φωτογραφία: (ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ / EUROKINISSI)

Η ταυτόχρονη πίεση που ασκείται σε σημαντικούς δημόσιους χώρους της Αθήνας δεν μπορεί να διαβαστεί ως σύμπτωση. Από το Πεδίο του Άρεως και το Ζάππειο έως τον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου και τις πλατείες που μετατρέπονται σε παρατεταμένα εργοτάξια για το μετρό, αναδύεται το ίδιο επαναλαμβανόμενο μοτίβο: η συστηματική απαξίωση και κατάληψη του δημόσιου – κυρίως του πράσινου – χώρου.

Στο Πεδίο του Άρεως και στο Ζάππειο, η εμπορευματοποίηση βαφτίζεται αξιοποίηση, μέσα από εκδηλώσεις, περιφράξεις και χρήσεις που μετατοπίζουν τον χώρο από πεδίο ελεύθερης συνάντησης σε ελεγχόμενο περιβάλλον κατανάλωσης. Το κέντρο βαρύτητας στη λειτουργία των χώρων μετατοπίζεται από το πράσινο και την αναψυχή στην ψυχαγωγία και στο θέαμα. Ο δημόσιος πράσινος χώρος παύει να είναι αυτονόητα προσβάσιμος και μετατρέπεται σε αντικείμενο διαχείρισης με όρους αγοράς.

Στον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου, η επίκληση της πολιτιστικής ανάγκης και της τουριστικής προβολής λειτουργεί ως άλλοθι για παρεμβάσεις που αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του χώρου. Η αναβάθμιση συνδέεται όλο και περισσότερο με ένα αφήγημα εξωστρέφειας, όπου η εμπειρία του επισκέπτη υπερισχύει της καθημερινής χρήσης από τους κατοίκους.

Την ίδια στιγμή, τα εργοτάξια του μετρό σε κεντρικές πλατείες εγκαθιδρύουν μια ιδιότυπη κατάσταση εξαίρεσης. Η προσωρινότητα γίνεται μόνιμη, η πρόσβαση περιορίζεται και η φθορά κανονικοποιείται. Έτσι, ο δημόσιος χώρος, στο όνομα μιας μελλοντικής χρήσης που παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη, είτε καταργείται άμεσα είτε υποβαθμίζεται σταδιακά μέχρι να καταστεί διαθέσιμος για άλλες χρήσεις.

Θεσμικές και παραθεσμικές πρακτικές συγκλίνουν σε αυτό το αποτέλεσμα. Είτε μέσω επίσημων αναπλάσεων είτε μέσω άτυπων ή παράτυπων μορφών εκμετάλλευσης, το κοινό στοιχείο είναι η μετατόπιση του δημόσιου χώρου από συλλογικό αγαθό σε πόρο προς αξιοποίηση.

Το ερώτημα που τίθεται δεν αφορά μόνο επιμέρους παρεμβάσεις, αλλά το ίδιο το μέλλον της πόλης: ποιος έχει τελικά πρόσβαση στον δημόσιο χώρο και με ποιους όρους;