Αυτή η πόλη όλο και στενεύει. Οι δρόμοι όλο και μικραίνουν, τα διαμερίσματα όλο και μας πνίγουν. Τα μπαλκόνια πλησιάζουν τα απέναντι μπαλκόνια, σχεδόν τα ακουμπάνε. Είναι φορές που δεν χωράς να περάσεις από τους δρόμους. Πρέπει να περιμένεις κάποιος άλλος να περάσει για να χωθείς εκεί. Η καθημερινότητά μας είναι διπλοπαρκαρισμένη.

Όταν οδηγείς έχεις την αίσθηση πως κάτι πάει λάθος. Όλη αυτή η συγκρατημένη ορμή στρέφεται συχνά ενάντια στους άλλους. Το βλέπεις, η πόλη αυτή δεν έχει φτιαχτεί για έναν τέτοιο πληθυσμό. Ναι ίσως η Αθήνα άμα είχε τους μισούς κατοίκους, το ένα τρίτο ίσως, τότε μπορεί και να ήτανε βιώσιμη. Αλλά δεν είναι. Η πόλη ορίζει την οδική συμπεριφορά. Τι λέω; Αυτό είναι αυτονόητο. Η πόλη ορίζει ακόμη και τον τρόπο που περπατάμε. Βίαια, χωρίς να προβλέπουμε, πατώντας ο ένας τον βηματισμό του άλλου. Η πόλη σε σπρώχνει, σε σκουντάει στον ώμο, σου επιβάλει τον τρόπο που περπατάς, σου επιβάλει το πώς θα υπάρχεις με τους άλλους. Η πόλη αυτή σε αγκαλιάζει και δεν ξέρεις αν είναι μια αγκαλιά οικειότητας ή μια προσπάθεια να σε πνίξει.

Είναι πολλές οι πόλεις που σου φέρονται έτσι.  Το Παρίσι, το Λονδίνο. Πόλεις πολύ πιο στρυμωγμένες, πόλεις με μια επιθετική συνάφεια, με μια υποχρεωτική συνύπαρξη. Μικρά διαμερίσματα, στενά μαγαζιά, ένα πνιγηρό ταυτόχρονο. Παρ’ όλα αυτά έχουν τον τρόπο τους να ισοσταθμίζουν. Οι δημόσιοι χώροι όχι μόνο υπάρχουν αλλά χρησιμοποιούνται κιόλας. Πάρκα, πλατείες, ανοιχτωσιές. Τα μέσα μεταφοράς λειτουργούν με συχνότητα και ακρίβεια. Μπορείς να αναζητήσεις στο έξω όσα σου στερεί το μέσα. Η συνύπαρξη είναι εφικτή.

Όχι εδώ. Εδώ ο ένας λούζεται στην ανάσα του άλλου. Πόλη φτιαγμένη βιαστικά, άγαρμπα. Όλοι μαζευτήκαμε εδώ. Δεκαετίες τώρα. Στο μεγάλο χωνευτήρι. Το μέγεθος, ο πληθυσμός, η κλίμακα σου επιβάλλουν να ζεις παράλληλα. Ξένος ανάμεσα σε ξένους. Και όμως η στενότητα κάνει τις παράλληλες γραμμές αδύνατες. Όλα τέμνονται. Και έτσι ακόμα και η ξενότητα μας παραβιάζεται. Όχι από οικειότητα ή φιλία, αλλά από μια άλλη ξενότητα που παραβιάζει τις τροχιές μας.

Και ναι έχει κι άλλο. Γιατί η πόλη αυτή όχι μονάχα αποτυγχάνει να διανείμει τον πληθυσμό της. Αλλά μαζί καλείται και να φιλοξενήσει. Τουρίστες, digital nomads, περαστικούς. Πολλαπλασιάζει την αποτυχία της σε όσους καλεί εδώ. Και μάλιστα με τρόπο υστερικό, με την ένταση που έχει η επιβίωση, σαν κάθε τουρίστας να είναι η τελευταία ελπίδα της να τα βγάλει πέρα. Το Airbnb πνίγει ακόμα περισσότερο την πόλη. Την κάνει ξένη, δηλητηριάζει τον κοινωνικό δεσμό, κάνει τους δρόμους διαδρόμους. Και μέσα στο αίσθημα αυτό η πόλη στενεύει όλο και περισσότερο.

Όσο μεγαλώνεις λες θα φύγω. Να βρω έναν άλλο τρόπο, να βρω έναν άλλο τόπο. Κάπου όπου η ζωή, ο ρυθμός της θα βγάζει νόημα. Υπάρχουν χίλιοι λόγοι να φύγεις. Και ένας πολύ βασικός για να μείνεις. Για μια σειρά από επαγγέλματα η επιβίωση είναι απαγορευτική οπουδήποτε έξω από την Αθήνα. Ό, τι συμβαίνει, συμβαίνει εδώ. Η περιφέρεια όλο και υποβαθμίζεται, όλο και κατρακυλάει στην κρατική υποβάθμιση. Δεν υπάρχουν νοσοκομεία, τα σχολεία φθίνουν, ο κόσμος φεύγει. Το Εδώ είναι το μόνο Εδώ για σένα.

Εδώ θα κατοικήσουμε, σε αυτή τη στενωπό. Προσέχοντας τους άλλους, προσέχοντας το βήμα μας. Αφού είναι να ζήσουμε μαζί, αφού είναι να ζήσουμε με άλλους, ας το κάνουμε όσο καλύτερα μπορούμε. Διεκδικώντας τον χώρο που μας ανήκει. Και ποιος ξέρει ίσως μια μέρα να ανασάνουμε.