Ορισμό της πολυσυλλεκτικότητας χαρακτήρισε ο διευθύνων σύμβουλος της Alco, Κώστας Παναγόπουλος, το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού κατά την παρουσίαση τής δημοσκόπησης στον Alpha την εβδομάδα που πέρασε, περιγράφοντάς το ουσιαστικά ως έναν αστάθμητο παράγοντα για το εκλογικό τοπίο. Ο λόγος, σύμφωνα με τον ίδιο, έγκειται στο ότι η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» προσελκύει ψηφοφόρους από πλήθος άλλων κομμάτων[1], όπως και διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων[2], γεγονός που πιθανά σημαίνει «μια σχετικώς πιο χαλαρή επιλογή, που θα δούμε πόσο θα κρατήσει στην πορεία. Μπορεί να αυξηθεί, μπορεί και όχι».
Το κόμμα της Μ. Καρυστιανού καταγράφεται στις τελευταίες μετρήσεις στην τέταρτη (ενίοτε και τρίτη) θέση και παρότι απέχει παρασάγγας από την αυτοδυναμία –στην οποία στοχεύει, όπως δηλώνει, η αρχηγός του– δεν σημαίνει πως δεν θα διαδραματίσει βαρύνοντα ρόλο, καθώς αναλόγως του ύψους της ψήφου διαμαρτυρίας που θα συγκεντρώσει, θα μπορούσε να αποτελέσει ρυθμιστικό παράγοντα τόσο για τη διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος, όσο και για την είσοδο ή όχι στη Βουλή μικρότερων (πλέον) κομμάτων που στοχεύουν σε ψήφο ίδιων κινήτρων.
Πέραν, όμως, της εκλογικής του επίδοσης, η πιο σημαντική επίδραση που μπορεί να έχει η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» αφορά στην ισχυροποίηση μιας συνθηματολογικής και θυμικής πολιτικής έναντι επεξεργασμένων προτάσεων και μέτρων, και στην ενίσχυση συντηρητικών αντιλήψεων, κεκαλυμμένων υπό έναν, εκ πρώτης όψεως, αποϊδεολογικοποιημένο μανδύα διεκδίκησης δικαιοσύνης και πάταξης της διαφθοράς.
Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, πως η παρουσίαση του προγράμματος του κόμματος θα εξαρτηθεί «από την ανακοίνωση των εκλογών», σύμφωνα με τα λεγόμενα της Μ. Καρυστιανού σε συνέντευξή της στον Alpha Radio, καταδεικνύοντας πως οι προγραμματικές θέσεις δεν θα αποτελέσουν κύριο μέσο συσπείρωσης ψηφοφόρων, όπως και ότι επιδιώκεται να αποφευχθεί ενδελεχής ανάγνωση και κριτική τους μέχρι τότε. Χαρακτηριστική, δε, ήταν και η απάντηση στην ίδια συνέντευξη σχετικά με την καταπολέμηση της ακρίβειας, όπου αντί σαφών μέτρων έγινε λόγος γενικά για ζήτημα «ορθολογισμού», «βούλησης», «σωστής κατανομής χρήματος» και «αγάπης για την κοινωνία».
Πέραν της μη επεξεργασίας ακόμα συγκεκριμένων θέσεων, αυτή η αοριστολογία φαίνεται ότι προκρίνεται και προκειμένου να συνεχιστεί η προσέλκυση ψηφοφόρων από διαφορετικές πολιτικο-ιδεολογικές δεξαμενές. Ακόμα, άλλωστε, και στην ενότητα της Ιδρυτικής Διακήρυξης για τις βασικές αρχές του κόμματος, γίνεται λόγος μόνο σε γενικόλογους στόχους (βελτίωση υγείας, παιδείας, ζωής ηλικιωμένων κτλ), χωρίς αναφορά στο αξιακό πλαίσιο βάσει του οποίου διεκδικούνται.
Παρόλ’ αυτά, όσο περνάει ο καιρός τόσο πιο εμφανής γίνεται η συντηρητική κατεύθυνση του κόμματος: αντιμεταναστευτική ρητορική, αμφισβήτηση της αυτοδιάθεσης του σώματος των γυναικών, φιλοπολεμική στάση έναντι της Τουρκίας και τελευταίο δείγμα της κ. Γρατσία, η διαφωνία με τη νομική κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία».
Παράλληλα, αν και παρατηρούνται στοιχεία που διακρίνουν το κόμμα της Μ. Καρυστιανού από την κατεξοχήν Ακροδεξιά (όπως οι αναφορές στη δημοκρατία και το κράτους δικαίου), η χρήση της ρητορικής αυτού του χώρου είναι συχνότατη:
Το δίπολο καθαρότητας – μιαρότητας και η ανάγκη για «απολύμανση» αποτελεί επαναλαμβανόμενο μοτίβο στον λόγο του κόμματος, με την πολιτική αντιπαράθεση να μεταβάλλεται από σύγκρουση σχεδίων σε μάχη αγαθού και μη, με αυταπόδεικτη κατηγοριοποίηση συνήθως όλων των κομματικών αντιπάλων στην πλευρά του «κακού» και «ακάθαρτου» [πχ Θ. Αυγερινός στο Mega: «οι ικανοί πολίτες που απέφευγαν την πολιτική, γιατί έβλεπαν ότι είναι ένας βούρκος, ήρθε η ώρα επιτέλους να καθαρίσουν την κόπρο του Αυγεία»].
Συμπληρωματικά έρχεται η εικόνα του «πολέμου από το σύστημα», χωρίς να κατονομάζεται ακριβώς ποιο και τι είναι αυτό, αλλά σκιαγραφώντας το σαν δυνάμεις σκοτεινών συμφερόντων, στις οποίες ανήκουν όλοι ανεξαιρέτως οι (υπόλοιποι) θεσμικοί δρώντες, με την όποια κριτική ασκείται στο κόμμα από πολιτική διαφωνία να παρουσιάζεται σαν υστεροβουλία – όπως και κάθε αστοχία του κόμματος σαν διαστρέβλωση των αντιπάλων [π.χ. ανακοίνωση του κόμματος: «Παρακαλούμε να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή στα υποκινούμενα από πανικόβλητους για ό,τι έρχεται δημοσιεύματα, που επιχειρούν να διαστρεβλώσουν και να παρουσιάσουν θέσεις μεμονωμένων υποστηρικτών του Κινήματος ως θέσεις του ίδιου του Κινήματος»].
Παράλληλα, προτάσσει την εθνική ταυτότητα σαν ενοποιητικό παράγοντα, αποσιωπώντας κοινωνικές ανισότητες, ιεραρχίες και αντικρουόμενα συμφέροντα [π.χ. στην Ιδρυτική Διακήρυξη: «έχουμε ξεκάθαρη ενωτική πρόθεση και δράση, ανεξαρτήτως αφετηρίας και καταβολών, χωρίς ψευδοδιλήμματα και ψευδοδιχασμούς. Αυτά είναι πρακτικές του παρελθόντος, που οδηγούν μόνο στη διαίρεση και τη διάλυση της κοινωνίας. Καλούμε όλους τους Έλληνες πολίτες σε κοινή πορεία»], ενώ δεν λείπουν και οι αναφορές στο ένδοξο εθνικό παρελθόν που πρέπει να αποκατασταθεί [πχ «Θέλουμε η χώρα μας να ανακτήσει χαμένη αίγλη που της στέρησαν ιδιοτελείς πολιτικοί»].
Ακόμα, λοιπόν, κι αν για την ώρα το κόμμα της Μ. Καρυστιανού φαίνεται πολυσυλλεκτικό και να κινητοποιεί κόσμο της αποχής, μακροπρόθεσμα πέραν ότι το πιθανότερο είναι να οδηγήσει στην περαιτέρω απομάκρυνση από τη «βρώμικη» πολιτική, το πιο επικίνδυνο είναι ότι μπορεί να συμβάλλει στη διάχυση υπερσυντηρητικών θέσεων και αντιλήψεων και, μάλιστα, χωρίς να συναντήσει τις κοινωνικές άμυνες που υψώνονται μπροστά στα γνωστά ακροδεξιά κόμματα και τον λόγο τους.
Φωτογραφία: Μιχάλης Καραγιάννης / Eurokinissi
Σημειώσεις:
1. Επιλέγεται από το 6% των ψηφοφόρων της ΝΔ το 2023, το 7% του ΣΥΡΙΖΑ, το 1% του ΠΑΣΟΚ, το 1% του ΚΚΕ, το 2% της Ελληνικής Λύσης, το 24% της Νίκης, το 3% της Πλεύσης, το 7% του ΜέΡΑ25, το 25% άλλου κόμματος και το 9% της αποχής.
2. Το 20% όσων προτίθενται να το ψηφίσουν αυτοπροσδιορίζονται ως δεξιοί, το 18% ως κεντροαριστεροί, το 15% ως κεντροδεξιοί, το 16% ως κεντρώοι, το 4% ως αριστεροί και το 25% δεν αυτοπροσδιορίζεται βάσει αυτού του άξονα.





