(Με αφορμή την εκδήλωση της Νέας Αριστεράς «Από τη γενιά της κρίσης στην Gen Z»)

Δεν συνηθίζω να μιλάω δημόσια για προσωπικές εμπειρίες. Στην Αριστερά έχουμε μάθει να ξεκινάμε από το συλλογικό, από τα κοινωνικά δεδομένα, από την ανάλυση. Και νομίζω ότι ούτε σήμερα θέλω πραγματικά να μιλήσω για μένα. Θέλω να χρησιμοποιήσω τη δική μου εμπειρία ως αφορμή για να περιγράψω κάτι που δεν αφορά μόνο εμένα, αλλά μια ολόκληρη γενιά.

Φέτος έκανα τρεις δουλειές και για ένα μικρό διάστημα τέσσερις. Όταν το συζητάω με τις φίλες μου, λέω ότι ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά, μια εξαίρεση. Όμως, αν το σκεφτώ λίγο καλύτερα, συνειδητοποιώ ότι από το 2020 κάνω σταθερά πάνω από μία δουλειά. Όχι τις ίδιες δουλειές, ούτε πάντα με την ίδια ένταση, αλλά εδώ και έξι χρόνια η πραγματικότητα είναι ότι δεν έχω ποτέ μόνο μία εργασία.

Στόχος, μια αξιοπρεπής ζωή

Στην αρχή το έκανα για να κλείσω κάποιες οικονομικές εκκρεμότητες. Μετά για να μπορώ να ζω λίγο πιο άνετα. Αργότερα για να μην έχω διαρκώς το άγχος ότι δεν θα τα βγάλω πέρα. Και σήμερα, για να μπορώ απλώς να ανταποκρίνομαι στην καθημερινότητά μου. Η οικονομική επιδίωξη δεν είναι κάποια υπερβολή. Η «πολυτέλεια» που προσπαθώ να υποστηρίξω είναι ότι ζω μόνη μου, σε ένα σπίτι για το οποίο πληρώνω ενοίκιο. Αυτό είναι το επίπεδο της φιλοδοξίας μου: να μπορώ να καλύπτω το κόστος μιας αξιοπρεπούς και ανεξάρτητης ζωής.

Αυτό έχει συνέπειες στον τρόπο που ζεις τον χρόνο σου. Η μέρα ξεκινάει νωρίς το πρωί και τελειώνει αργά το βράδυ. Οι περισσότερες συναντήσεις που κάναμε για να προετοιμάσουμε αυτή την εκδήλωση έγιναν μετά τις 21.00, όταν είχαμε τελειώσει όλοι και όλες τις δουλειές μας. Δεν ήταν επιλογή. Ήταν η μοναδική ώρα που υπήρχε διαθέσιμη.

Και όταν τελικά δεν δουλεύω, δεν σημαίνει ότι έχω ελεύθερο χρόνο. Πρέπει να αποφασίσω τι από όλα όσα έχουν μείνει πίσω θα προλάβω να κάνω. Θα ασχοληθώ με τις δουλειές του σπιτιού; Θα κοιμηθώ, γιατί διαφορετικά δεν θα αντέξω την επόμενη μέρα; Θα κλείσω μικρές εκκρεμότητες της δουλειάς για να μην τις κουβαλάω συνεχώς στο μυαλό μου; Ή θα καταφέρω να έχω πραγματικά ελεύθερο χρόνο, να δω τους φίλους μου, να διαβάσω ένα βιβλίο, να ασχοληθώ με τη συλλογικότητα στην οποία συμμετέχω; Ακόμα και ο ελεύθερος χρόνος μετατρέπεται σε μια άσκηση διαχείρισης προτεραιοτήτων.

Δεν πιστεύω ότι αυτή η περιγραφή είναι ιδιαίτερα ξεχωριστή. Αντίθετα, νομίζω ότι είναι όλο και πιο συνηθισμένη. Κοιτάζω γύρω μου ανθρώπους της γενιάς μου, φίλους, γνωστούς, συναδέλφους. Πολλοί κάνουν δύο ή και περισσότερες δουλειές. Όσοι δεν κάνουν ήδη δεύτερη δουλειά, ψάχνουν να βρουν. Και όσοι δεν κάνουν ούτε το ένα ούτε το άλλο, πολύ συχνά κυνηγούν ακόμα μία πιστοποίηση, ένα ακόμα σεμινάριο, μια ακόμα δεξιότητα. Όχι επειδή τους ενθουσιάζει η διαρκής κατάρτιση, αλλά επειδή αισθάνονται ότι σύντομα θα χρειαστεί ξανά να αναζητήσουν εργασία και πρέπει να είναι συνεχώς έτοιμοι. Η μόνιμη επισφάλεια δεν αφορά μόνο το εισόδημα. Αφορά και την αίσθηση ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύεις πως αξίζεις να εργάζεσαι.

Πού θα συναντούσαμε σήμερα την Αριστερά;

Αυτή η συνθήκη γεννά ένα ερώτημα που αφορά και τη συλλογική μας δράση. Χωράει η Αριστερά μέσα σε τέτοιες ζωές; Σε ζωές γεμάτες τρέξιμο, πολλαπλές δουλειές και συνεχή κατακερματισμό του χρόνου;

Η δική μου απάντηση είναι ναι. Χωράει. Ίσως μάλιστα να είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Αλλά για μένα το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό. Πού θα συναντούσα σήμερα την Αριστερά, αν δεν ήμουν ήδη οργανωμένη; Πού θα ερχόμουν σε επαφή με τις συλλογικές διεκδικήσεις;

Σε πολλούς εργασιακούς χώρους, ειδικά εκεί όπου κυριαρχούν οι εξωτερικές σχέσεις εργασίας, οι συμβάσεις έργου ή η αυτοαπασχόληση, συχνά δεν ανήκεις σε κάποιο σωματείο. Σε πολλές part-time δουλειές είσαι ο μοναδικός εργαζόμενος. Δεν έχεις συναδέλφους για να μοιραστείς τα προβλήματα, να συγκρίνεις εμπειρίες, να οργανωθείς. Η εργασία γίνεται όλο και πιο εξατομικευμένη, άρα και η απομόνωση γίνεται πιο εύκολη.

Γι’ αυτό πιστεύω ότι η Αριστερά πρέπει να βρει τους ανθρώπους και έξω από τους παραδοσιακούς χώρους παρέμβασης. Οι κεντρικές πολιτικές πρωτοβουλίες είναι απαραίτητες, αλλά δεν αρκούν. Χρειάζεται και κάτι ακόμα. Χρειάζεται ο καθένας και η καθεμία από εμάς να ξαναναλάβει έναν πιο ενεργό ρόλο μέσα στην καθημερινότητά του. Όχι με τη βαριά έννοια του «παραδείγματος», αλλά με την απλή υπενθύμιση ότι υπάρχει και ένας άλλος τρόπος να ζούμε: πιο συλλογικός, πιο αλληλέγγυος, πιο διεκδικητικός.

Γιατί μέσα στην πίεση της καθημερινότητας υπάρχει ένας ακόμα κίνδυνος: να αρχίσουμε να θεωρούμε φυσιολογικά πράγματα που δεν είναι. Να πιστέψουμε ότι είναι δεδομένο πως θα κάνουμε δύο δουλειές για να ζήσουμε, ότι δεν θα έχουμε ελεύθερο χρόνο, ότι θα αλλάζουμε διαρκώς επάγγελμα, ότι θα πρέπει συνεχώς να αποδεικνύουμε την αξία μας. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο: όταν η εξαίρεση γίνεται κανονικότητα.

Γι’ αυτό χρειάζεται να ξαναβεβαιώσουμε, πρώτα μεταξύ μας και μετά στην κοινωνία, κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Ότι ο μισθός μας πρέπει να αρκεί για να καλύπτει όχι μόνο τις βασικές μας ανάγκες, αλλά και ένα μέρος από τις επιθυμίες μας. Γιατί αξιοπρεπής ζωή δεν σημαίνει μόνο να επιβιώνεις. Σημαίνει να μπορείς να σχεδιάζεις το μέλλον σου, να έχεις χρόνο για τους ανθρώπους σου, να συμμετέχεις στη συλλογική ζωή, να ξεκουράζεσαι, να δημιουργείς. Και αυτό δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ένας στόχος που αξίζει να διεκδικήσουμε συλλογικά.

Credits photo: pexels.com