Μια κραυγαλέα αντίφαση βιώνουν οι νέοι και νέες που αντιμετωπίζουν κάθε χρόνο τέτοιες μέρες τη δοκιμασία των πανελλαδικών εξετάσεων.
Από τη μία πλευρά, οι ειδικοί και γενικότερα ο κόσμος των ενηλίκων τούς προτρέπουν επίμονα να μη δίνουν υπέρμετρη σημασία στις εξετάσεις αυτές. Δεν κρίνονται τα πάντα σε αυτή την ολιγοήμερη δοκιμασία, θα υπάρξουν και άλλες σημαντικές ευκαιρίες στη ζωή τους και, εν πάση περιπτώσει, μια ενδεχόμενη αποτυχία δεν σημαίνει κάποια τελεσίδικη και αμετάλλακτη απαξίωσή τους. Δεν αντιπροσωπεύουν παρά –όπως συμβαίνει λόγου χάρη με τις δημοσκοπήσεις που κατακλύζουν αυτή την περίοδο την κοινή γνώμη– μία φωτογραφία της στιγμής.
Από την άλλη πλευρά, τα μηνύματα που προβάλλουν το ακριβώς αντίθετο εκπέμπονται πιο ισχυρά. Οι πανελλαδικές εξετάσεις αντιμετωπίζονται σαν την ιερή αγελάδα που κανείς δεν πρέπει να αγγίξει. Σύμπας ο κρατικός μηχανισμός κινητοποιείται για να διασφαλίσει την απρόσκοπτη διεξαγωγή τους, με βασικές αιχμές και ζητούμενα τα αδιάβλητα και αντικειμενικά αποτελέσματα. Ενδεχόμενη επιτυχία σε αυτές ταυτίζεται με επιτυχία στη ζωή πολύ πριν την ένταξη στον επαγγελματικό βίο και συχνά κοσμεί ως θέμα τα τηλεοπτικά παράθυρα και τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Τέλος, και ίσως το πιο σημαντικό για τους νέους πολίτες, υποχρεώνονται να φέρουν το στίγμα μιας τελεσίδικης επιτυχίας ή αποτυχίας σε όλη τη μετέπειτα ζωή τους.
Ένας άλλος κύκλος σχετικών προβλημάτων αφορά την ανάδρομη επίδραση του εξεταστικού συστήματος στην παιδαγωγική λειτουργία του σχολείου. Από πολύ νωρίς τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι η διδακτέα ύλη του σχολείου διαχωρίζεται σε εξεταστέα και μη εξεταστέα και αξιολογείται ανάλογα, με προβληματικά κριτήρια. Πολύτιμες γνώσεις και δεξιότητες ζωής, ολόκληροι τομείς του επιστητού, ωθούνται στο περιθώριο απλώς και μόνο γιατί δεν περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριο των εξετάσεων. Η γνώση αποκτά σημασία αποκλειστικά και μόνον ως εξεταστέα και βαθμολογητέα. Υποβοηθητικές δομές για την καλύτερη προετοιμασία ενόψει των εξετάσεων, όπως η «τράπεζα θεμάτων» ή το νεότευκτο «ψηφιακό φροντιστήριο», που εγκαθιδρύονται στο εσωτερικό του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, επικυρώνουν και ενισχύουν αντικειμενικά αυτή την έντονα χρησιμοθηρική διάκριση ανάμεσα στην πρωτεύουσα γνώση, την εξεταστέα, και τη δευτερεύουσα γνώση, που «δεν μπαίνει σαν θέμα» στις εξετάσεις, μια πρακτική που υπονομεύει και αλλοιώνει στην πράξη τους διακηρυγμένους σκοπούς του εκπαιδευτικού συστήματος. Η συμμαθητική σχέση, από τη φύση της σχέσης συνεργασίας και αλληλεγγύης, κατακερματίζεται και περιορίζεται σε εξατομικευμένα ανταγωνιστικά σχέδια μάθησης και μαζί της υπονομεύεται και το σχολείο ως κοινότητα μάθησης.
Ένας ακόμα κύκλος της παθογένειας των πανελλαδικών εξετάσεων αφορά την εξωθεσμική εμπλοκή των φροντιστηρίων. Το φροντιστήριο έρχεται να υποσχεθεί σε αυτό το ακραία ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπως έχει ειπωθεί εύστοχα, τη μικρή διαφορά που θα κάνει τελικά όλη τη διαφορά. Αλλά οι όροι λειτουργίας των φροντιστηρίων οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερες ανισότητες στο εκπαιδευτικό αποτέλεσμα, καθώς το «αποτελεσματικό» φροντιστήριο είναι συνήθως ακριβοπληρωμένο.
Είναι πράγματι απορίας άξιο πώς ανεχόμαστε σχεδόν αναντίρρητα, ως κοινωνία και ως εκπαίδευση, την απόλυτη κυριαρχία αυτού του διαστρεβλωτικού και ψυχοφθόρου συστήματος. Ενός συστήματος που, εκτός των άλλων, δεν αφήνει τα περιθώρια στη νέα γενιά να συνδυάσει την περιπέτεια της γνώσης με τις άλλες χαρές της ζωής.
Αντίθετα, διαπιστώνουμε ότι επί επτά χρόνια τώρα η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιδεινώνει την κατάσταση. Απογυμνώνει το σχολείο από στοιχεία που μπορούν να το καταστήσουν ελκυστικό και τη γνώση μια πολυδιάστατη και συναρπαστική συλλογική περιπέτεια. Παράλληλα οι εκπαιδευτικές ανισότητες οξύνονται αδιάκοπα. Η αναγωγή της περιβόητης «αριστείας» σε κυρίαρχο εκπαιδευτικό πρόταγμα, σε συνδυασμό με την πριμοδότηση ενός δικτύου δημόσιων σχολείων με ιδιαίτερα προνόμια (Πρότυπα, «Πειραματικά», Ωνάσεια κ.λπ.), ενισχύει το κλίμα ακραίου ανταγωνισμού στα σχολεία αλλά και έξω από αυτά. Ενός ανταγωνισμού που για πολλούς λόγους, που δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν εδώ, εκδηλώνεται πλέον σε όλα τα επίπεδα, συχνά με τραγικές επιπτώσεις, που η οργανωμένη κοινωνία αδυνατεί να παρακολουθήσει και να περιστείλει.
Οι σπασμωδικές αντιδράσεις που εξαγγέλλονται κατά καιρούς από την κυβέρνηση, με βασικές αιχμές αυστηροποίηση των ποινών, απαγορεύσεις και καταστολή, αποδεικνύονται αναποτελεσματικές. Στον αντίποδα, παιδαγωγικές που κινούνται σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, όπως το δίκτυο σχολείων που προωθεί τις αρχές και τις πρακτικές της παιδαγωγικής Φρενέ, δείχνουν προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούμε. Με σταθερό στόχο ένα δημοκρατικό, ανοιχτό, συμμετοχικό, συμπεριληπτικό σχολείο, ένα σχολείο ειρήνης, αλληλεγγύης, ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
* Ο Παύλος Χαραμής είναι εκπαιδευτικός- ερευνητής
Φωτο: Τατιάνα Μπόλαρη / Eurokinissi





