάιλ: Η Βαϊάνα ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του Ωκεανού και, για πρώτη φορά, ταξιδεύει πέρα από τον ύφαλο του νησιού της με τον περιβόητο ημίθεο Μάουι σε ένα αξέχαστο ταξίδι για να αποκαταστήσει την ευημερία του λαού της.
«Evil dead burn» του Σεμπαστιέν Βανίτσεκ: Μετά τον θάνατο του συζύγου της, μια γυναίκα αναζητά παρηγοριά στους πεθερούς της στο απομονωμένο οικογενειακό τους σπίτι. Καθώς ένας-ένας μεταμορφώνονται σε Deadites -μετατρέποντας τη συνάντηση σε μια οικογενειακή συγκέντρωση από την κόλαση- ανακαλύπτει ότι οι όρκοι που έδωσε στη ζωή της συνεχίζουν να ισχύουν… ακόμα και μετά τον θάνατο.
«Η μπαλάντα των ονείρων» (Power ballad) του Τζον Κάρνεϊ: Όταν ένας επιτυχημένος μουσικός βλέπει ένα τραγούδι που έγραψε να γίνεται απροσδόκητα τεράστια επιτυχία, θα κάνει τα πάντα για να πάρει την αναγνώριση που του αξίζει. Καθώς το τραγούδι ταξιδεύει από το στούντιο σε σκηνές και στο κοινό, αποκαλύπτει τη δύναμη που μπορεί να έχει η μουσική να ενώνει, να εμπνέει αλλά και να δημιουργεί συγκρούσεις.
«Τηλεφωνήσατε ασφάλεια αμέσου δράσεως» (Dial M for Murder) υου Άλφρεντ Χίτσκοκ: Ο Τόνι Γουέντις, πρώην πρωταθλητής του τένις που εργάζεται πλέον ως πωλητής αθλητικών ειδών, ανακαλύπτει ότι η σύζυγός του, Μάργκο, τον απατά με τον Μαρκ Χόλιντεϊ, συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων. Ο Γουέντις αποφασίζει να ξεφορτωθεί τη σύζυγό του για να κληρονομήσει την περιουσία της, και προκειμένου να μην κινήσει τις υποψίες της αστυνομίας, αναθέτει τη δολοφονία της στον Τσαρλς Σουάν, έναν συμμαθητή του από το κολέγιο που έχει ήδη κατηγορηθεί για ληστεία και που πλέον τον χρηματοδοτούν γηραιές κυρίες. Με όπλα τον εκβιασμό και τη χρηματική αποζημίωση, ο Γουέντις αναγκάζει τον Σουάν να σκοτώσει τη γυναίκα του, σχεδιάζοντας έτσι το τέλειο έγκλημα.





