Ο τελευταίος καπετάνιος μιας ιστορικής γενιάς
Στις 22 Μαΐου 2005 έφυγε από τη ζωή ο Χαρίλαος Φλωράκης, μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής Αριστεράς του 20ού αιώνα. Η πολιτική και αγωνιστική του διαδρομή ταυτίστηκε με ορισμένες από τις πιο δραματικές στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας: την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τις διώξεις του μετεμφυλιακού κράτους, τη διάσπαση του κομμουνιστικού κινήματος, τη Μεταπολίτευση, αλλά και τις μεγάλες ανακατατάξεις της Αριστεράς στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990.
Ο «καπετάν Γιώτης», όπως έμεινε γνωστός από τα χρόνια της Αντίστασης, γεννήθηκε το 1914 στα Άγραφα. Από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στην ΟΚΝΕ και στο εργατικό – συνδικαλιστικό κίνημα των ΤΤΤ, ενώ το 1941 οργανώθηκε στο ΚΚΕ. Με την είσοδο στην Κατοχή πέρασε στην παρανομία και εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ, όπου υπηρέτησε ως αξιωματικός και στη συνέχεια ως καπετάνιος αντάρτικων μονάδων στη Ρούμελη και τη Θεσσαλία. Η συμμετοχή του στην εθνικοαπελευθερωτική πάλη σφράγισε ολόκληρη την πολιτική του συγκρότηση.
Η εμπειρία του ΕΛΑΣ αποτέλεσε το υπόβαθρο και για τη μετέπειτα δράση του στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Στον Εμφύλιο αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικούς στρατιωτικούς διοικητές του ΔΣΕ, φτάνοντας στη διοίκηση της 1ης Μεραρχίας Θεσσαλίας. Πολιτικός επίτροπος της Μεραρχίας υπήρξε ο Νίκος Μπελογιάννης, γεγονός που συμπύκνωνε τη στενή σύνδεση στρατιωτικής και πολιτικής καθοδήγησης στο αντάρτικο του ΔΣΕ.
Ο Φλωράκης συνδέθηκε ιδιαίτερα με τις τελευταίες μεγάλες επιχειρήσεις του Δημοκρατικού Στρατού στον Γράμμο και το Βίτσι. Στη συλλογική μνήμη της Αριστεράς, αλλά και σε στρατιωτικές μελέτες, έχει καταγραφεί ο περίφημος ελιγμός μετακίνησης δυνάμεων από τον Γράμμο προς το Βίτσι το 1948 – μία επιχείρηση που θεωρήθηκε υπόδειγμα οργανωμένης απαγκίστρωσης και ανασύνταξης υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες. Ο ίδιος ο Φλωράκης απέκτησε τη φήμη διοικητή με επιχειρησιακή ευελιξία και βαθιά γνώση του αντάρτικου πολέμου.
Μετά την ήττα του ΔΣΕ βρέθηκε στις σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και φοίτησε στη Στρατιωτική Ακαδημία Φρούνζε της Σοβιετικής Ένωσης, μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές σχολές της εποχής. Το 1954 επέστρεψε παράνομα στην Ελλάδα για την ανασυγκρότηση των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ. Συνελήφθη λίγους μήνες αργότερα και καταδικάστηκε από στρατοδικείο. Συνολικά πέρασε περίπου δεκαοκτώ χρόνια σε φυλακές και εξορίες, τόσο κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο όσο και στη διάρκεια της δικτατορίας.
Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του στη μεγάλη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968. Ο Φλωράκης τάχθηκε με την πλευρά που διατήρησε τη συνέχεια του ιστορικού ΚΚΕ απέναντι στο «ΚΚΕ εσωτερικού», σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα συγκλονιζόταν από ιδεολογικές και στρατηγικές αντιθέσεις. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και πολιτικοί του αντίπαλοι αναγνώριζαν ότι διέθετε έντονη αίσθηση πολιτικού συσχετισμού και οργανωτικής συνοχής.
Μετά την πτώση της χούντας επέστρεψε νόμιμα στην Ελλάδα και ανέλαβε την ηγεσία του ΚΚΕ σε μία εντελώς νέα ιστορική συνθήκη. Η Μεταπολίτευση βρήκε το κόμμα έπειτα από δεκαετίες παρανομίας, διώξεων και εξορίας να επιχειρεί τη νόμιμη πολιτική του ανασυγκρότηση. Ο Φλωράκης συνέβαλε καθοριστικά στη σταθεροποίηση και κοινωνική γείωση του ΚΚΕ στη νέα εποχή, ενώ η φυσιογνωμία του συνδέθηκε με τη στρατηγική της «εθνικής συμφιλίωσης» μετά τον Εμφύλιο.
Ιδιαίτερο κεφάλαιο στην πορεία του αποτέλεσε η συγκρότηση του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Ο Φλωράκης υπήρξε από τους βασικούς αρχιτέκτονες της προσπάθειας συνάντησης των διαφορετικών ρευμάτων της ελληνικής Αριστεράς — κομμουνιστικής, ανανεωτικής και ευρωκομμουνιστικής. Η επιλογή εκείνη υπήρξε ιστορική τομή, αλλά ταυτόχρονα άνοιξε βαθιές αντιθέσεις στο εσωτερικό του ΚΚΕ.
Οι συγκρούσεις κορυφώθηκαν στο ιστορικό 13ο Συνέδριο του 1991, μέσα στο περιβάλλον της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης και της διεθνούς κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος. Ο Φλωράκης στήριξε τελικά τη γραμμή της Αλέκας Παπαρήγα και της πλειοψηφίας που επέλεξε τη διατήρηση της αυτοτέλειας του ΚΚΕ. Ωστόσο, σύμφωνα με μαρτυρίες στελεχών της εποχής, μέχρι και την τελευταία στιγμή διερευνούσε δυνατότητες συναινετικής λύσης ώστε να αποφευχθεί η διάσπαση και η οριστική ρήξη ανάμεσα στις διαφορετικές τάσεις του κόμματος και του Συνασπισμού.
Για την ανανεωτική και ριζοσπαστική Αριστερά, η μορφή του Χαρίλαου Φλωράκη παραμένει αντιφατική αλλά ιστορικά κομβική. Υπήρξε παιδί της εποχής των μεγάλων επαναστατικών βεβαιοτήτων του 20ού αιώνα, αλλά και πολιτικός που αντιλήφθηκε την ανάγκη διαλόγου και ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών συνθέσεων. Από τα βουνά του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ μέχρι τις πολιτικές αναμετρήσεις της Μεταπολίτευσης, η διαδρομή του συμπυκνώνει μεγάλο μέρος της ιστορίας της ελληνικής Αριστεράς. Το όνομά του παραμένει άρρηκτα δεμένο με μια γενιά αγωνιστών που γνώρισε την εθνική Αντίσταση, την πικρή ήττα, την εξορία και την μεταπολίτευση.





